Tuesday, March 04, 2008

BLACK


photo by Egggod

Αρρωστημένος αέρας από το σπασμένο παράθυρο. Ερείπιο, το σπίτι, παλιό, ένα στοιχειωμένο κουφάρι σε έναν μοναχικό δρόμο στο Θησείο. Πώς είναι μοναχικοί οι δρόμοι; Οι δρόμοι είναι δρόμοι, δεν νιώθουν. Αυτός ο δρόμος είναι μοναχικός όμως. Και ο αέρας είναι αρρωστημένος, αυτός που μπαίνει από το κατεστραμμένο παράθυρο και του χαϊδεύει τα ιδρωμένα μάγουλα. Η πλάτη του ακουμπάει στον τοίχο, τα πόδια του απλωμένα μπροστά, δεν τα νιώθει, τα χέρια του πάνω στα μπούτια του, νεκρά, ακίνητα. Τα κοιτάει. Κοιτάει το παράθυρο. Κοιτάζει απέναντι του, τον Μήτσο. Κάθεται και αυτός στο βρώμικο πάτωμα, ακριβώς στην ίδια θέση. Έχει να κουνηθεί καμιά ώρα τώρα. Η σύριγγα είναι ακόμα στο χέρι του, η ζώνη έχει κυλήσει και έχει σταθεί στον αγκώνα του. Τα μάτια του είναι ανοιχτά αλλά δεν βλέπουν.

Είναι μεσημέρι, κατσαρίδες τρέχουν ανάμεσα στα σκουπίδια που υπάρχουν στο δωμάτιο. Ένα πανάθλιο στρώμα με ξεραμένα χύσια, καπότες τριγύρω, κουτάκια και σπασμένα τούβλα, σύριγγες, σύριγγες, κάποιες δικές τους. Ένα κουτί από Goody's, golden πρέπει να είναι, από ζητιανιά στα Εξάρχεια αγοράστηκε στάνταρ. Οι τοίχοι είναι μαυρισμένοι, βρώμικοι, χυδαίοι, με μηνύματα και συνθήματα απάνω τους, ημερομηνίες από άλλα πρεζάκια και ζευγάρια και χαμένους. Άραγε να ζούνε τώρα αυτοί που κάποτε χαράξανε αυτά; Αναρωτιέται αλλά όχι για πολύ. Τα μάτια του κλείνουν. Τα κρατάει λίγο ακόμα ανοιχτά, να ξανακοιτάξει τον Μήτσο. Το πρόσωπο του είναι μπλε. Οι φλέβες έχουν πεταχτεί και έχουν ζωγραφίσει μακάβρια ποτάμια στην όψη του. Ασβέστης. Κάποιος νόθευσε το πράμα με ασβέστη. Ο Μήτσος ψήθηκε. Ο Μήτσος βάρεσε πρώτος.
Χαμογελάει κοιτάζοντας τον Μήτσο αλλά το χαμόγελο του δεν φαίνεται.
Έχει βαρέσει από το ίδιο πράμα.

Είναι μεσημέρι και φοράει μόνο μία βερμούδα, από πάνω τίποτα, πρέπει να είναι δέκα χρονών. Έχουνε βρει με τη συμμορία μία γάτα χτυπημένη στην άκρη του δρόμου. Το ζώο σκούζει, ενίοτε ουρλιάζει, σπασμένη ραχοκοκκαλιά. Το ένα μπροστινό ποδαράκι μόνο κουνιέται, γρατζουνάει υστερικά την άσφαλτο, που σκατά θα πάει, δεν μπορεί ούτε το κεφάλι να κουνήσει, αλήθεια το πόδι πώς κουνιέται, είναι αποτρόπαιο το θέαμα, απομακρύνονται χωρίς να συνεννοηθούν. Στα δέκα μέτρα σταματάει, σηκώνει μία πέτρα και την πετάει προς τη γάτα. Την πετυχαίνει στα πλευρά και το ζώο ουρλιάζει. Μετά σταματάει να βγάζει ήχους, είναι ακίνητο. Τι ήσυχο απόγευμα.
Τι ήσυχο απόγευμα τώρα που η γάτα σταμάτησε. Για κάνα χρόνο, ξυπνάει τα βράδια ουρλιάζοντας, η γάτα είναι στα όνειρα του.

