Monday, March 31, 2008

"ΣΛΙ, ΣΛΙ" ΚΑΙ "ΧΑΡ, ΧΑΡ"


Αγάπη είναι μία λέξη και ω, μπλα, μπλα και άντε τα βιολιά. Εμετός, εμετός, εμετός στην μούρη σου, χειροκρότημα, αυλαία.

Ας κάνουμε ένα delete σε ΟΤΙ γαμημένο νόημα έχουμε προσδώσει σε αυτή τη λέξη. Για να ακούσεις αυτό που έχω να σου πω, πρέπει να κάνεις το format ρε παιδί μου. Αλλιώς μη πας παρακάτω.

ΜΑΘΗΜΑΤΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ
Έστω ότι παθαίνω αμνησία + δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι σημαίνει αγάπη = κάποιος πρέπει να μου πει τι είναι αυτό το πράμα.

Οκ;
Άναψε τσιγάρο και άραξε. Ωμός θα είμαι γιατί έτσι είμαι απόψε. Λουλούδια αύριο, που θα 'χει βρέξει και θα μυρίζουν πρωί.
------

Κάποτε υπήρχαν κάτι αμοιβάδες.
Κουνιόντουσαν μέσα στο νερό και ήταν πλήρεις. Μετά βγήκανε στη στεριά και ανεβήκανε στα δέντρα και τρώγανε πορτοκάλια. Ζευγαρώνανε σαν τους πούστηδες γιατί έτσι έπρεπε. Όχι οι αμοιβάδες, τώρα είμαστε στους πιθήκους.
Δεν έχουν συναισθήματα παρά μόνο τα βασικά. Πόνο, λύπη, χαρά, φαΐ, σκατά, γιούπι.
Μετά, μία μέρα εκεί που κάθονται σε ένα κύκλο και τρώνε κατουρημένα μπανανόφλουδα, ξυπνάει μέσα τους, αυτό που τους κάνει ανθρώπους, κάτι που τους ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα ζώα.
Η ΦΑΝΤΑΣΙΑ
Και λέει ο αρχηγός, εκεί που τρώνε τα κατουρημένα μπανανόφλουδα, πω ρε να είχαμε τώρα και κανά μελίσσι για επιδόρπιο. Και ξαφνικά πέφτει σιωπή και όλοι χαμογελάνε. Όλοι φαντασιώνονται το χοντρό μελίσσι. Έτσι γεννήθηκε η φαντασία. Έτσι γεννιέται και ο άνθρωπος μαζί.
Και εκεί που κυνηγάνε το μαμούθ με κλαριά, λέει ένας μάγκας, ρε, δεν βάζουμε στην άκρη τους κοφτερό βράχο που κάνει "σλι, σλι" όταν μπαίνει σε σάρκα;
Και εκεί που βρέχονται και τουρτουρίζουν σαν ηλίθιοι, λέει ένας, ρε, δεν τυλιγόμαστε με το δέρμα του μαμούθ που φάγαμε με τα ραβδιά που κάνουνε "σλι, σλι";
Και εκεί που κάθεται ένας τύπος και κοιτάει τον τοίχο της σπηλιάς του, αρπάζει ένα κλαρί και ζωγραφίζει ένα μαμούθ και τύπους γύρω του να το σκοτώνουν.

Με ραβδιά που κάνουνε "σλι, σλι".

Φαντασία.

Την κοιτάζει μέρες τώρα, είναι κοντά στην ηλικία του. Όταν γυρνάει από κυνήγι, πάντα είναι κάπου κοντά με αγωνία να δει αν γύρισε αυτός. Στη μεγάλη σπηλιά που κοιμούνται, όταν οι μεγάλοι κάνουνε "χαρ, χαρ" και γαμιόνται, αυτή τον κοιτάει με επιθυμία και του δείχνει τα λαγόνια της. Του καθαρίζει το τρίχωμα από τη πλάτη και μετά του κρατάει το χέρι και αυτός αφήνει το δικό του εκεί, δεν πάει να τρέξει με τους άλλους, κάτι άλλο γίνεται εδώ και του αρέσει πιο πολύ, αυτή τον κοιτάει συνέχεια αλλά όχι όπως κοιτάει τους άλλους.
Τώρα είναι αυγή.
Έχουνε ξεγλιστρήσει την ώρα που όλοι κοιμούνται, λες και αυτό που κάνουνε είναι κακό. Κανείς δεν τους είπε ότι είναι κακό. Απλά είναι για τους δυο τους μόνο.
Για αυτό οι ερωτευμένοι κρύβονται στην αρχή.
Είναι μέσα στα δέντρα και τρέχουνε, την κυνηγάει και την βαράει σιγά, εκείνη βγάζει ήχους γέλιου, το πρώτο γέλιο σε μια παλιά αυγή. Σταματάνε δίπλα σε ένα μεγάλο σημάδι στο έδαφος, πατημασιά είναι από κάτι. Εκείνη φοβάται.
Ασυναίσθητα αρπάζει το χέρι του.
Γυρνάνε ο ένας στον άλλον.

Τον κοιτάει στα μάτια και στο πρωτόγονο μυαλό της, ξυπνάει η νότα μίας σκέψης.
"Φοβάμαι, τρέμω, αλλά χίλιες φορές να με πάταγε το τέρας αυτό παρά να σε δω να παθαίνεις κάτι, θέλω να κοιμάμαι αγκαλιά μαζί σου και να γεννήσω παιδιά από σένα, θέλω όταν γυρνάς από το κυνήγι να έρχεσαι σε μένα να σε μυρίζω, μας βλέπω μακριά, είσαι ο μισός μου."

Την κοιτάει στα μάτια και βλέπει όλα αυτά.
Και νιώθει
για πρώτη φορά
ένα συναίσθημα.
Τι;
Σβήσε τσιγάρο και άκου.

Ότι κυνηγάω και ότι παλεύω καλά, μπορούν να το πούνε όλοι. Με βλέπουνε στο φως της μέρας να τα κάνω όλα αυτά και τα ξέρουνε. Είναι μάρτυρες του ποιος είμαι. Εκεί έξω.
Αλλά δεν είμαι μόνο αυτό.
Εδώ μέσα έχω μεγάλα θαύματα να μοιραστώ, γεννιούνται κόσμοι μέσα μου και ήλιοι, μπορώ να πεθαίνω και να ξαναγεννιέμαι και κανείς να μην το καταλαβαίνει.
Αν δεν έχω εσένα να είσαι μάρτυρας του μέσα μου, το μέσα μου δεν υπάρχει.
Και έτσι θα πέθαινα για σένα.
Και έτσι θα σου δώσω τα πάντα.
Γιατί χωρίς εσένα, δεν μπορώ να ΦΑΝΤΑΣΤΩ το μετά μου.
Φαντασία.


Φαντασία, αυτό που μας χωρίζει από τα ζώα.

Saturday, March 29, 2008

ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ


Μέσα σε θειαφόσκονη και ατμούς, γερμένο το κεφάλι πάνω σε ξεραμένες σελίδες, ψάχνει ο αλχημιστής. Τα ρουθούνια του είναι μαύρα από τα πειράματα και τον καμένο χαλκό. Γυάλινα δοχεία με κίτρινα υγρά, αποσταγμένο, ψεύτικο χρυσάφι σαν νιότη. Φευγαλέα τα μάτια του πέφτουν πάνω στα γερασμένα δάχτυλα του. Πολύ αργά για να κάνει πίσω, πολύ αργά για να μετανιώσει, θα συνεχίσει να ψάχνει. Στο τζάκι, ένας τελευταίος κορμός τραγουδάει. Λατινικά και αρχαία ελληνικά στροβιλίζονται και φτιάχνουν ανίερα ποιήματα χωρίς νόημα, κάποτε ζωγράφισε έναν πίνακα για μία όμορφη κοπέλα, ξεχνάει το όνομα της τώρα. Ξεχνάει και το δικό του ο γέρος. Κάθεται προς τα πίσω, να τεντώσει λίγο τον λαιμό του που απόψε τον ενοχλεί πολύ. Κοιτάζει τον κορμό που λαμπυρίζει και εκεί μες την φωτιά είναι κάτι.

Έφυγε από το σπίτι του στα δεκαοχτώ και ανέβηκε σε ένα καράβι. Κυνηγημένος γεννήθηκε, σαν όλους τους ναυτικούς. Στα τριάντα ένα του, μείνανε για έναν μήνα σε ένα από τα νησάκια της Μάλτας. Σε κάποιον απογευματινό του περίπατο, πατάει πάνω σε ένα βράχο και κοιτάζει κάτω. Ένας μικρός όρμος από λευκή αμμουδιά και ζαφειρένιο νερό. Κατέβηκε, έβγαλε όλα του τα ρούχα και ξάπλωσε στην άμμο. Μπήκε στη θάλασσα όταν ο ήλιος τον έκαψε αρκετά, μετά ξαναστέγνωσε πάνω στο λευκό χαλί. Τώρα ο ήλιος έχει βυθιστεί σχεδόν ολόκληρος στο νερό και αυτός, είναι ο μόνος άνθρωπος πάνω στον πλανήτη. Δεν κρυώνει καθόλου. Φέρνει τα γόνατα στο στήθος, ανάβει τσιγάρο, κοιτάει το σημείο που τα μικρά κύματα γλείφουν ερωτικά. Εκεί στην άμμο είναι κάτι.