Πρέπει να σηκωθεί, να ζητήσει βοήθεια, μαλάκα πεθαίνει, την πάτησε, τόσα χρόνια μαλακίας τον έφαγε τελικά, χαχα θέλει να γελάσει αλλά τώρα ένας πόνος έχει ξυπνήσει στο στήθος του. Τουλάχιστον να πάει μέχρι το παράθυρο, να φωνάξει, το σπίτι βλέπει στον δρόμο τον μοναχικό αλλά όλο και κάποιος θα τον πάρει χαμπάρι, αρκεί να πάει μέχρι το παράθυρο. Το μυαλό του λειτουργεί, το σώμα δεν υπακούει. Ακούει αμάξια από μακριά, κάποιοι πηγαίνουν στις δουλειές τους, κάποιοι πηγαίνουν για καφέ. Πώς βρέθηκε αυτός ο εμετός πάνω στο στήθος του; Μήτσο μαλάκα, τι κάναμε ρε;

Πήγανε και κάτσανε σε μία οικοδομή, με ξύλα στα χέρια, αμίλητοι. Μες τις παιδικές τους τις ψυχούλες έχει ξυπνήσει η νόηση, ότι δεν είναι λέει όλα ρόδινα και παιχνίδια και χαβαλέ μόνο και πως κάπου λίγο πιο έξω από τον μικρόκοσμο τους, κρύβεται μακρύ σκοτάδι. Έλα ρε βλάκες μη μασάτε τους λέει αλλά δεν το πιστεύει γιατί έχει τρομάξει και αυτός. Σε λίγο βγαίνουν οι μανάδες στα μπαλκόνια και τους φωνάζουν όλους μέσα. Μένει μόνος του. Σηκώνεται από τον τσιμεντόλιθο που έχει αράξει και ξαναγυρνάει στη γάτα. Έχει τρομάξει πολύ, δεν ξέρει τι κάνει αλλά πάει προς τα εκεί.

Κάποιοι έχουν σταθεί κάτω από το παράθυρο και μιλάνε, δύο άντρες, φιλαράκια πρέπει να είναι. Να φωνάξει, βοήθεια, αλλά είναι που τώρα νιώθει την γεύση αίματος στον λαιμό του και το στόμα του. Τα χρώματα έχουν πάρει φωτιά γύρω του, ο Μήτσος είναι μία μπλε λάμψη. Το αριστερό του πόδι τινάζεται από μόνο του, κατουριέται πάνω του και κλαίει χωρίς όμως να κουνάει το πρόσωπο του. Ένας άνθρωπος που ξέρει ότι χάνεται. Σιγά τα λάχανα.

Σε μία παραλία με την πρώτη του κοπέλα να πάει.
Σε ένα απόγευμα με το σκυλί του στο πάρκο να πάει.
Σε εκείνες τις διακοπές με τον Μήτσο, τότε που ήταν και οι δύο καθαροί να πάει.
Κάπου να πάει να κρυφτεί μέχρι να τελειώσει όλο αυτό, αλλά ο πόνος τον κρατάει εδώ, στο ερείπιο, στα κόπρανα του μέσα.

Γύρισε εκείνο το μεσημέρι και αγκάλιασε τη γάτα και έκλαψε. Το ζώο ήταν νεκρό από ώρα και αυτό του στοίχισε ακόμα περισσότερο. Ήθελε να το προλάβει, να μην είναι η πέτρα η τελευταία του προσφορά στο ζώο, να είναι η αγκαλιά. Δεν πρόλαβε, πήρε αγκαλιά τη νεκρή γάτα και έκλαψε και αν τον έβλεπε κανείς θα τον πέρναγε για τρελό αλλά αυτόν δεν τον νοιάζει, το ζώο είναι ζεστό ακόμα.

Τώρα το κεφάλι του δεν κουνιέται, τα μάτια του εστιάζουν στο αριστερό του χέρι, έχει πετάξει φλέβες παντού σαν τον Μήτσο.
Πώς σκατά το λένε αυτό; Επιφώτηση, Φανέρωση, όχι φανέρωση ρε μαλάκα, δεν υπάρχει αυτή η λέξη. Ένα τέτοιο του έρχεται τώρα.
Θέλει και αυτός μία αγκαλιά τώρα, από όποιον να 'ναι. Αυτό είναι ο κόσμος.
Ρε Μήτσο. Το βρήκα ρε. Μ' ακούς;

Συγγνώμη ρε γάτα. Γαμώ τη πουτάνα μου συγγνώμη.