Ήτανε ποιητής κάποτε, όχι, όχι, δεν έχει σημασία τώρα αυτό, άλλο, άλλο. Πέρασε ο πόλεμος πάνω από τα κορμιά τους, πάνω από τα πρόσωπα των δικών του, τον ρούφηξε και αυτόν στο πέρασμα του, του δώσανε όπλο και ένα αίσθημα υπερηφάνειας και τον στείλανε σε μια τρύπα στη γη, να πυροβολεί στο σκοτάδι με άλλους γύρω του. Τι άντρας έγινε, πώς μεγάλωσε έτσι, η μάνα του θα 'ταν ευτυχισμένη τώρα, να τον έβλεπε. Αυτός, ένα παιδαρέλι με κόκαλα που πάντοτε πετάγανε, "σκελετάρχη" τον πειράζανε οι λοιποί της συμμορίας και αυτόν δεν τον ένοιαζε. Δίπλα του κάποιος βαριανασαίνει τρομαγμένα, σκέφτεται και αυτός το παρελθόν το δίχως άλλο, οι μούρες τους κολλημένες στο ανάχωμα, βαριανασαίνουν οι δύο τους δίπλα δίπλα. Έφοδο κάποιος φωνάζει και ορμάνε όλοι μαζί στο σκοτάδι, θυμάται κάποτε έπαιξε έτσι στα ψεύτικα τον πόλεμο και ήταν ακριβώς το ίδιο, το όπλο του μονάχα ήταν από ξύλο. Μήπως είναι εκεί τώρα και παίζει, γύρισαν πίσω οι δείκτες και τον έκαναν παιδί, ποιητής ήτανε κάποτε. Κάτι τον δαγκώνει στο στήθος και τα πόδια του τον παρατάνε μονάχο, στο σκοτάδι, άποδο ον, έλα μέσα φωνάζει η μάνα του, βράδιασε βρε μούργο. Έρχομαι, έρχομαι, τι είναι αυτή η λίμνη γύρω μου, το αίμα μου είναι μάνα, χτύπησα. Ήτανε κάποτε ποιητής και τώρα κοιτάζει τα αστέρια που καθρεφτίζονται μέσα στη λίμνη που είναι γύρω του, κρυώνω μάνα. Κοιτάζει το αίμα του να γίνεται ουρανός που απλώνει και εκεί, ανάμεσα στα αστέρια, είναι κάτι.

Είναι μικροί, τα έφηβα κορμιά τους αμάθητα στο πώς να κλειδώσουν, χαζογελάνε ανάμεσα στα φιλιά. Οι γονείς λείπουν, έχουνε πιει και έχουν μεθύσει οι δύο νέοι. Είναι καλοκαίρι και η κουρτίνα του δωματίου είναι μια λάμια, χορεύει στους ρυθμούς τυμπάνων ιερών και καλεί τη νύχτα να χωθεί στη πιο μικρή γωνιά. Μυρίζει ο αέρας χώμα, μυρίζει το δωμάτιο ιδρώτα. Τώρα δεν γελάνε. Μπαίνει μέσα της και ξάφνου βλέπει κάτι αυτοκόλλητα πάνω στη ντουλάπα του, αγορίστικα αμάξια και συνθήματα με μαρκαδόρο. Θα τα σβήσει όλα, θα τα πετάξει τα αυτοκόλλητα, τώρα εκείνη του κρατάει το πρόσωπο ακίνητο, καρφώνει το βλέμμα της μέσα στο δικό του και δεν χρειάζεται να μιλήσει. Η κοπέλα δακρύζει. Μέσα στο στήθος του είναι ένας ήλιος τώρα, μέσα στο κεφάλι του ένα λιβάδι. Συναντάει τη ματιά της και κάπου μες τις ίριδες της, κάτι λαμπυρίζει.

Είναι βράδυ.
Μπροστά σε ένα υπολογιστή, ένα στριφτό ανάμεσα στα δάχτυλα, ένα ποτήρι παραδίπλα. Τα αυτιά του βουίζουν από τη μέρα. Πρέπει να ξυριστεί. Γράφει χωρίς να σκέφτεται, γράφει συνέχεια και δεν διαβάζει αυτά που γράφει γιατί θα τα σβήσει όλα, θα θυμώσει πάλι και θα γίνει στουπί στο μεθύσι και θα κάνει να ξαναγράψει πολύ καιρό. Βάζει την τελευταία τελεία τώρα. Τρέμει, θα ανοιγοκλείσει τα μάτια του και το κείμενο θα χαθεί, θα γίνει ξυραφάκια μικρά και θα χωθεί όλο μέσα στο σώμα του, να το ξεράσει θέλει, να μην το θυμάται. Το ποτήρι άδειασε και σηκώνεται

να βάλει άλλο ένα κούτσουρο στη φωτιά. Θα τα αφήσει τα πειράματα, δεν του μείνανε πολλά χρόνια του γέρου. Το βρήκε το μυστικό από αλλού τώρα, να στεγνώσουν τα γυάλινα δοχεία, δεν τον νοιάζει. Γονατίζει

και κοιτάζει προσεκτικότερα την άμμο, τα κύματα δεν γράψανε τίποτα, τουλάχιστον όχι κάτι που να φαίνεται. Αλλά αυτός μυρίζεται μια αλήθεια, σηκώνει ένα πετραδάκι και το πετάει στο νερό. Χάνεται η πέτρα μέσα στην πορφύρα που είναι η θάλασσα αυτήν την ώρα, αφήνει ρυτίδες πάνω στην επιφάνεια του νερού, ομόκεντροι κύκλοι. Βάζει

το δάχτυλο του στον ουρανό και γράφει με κόκκινα γράμματα στον αέρα. Είναι ποιητής ξανά και αυτή, η ελεγεία του, το αριστούργημα του. Θα κλάψει για τελευταία φορά. Θα

αγκαλιάσει το σώμα της και θα κρύψει το πρόσωπο του στον λαιμό της. Τα δέρματα τους θα ενωθούν, οι τρίχες θα πλεχτούν και θα τους χωρίσει μόνο ο χρόνος αλλά και αυτός, δεν θα τους χωρίσει, θα είναι οι πρώτοι αυτοί που θα νικήσουν.

Κάτι ήθελε να πει, το ποτήρι του άδειασε. Μιλάει στον εαυτό του τώρα, μονολογεί αλλά τον πιάνει το παράπονο, ούτε σε εκείνον δεν έχει λέξεις να το πει. Κοιτάει πίσω του τον υπολογιστή.

Πάνω στα βρώμικα πλήκτρα, κάτι σχηματίζεται.

ΑΝΟΙΞΗ, ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ


Αυτές τις περίεργες μέρες που πεθαίνει ο χειμώνας, ξέρεις ποιες λέω, αυτές που βρέχει αλλά κάνει και ζέστη ταυτόχρονα. Αυτές τις μέρες, του άρεσε να πηγαίνει στη Πλάκα για καφεδάκι, με ένα βιβλίο στο χέρι. Συνήθως διάλεγε τα μαγαζιά που είναι ψηλά, κοντά στην Ακρόπολη για να έχει και ωραία θέα, να χάνεται. Δεν ήθελε παρέα, ήθελε μόνος του να πηγαίνει. Να περπατάει με την ομπρέλα του στα σοκάκια, να τον ακολουθούν βρεγμένα, παιχνιδιάρικα σκυλιά που βρωμάνε από την βροχή αλλά δεν τα νοιάζει τα άτιμα, αυτά κουνάνε την ουρά τους. Τα καλντερίμια να γλιστράνε, οι μαγαζάτορες να κάθονται στις πόρτες των καταστημάτων κατσουφιασμένοι και να κοιτάνε τον ουρανό και να καπνίζουν.

Μια βρώμικη πόλη που καλοδέχεται την άνοιξη. Μελαγχολικά χαρούμενη.

Κάθισε σε ένα τραπεζάκι και παρήγγειλε νες, γλυκό με γάλα. Έβγαλε τον καπνό του να στρίψει ένα τσιγάρο και τότε είδε την κοπελιά που καθόταν δύο τραπέζια παραδίπλα, είχε το κεφάλι της σκυφτό και έκλαιγε, μπροστά της ένας χυμός και ένα βιβλίο. Οι δύο τους ήταν οι μόνοι πελάτες στο βροχερό καφενεδάκι με την όμορφη θέα.
Ένιωσε περίεργα. Να της μιλήσει; Να την αφήσει ήσυχη;
Σήκωσε λίγο το κεφάλι της και είδε το πρόσωπο της. Όμορφη. Μαύρα μαλλιά, έντονα ζυγωματικά, λεπτή μυτούλα, κόκκινα μάτια από το κλάμα. Άναψε το τσιγάρο του και σκεφτόταν τι να κάνει, όταν μπήκε στο μαγαζί ένα κορίτσι με τριαντάφυλλα, πήγε κατευθείαν σε αυτόν. Τι είναι τώρα αυτό; Τύχη; Σύμπτωση; Αγόρασε ένα τριαντάφυλλο και είπε στο κορίτσι να φύγει, κλείνοντας το μάτι προς την μεριά της κοπέλας. Η μικρή κατάλαβε και έφυγε.

Σηκώθηκε και πλησίασε κρατώντας το τριαντάφυλλο.
"Για σένα" είπε προτείνοντας το λουλούδι. Σοκαρισμένη τον κοιτάει με τα κλαμένα της μάτια και στο βλέμμα που ανταλλάζουν υπάρχουν θεοί κρυμμένοι.

"Τι είναι αυτό;"
"Δεν είχα χαρτομάντιλα" της λέει και τώρα εκείνη γελάει, γελάει με την καρδιά της, θεέ μου πώς γελάει.
Του λέει να καθίσει, ανταλλάσσουν ονόματα, θα ήθελε λίγη παρέα, συγγνώμη, πρέπει να έχω γίνει ρόμπα, όχι ρε δεν τρέχει, σιγά, απλά δεν μπορούσα να μην κάνω κάτι, αμηχανία, αμηχανία, βλέμμα στη θέα τώρα και οι δυο.
Ξεκλέβει μία ματιά και την παρατηρεί τώρα που αυτή κοιτάζει την Αθήνα. Στο αριστερό της μάγουλο, χαμηλά, μια μεγάλη μελανιά. Ωχ, άσχημη ιστορία πίσω από αυτή τη μελανιά θα κρύβεται και πώς να πλησιάσεις;

Από πολύ μακριά μπουμπουνητό, ο ουρανός νευριάζει. Σκέφτεται να σχολιάσει τον καιρό και δεν το κάνει. Κάνει υπομονή και ξεκινάει ύστερα από λίγο να μιλά από μόνη της, βάζει μία τούφα από τα μαλλιά της πίσω από το αυτί της.