Κατσαρίδες παντού τώρα, σούρουπο, ησυχία μες το δωμάτιο, στο έρημο σπίτι. Τον αρρωστημένο αέρα τον έφαγε η αρρώστια του και πέθανε. Φώτα ανάβουν στους δρόμους, κάποιοι φιλιούνται στη γωνία, αμάξια, σύννεφα, ζωή.

Αχ, δεν πρόλαβε, θα έγραφε βιβλίο αλλά και αυτό να μην έκανε, ένα σύνθημα θα το χάραζε στον τοίχο. Να το δει έστω και ένας.

Θα έγραφε...
"Μία αγκαλιά είμαστε όλοι ρε"

Ησυχία.
Μαύρο.

8 comments:

noize said...

Παντοτε οταν σε διαβαζω με παιρνουν τα ζουμια.Θα σου ελεγα μπραβο αλλα το θεμα ειναι θλιβερο,το ξερω απο κοντα,φοβαμαι και ποναω για ολους αυτους που αρρωσταινουν,για τα παιδια μας και μισω αυτους που πουλανε τον θανατο.Το χειροτερο ειναι οτι κανενας δεν προκειται να κανει κατι ουσιαστικο.Ο εμπορος εχει γινει προτυπο επιτυχημενου αλλου-δες αμερικανικες ταινιες-...

Φαίδρα φις said...

με διέλυσες...
Βερολίνο,Γκουαντάναμο μαζί...
τι ταλέντο κι αυτό να γδέρνεις πληγές...
η γραφή σου είναι αφοπλιστική,βαθιά,αληθινή και οι περιγραφές αξεπέραστες.
Αν έχεις εκδώσει,μη με κρατάς στο σκοτάδι.Θέλω να έχω οπωσδήποτε δουλειά σου.

φιλιά

Φαίδρα φις said...

υ.γ. η φωτογραφία είναι η επιτομή του μεγαλείου της "παρακμής"...
εύγε!

Loth said...

ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ΄ΝΑΙ ΚΑΙ ΕΤΣΙ..
ΥΓ.Θα ήθελα απλά να προσθέσω οτι ΑΝ η παρακμή είχε μεγαλείο..τότε η επιτομή του δεν θα ήταν η φωτό αλλά το να είναι η φωτό αυτή το αληθινό σου "σπίτι"..
ΑΥΤΑ ΚΑΙ ΤΟ ΣΧΟΛΙΟ ΜΟΥ ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΝΑ ΜΗ ΘΕΩΡΗΘΕΙ ΩΣ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΑΖΙ ΣΟΥ...
ΠΦΦΦΦΦΦΦΦ!

Baby Lemonade said...

Λόγια βαθιά δεν έχω να καλύψω την ψυχή σου.

Μετά από τη μικρή μου απουσία, πίσω ξανά, λίγες απ' τις παλιές τις ανεπάρκειες για να σου δώσω. Κι όμως, καμία τους δε το φτάνει αυτό το Μαύρο.

EggGod said...

noize: Αν και δεν ήθελα να γράψω για τα ναρκωτικά, συμφωνώ με αυτά που λες φιλαράκι. Sorry για την μαυρίλα. Δύο αληθινές ιστορίες είναι που ενώθηκαν με σουρεαλιστικό τρόπο στο κεφάλι μου....

φαίδρα φις: Θενκς φαίδρα. ΟΧΙ δεν έχω εκδώσει, (ποιός θα τα δεχόταν αυτά ρε, ΛΟΛ). Η φωτο είναι όντως από Θησείο...

Loth: Άχου το μωρέ. Μου κρατάει μούτρα. Με αγαπάει πραγματικά λοιπόν....

baby lemonade: Γειά σου μικρούλα, καλώς ξανάρθες. Ναι ρε γαμωτ, μαύρο. Μα τι μ' έπιασε πάλι....είναι το φεγγάρι μάλλον...και οι αρρωστημένοι άνεμοι...

it is said...

Ωραία... το εικονοποίησα όλο... και τις ιστορίες και όλο... και... σκατά... είμαι κι εγώ μέσα στα σκατά μετά την ανάγνωση... γαμώ! ...

deadend mind said...

φοβερό..