"Έχουμε περίπου την ίδια ηλικία, σωστά; Είναι νωρίς λες, να έχουμε κουραστεί από τους ανθρώπους;"


"Ναι, νομίζω ότι είναι νωρίς"
Βουρκώνει πάλι, η μελανιά στο πρόσωπο της μιλάει πιο πολύ από ότι εκείνη.

"Βασικά, κοινότυπη ιστορία, με κεράτωσε, χωρίσαμε, αυτά"
Ένα δάκρυ τρέχει πάνω στη μπλαβιά σάρκα, πάνω στη πληγή, θέλει να της το κλέψει αυτό το δάκρυ, να το βάλει στο τσεπάκι του, να έχει να το πίνει το καλοκαίρι που δεν θα βρέχει, την ερωτεύεται και δεν μπορεί να κάνει τίποτα για αυτό. Νιώθει ιππότης, θέλει να πιάσει τον πούστη που την βάρεσε και να τον σακατέψει, να τον κάνει σκόνη, θέλει να την αγκαλιάσει, κάθεται εκεί και δεν κάνει τίποτα αλλά ιδρώνει λίγο, οι παλμοί του έχουν ανέβει, αρσενικό γίνεται και ξυπνάει η σπηλιά μέσα του, θέλει να προστατέψει τη γυναίκα, αυτόν τον άγγελο-

"Είναι άδικο" λέει τώρα εκείνη και τον κοιτάει στα μάτια. "Άδικο να δίνεσαι τόσο πολύ και να πονάς τόσο πολύ και-" σταματάει, δεν ξέρει τι να πει. Συνεχίζει να τον κοιτάει, κάτι περιμένει από εκείνον. Μία αλήθεια, κάτι.

"Δεν πιστεύω στην τύχη" λέει με βραχνή φωνή αυτός.
"Συγγνώμη;"
"Εννοώ, ότι αν δεν είχε γίνει αυτό, δεν θα ήσουνα τώρα εδώ και έτσι δεν θα σε γνώριζα"

Μα τι βλάκας είναι θεέ μου, πώς είναι δυνατόν να της την πέφτει σε τέτοια στιγμή, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, είναι η φύση του, τώρα θα τον στείλει και θα έχει και δίκιο, πόσο ζήτουλας να φάνηκε;

Εκείνη χαμογελάει. Δεν τον διώχνει, δεν αμύνεται, μία θηλυκή, πανέμορφη δύναμη, δεν μπορεί, πρέπει να την ρωτήσει.

"Αυτός στο έκανε αυτό;"
Της δείχνει τον μώλωπα. Εκείνη φέρνει το χέρι της στο σημάδι. Χαμογελάει ξανά, τι περίεργο.

"Όχι, όχι, είναι από το βιολί, παίζω βιολί" του λέει και γελάει.

Κάθονται εκεί ώρες πολλές, ξεχνάνε την μέρα, τους ξεχνάει και αυτή. Μιλάνε και δεν θέλουν να χωρίσουν, πάνε μαζί για φαγητό, μέσα σε ώρες μόνο τα μονοπάτια τους μπερδεύτηκαν, έγιναν κισσός και ανέβηκαν μπερδεμένα προς ένα φως μιας άνοιξης που ήρθε νωρίς.
Το σούρουπο τους βρίσκει μαζί.

Πριν χωρίσουν θέλει να βρει το θάρρος να της κρατήσει το χέρι.
Ντρέπεται λίγο, γιατί οι παλάμες του είναι ιδρωμένες.
Κάθονται σε ένα παγκάκι.
Δεν έχουν τίποτα άλλο να πούνε τώρα.

Γυρίζει και τον κοιτάζει.

Αυτό το βλέμμα είναι η πνοή με την οποία φτιάχτηκε ο κόσμος....

Friday, March 28, 2008

ΚΡΑΣΑΡΙΣΜΑ


Στέκεται στη μέση της κουζίνας σαν χαμένο παιδί σε αγορά. Απόγευμα είναι, το φως του ήλιου κάνει τα μόρια της σκόνης στο σπίτι να παίρνουν φωτιά και να χορεύουν μανιασμένα. Στο δεξί του χέρι ένα μαχαίρι. Αιώνες πριν ξεκίνησε να κόβει μία σαλάτα, τώρα το μαχαίρι βρεγμένο στάζει νερό στο πάτωμα, γιατί το κρατάει, γιατί στέκεται εκεί;
Προχωράει λίγο, βγαίνει από την κουζίνα και κοιτάει την εξώπορτα. Το κλειδί είναι γυρισμένο, η αλυσίδα ασφαλείας περασμένη στη θέση της. Το σπίτι είναι ήσυχο, κάποιος του μίλησε ή του φάνηκε; Κρατάει την ανάσα του για να ακούσει καλύτερα. Ησυχία. Ένας πίνακας στο σαλόνι είναι λίγο στραβός, πρέπει να θυμηθεί να τον ισιώσει.
Διάδρομος.
Σκιά ήρεμη. Σε λίγο θα χρειαστεί να ανάψει τα φώτα στο σπίτι.

Χωρίς να καταλάβει πώς, φτάνει στο δωμάτιο του, είναι σκοτεινό. Χωρίς να καταλάβει πώς, πέρασαν τα χρόνια και μένει σε ένα άδειο σπίτι, κόβει σαλάτες και τις τρώει μόνος του, περιφέρεται στα δωμάτια και ψάχνει-
-κάτι.
Ξαπλώνει στο κρεβάτι με τα ρούχα, αγκαλιά με το μαχαίρι. Με την άκρη του ματιού βλέπει ένα σώμα ξαπλωμένο δίπλα του. Γυρνάει να δει και βλέπει μόνο τα σκεπάσματα. Σκοτεινιάζει γρήγορα, πόση ώρα κοιμάται;

Σηκώνεται και πάει μπροστά από τον καθρέφτη του μπάνιου. Κρατάει ακόμα το μαχαίρι.

Σε όλη την πολυκατοικία έχουν ανάψει φώτα στα παράθυρα εκτός από ένα διαμέρισμα. ...





Ώχου μωρέ, θα τα ανάψει μετά. Τώρα απλά περνάει μία κρίση.

Thursday, March 27, 2008

ΟΙ ΜΠΛΕ ΑΝΤΑΥΓΕΙΕΣ


Μπλε ανταύγεια πάνω σε καθρέφτη.
Δεν είναι καθρέφτης, είναι νερό και εγώ είμαι ανάποδα και κοιτάω την επιφάνεια, ο ουρανός με κοροϊδεύει από πάνω ψηλά.
Λευκές φλέβες άμμου απλώνονται από κάτω μου. Το νερό είναι ζεστό, νιώθω υπέροχα. Κολυμπάω και δεν είναι θάλασσα γύρω μου, είναι άλλοι που κολυμπάνε και αυτοί. Όλοι χαμογελάνε. Ψυχές. Όλοι γνωριζόμαστε και όλοι περιμένουμε.

Να βγούμε στην επιφάνεια που περιμένει ο αέρας.
Και εγώ βγήκα στην επιφάνεια.

Και μεγάλωσα και ξέχασα το νερό που ήτανε κάποτε η ζωή μου.
Δεν μου θυμίζει τίποτα πια η μπλε ανταύγεια.
Ξέχασα και τους άλλους που κάποτε μαζί τους, κολύμπησα σαν ένα.

Μεγάλωσα και τόλμησα να βρω το θράσος να θεωρήσω πως αυτό που ζούμε τώρα είναι κάτι τελείως διαφορετικό από εκείνη την εποχή στη θάλασσα.

Αλλά δεν είναι ρε.
Ήρθαμε από το Νερό.
Τώρα είμαστε Γη.
Μετά θα γίνουμε Φωτιά.
Και τέλος Αέρας.
Θα μπλεχτούμε σε ΜΙΑ πνοή ανέμου και θα γελάμε ζωές και μυστικά, τα χέρια σου θα είναι τα μάτια μου, η καρδιά σου το μαξιλάρι μου, τα δάκρυα σου το νανούρισμα μου. Θα φυσήξουμε τις ψυχές μας σε άλλους κόσμους.

Πάλι μετά από λίγο

μαζί

τις μπλε ανταύγειες θα μετράμε στην επιφάνεια και ο ήλιος θα μας κοροϊδεύει από ψηλά.

Wednesday, March 26, 2008

OPERA


Συντρίμμια ενός αισιόδοξου μυαλού, ξεβγαλμένα σε παραλία άδεια από κόσμο, είναι χειμώνας, φυσάει και οι γλάροι κοιμούνται σε βράχια κουρνιασμένοι.

Του άρεσε τόσο πολύ η όπερα. Ένα περίεργο πράγμα όμως, δεν θυμόταν ποτέ τα ονόματα από τις όπερες που παρακολουθούσε. Πήγαινε από νωρίς και έβγαζε εισιτήριο για τις παραστάσεις. Έπαιρνε εφημερίδα και καθόταν σε ένα μικρό καφενεδάκι μέχρι να έρθει η ώρα. Με το κοστούμι του, το καπέλο του το μαύρο, ένας κύριος σωστός.

"Ένα σκέτο ελληνικό διπλό"

Βράδιαζε. Τα φώτα στη πόλη άναβαν και το κτίριο της όπερας γινόταν μία παριζιάνικη πανδαισία, μία καρτ ποστάλ. Του άρεσε να βλέπει τα φώτα, τον κόσμο που μαζευόταν απ' έξω, άνθρωποι πολλοί, αρώματα και καλά ντυσίματα, χαρούμενοι ψίθυροι και επιτηδευμένα βλέμματα. Σιγά σιγά για την είσοδο και μετά στη θέση του. Έδινε κάτι παραπάνω στις ταξιθέτριες και του άρεσε που του χαμογελούσαν.
Μετά ξεκίναγε το θέαμα.
Είσαι εδώ;
Βλέπεις;

Η μεγάλη κόκκινη αυλαία ανοίγει. Ησυχία. Μυρωδάτο σκοτάδι από βρεγμένα παλτά και ανάσες. Κανείς δεν κουνιέται, ευλάβεια. Ένα μικρό φως περιγράφει ένα αγγελικό πρόσωπο, μία κοπέλα ντυμένη στα άσπρα. Τραγουδάει και η φωνή της είναι βάλσαμο. Βιολιά αρχίζουν να ανασαίνουν και μαζί τους ξεφυσάει και ο κόσμος που κρατάει την ανάσα του.
Οι τρίχες στον σβέρκο του είναι μικρά μυρμήγκια.
Η κοπέλα τραγουδάει για τον έρωτα της, έναν πλούσιο ευγενή και αυτή μία παραδουλεύτρα, μόνη της, ζει την ανεκπλήρωτη τραγικότητα της. Χρώματα ανάβουν τριγύρω, το έργο προχωράει. Το πιάνο συνοδεύεται από κύμβαλα και τα βιολοντσέλα κάνουν έρωτα με τα πνευστά. Κοστούμια και υπέροχα σκηνικά, τελικά ο ευγενής ερωτεύεται και αυτός με την σειρά του την κοπέλα αλλά τους κρατάνε μακριά οι κοινωνικές τους διαφορές , ένας άξεστος αλήτης από ένα καπηλειό ερωτεύεται την μικρή και μαθαίνει για τον έρωτα της την ώρα που αυτή τον εξομολογείται στην φίλη της. Η παράνομη σχέση ανθίζει. Αυτός ετοιμάζεται να παντρευτεί μία πλούσια γυναίκα αλλά δεν την αγαπάει. Μαγική σκηνή σε ένα πάρκο με κερασιές. Έχουν κάνει τις κερασιές να μαδάνε καθώς οι δύο τους τραγουδάνε για το πόσο αγαπάνε ο ένας τον άλλον.
Τι συμβολικό, σκέφτεται. Αυτοί είναι ερωτευμένοι και γύρω τους όλα πεθαίνουν.
Με ένα φιλί τελειώνει αυτή η σκηνή. Ξέρει πως η ιστορία δεν θα έχει καλό τέλος αλλά αυτό είναι που τον τραβάει περισσότερο. Θέλει να είναι το τέλος τραγικό, να κλάψει όλο το θέατρο, να κλάψει και αυτός, το έχει ανάγκη. Στο έργο γίνεται πανηγύρι. Οι δύο ερωτευμένοι έχουν αποφασίσει να κλεφτούν την ώρα του πανηγυριού, ο γάμος του νεαρού γιορτάζεται. Ο άξεστος αλήτης ξέρει το σχέδιο τους και τους στριμώχνει κάπου απόμερα καθώς το σκάνε. Παλεύει με τον νεαρό και τον μαχαιρώνει. Το σκάει τρέχοντας.
Σκοτεινιάζει η σκηνή. Ένας προβολέας πέφτει πάνω στο τραγικό ζευγάρι, αυτός ξαπλωμένος κάτω, εκείνη να τον κρατάει στα χέρια της.
Το finale grandioso. Δεν κουνιέται άνθρωπος, ο αέρας μέσα στο θέατρο έχει γίνει νερό και όλοι οι ήχοι έχουν χαθεί, μόνο η φωνή των δύο ερωτευμένων. Κλαίνε τραγουδώντας και μαζί τους κλαίνε τα βιολιά. Μπορεί να αυτοκτονήσει και αυτή. Αχ, τι θα γίνει άραγε; Και τότε το έργο αλλάζει παντελώς, γίνεται ονειρικό, μα τι εύρημα!
Ένας άγγελος εμφανίζεται πίσω της, μόνο που αυτός έχει μαύρα φτερά και κρατάει ένα τεράστιο δρεπάνι. Έχουν κάνει καταπληκτική κατασκευή, ο τενόρος όντως κατεβαίνει από το ταβάνι και το δρεπάνι που κρατάει, πιάνει σχεδόν όλη τη σκηνή. Η κοπέλα απαρνιέται τον έρωτα και τραγουδάει τώρα στον μαύρο άγγελο. Του ζητάει να την κάνει γυναίκα του, για να αγαπάει για πάντα τον θάνατο και μόνο, α, τώρα έγινε κατανοητό: αυτός είναι ο θάνατος. Αυτός την παντρεύεται και δίνει χάρη στον νεαρό, α, άκου να δεις: κόλπο ήταν, η νεαρή το έκανε επίτηδες για να πάρει αυτήν ο θάνατος και όχι τον νεαρό, του το ζήτησε χάρη για τον γάμο τους.

Το στήθος του φουσκώνει, θα κλάψει τελικά. Για αυτό ήρθε.

Το έργο τελειώνει με έναν αποσβολωμένο νεαρό που κοιτάει την αγαπημένη του να πετάει μακριά, αγκαλιά με έναν μαύρο άγγελο. Το καλύτερο: ο νεαρός δεν ξέρει τι έχει συμβεί. Ποτέ δεν μαθαίνει για τη θυσία της κοπέλας. Γυρίζει πίσω στο πανηγύρι του γάμου του και η σκηνή σκοτεινιάζει.

Χειροκρότημα. Με το ένα χέρι πιάνει μερικά δάκρυα που έχουν ξεμείνει πάνω στα μάγουλα του. Κοιτάζει έναν- έναν τους τραγουδιστές που υποκλίνονται.

Γυρίζει σπίτι του εκείνο το βράδυ. Περπατάει μέσα στην νύχτα και φαντασιώνεται ότι είναι τραγουδιστής όπερας. Ανοίγει την πόρτα στο διαμέρισμα του. Ανάβει το φως. Βλέπει μπροστά την οπτασία. Μία κοπέλα με φτερά πεταλούδας, κάθεται στον καναπέ του και βλέπει τηλεόραση. Με το που μπαίνει αυτός, αυτή κλείνει την τηλεόραση και τρέχει πάνω του. Τον αγκαλιάζει και τον ρωτάει αν θέλει να του μαγειρέψει. Πρέπει όνειρο να είναι, επηρεασμένος από την όπερα τώρα βλέπει δικιά του φαντασίωση, μετά θυμάται. Όντως είναι παντρεμένος με μία νεράιδα. Ανοίγει το παράθυρο και ανεβαίνει σε ένα σύννεφο για να σκεφτεί καθώς από κάτω η πόλη μοιάζει ασήμαντη, οι δρόμοι είναι λιωμένη λάβα από φώτα, ο αέρας είναι κρύος. Σκέφτεται πως η ζωή είναι πολύ μικρή για να πηγαίνει μόνος στην όπερα και καθώς κοιτάζει γύρω του, συνειδητοποιεί που βρίσκεται. Δεν υπάρχει νεράιδα, αυτός αρχίζει να πέφτει. Μα φυσικά ονειρεύεται, τι τρελό!
Το έδαφος ανοίγει για να δεχθεί την πτώση του και αυτός πάει στην κόλαση. Αλλά δεν είναι η κόλαση που περίμενε.

Εκεί κάτω τον περιμένει ένα απόγευμα που έφτυσε στον τάφο του πατέρα του.
Εκεί κάτω είναι το χειρότερο ψέμα που είπε ποτέ και που τον γέρασε αυτό το ψέμα.
Εκεί κάτω βρίσκει τον εαυτό του όπως δεν τον αγάπησε ποτέ, μόνο του, να κλαίει, αγκαλιά με έναν τεράστιο βράχο. Ο βράχος λάμπει από κόκκινο αίμα, πάνω στο αίμα σέρνονται φίδια που το πίνουν. Κάθεται δίπλα στην αδερφή σκιά του και της εξομολογείται πως αυτός δεν ήταν να γεννηθεί, από λάθος ανέπνευσε. Λέει στον εαυτό του πόσο μόχθησε για να κάνει τα όνειρα του πραγματικότητα, αλλά τον πρόλαβε ο χρόνος. Ο εαυτός του γελάει στη μούρη του και αυτός θυμώνει, χάνει τον έλεγχο, σηκώνει μία πέτρα τώρα και σκοτώνει τον εαυτό του, αυτοκτονεί, τα φίδια ουρλιάζουν, νεκρά μένουν πάνω στο γλυστερό αίμα.

Γύρω φως τώρα. Λευκό.
Μία αίσθηση σαν να γεννιέσαι, σαν αγκαλιά της κοπέλας σου μετά από τους σπασμούς του οργασμού. Ασφάλεια.
Γλύτωσε;
Σώθηκε;
Ή μήπως ονειρεύεται ακόμα;

Αυλαία.
Χειροκρότημα.

"Ένα σκέτο ελληνικό διπλό"

Τι μεγαλειώδες όνειρο, πρέπει να το γράψει.
Δεν έχει βραδιάσει ακόμα.
Ανοίγει την εφημερίδα του.

Του αρέσει η όπερα.
Καμιά φορά, σκέφτεται πως το χειροκρότημα στο τέλος, είναι για αυτόν.


Στην deadend mind.

Saturday, March 15, 2008

ΦΥΓΗ


Κλαδιά χτυπάνε στο πρόσωπο του καθώς τρέχει μανιασμένα. Το χώμα είναι νωπό από βροχή, δάκρυα θεών που τώρα του έχουνε γυρίσει την πλάτη αν ποτέ υπήρξαν. Η μυρωδιά του δάσους είναι η αυγή του σύμπαντος. Μικρές σταγόνες τινάζονται βίαια καθώς αυτός σκουντάει τα κλαδιά από τα οποία κρέμονται, αιωρούνται για μία στιγμή και μετά βουτάνε ελεύθερες, παρθενικό και τελευταίο ταξίδι μαζί, σταγόνες που πέφτουν στο χώμα.
Νωχελική ομίχλη σέρνεται σε μερικά μέρη- άλλα τα αφήνει ακάλυπτα- ένα σύννεφο που έχασε τον δρόμο του και κρύφτηκε στα δέντρα. Τρέχει μέσα της και την ταράζει, πλοκάμια σηκώνονται να τον αρπάξουν αλλά αυτός έχει περάσει ήδη. Τα μαλλιά του κολλάνε στο πρόσωπο του, από τη μέση και πάνω γυμνός, ξυπόλητος, φοράει μόνο ένα σκισμένο γκρίζο παντελόνι. Το στήθος του πονάει αλλά τρέχει.

Δεν κοιτάει πίσω και αυτό τον βοηθάει να νιώθει ελεύθερος.

Τα δέντρα σχεδόν αγκαλιάζονται, το φως του ήλιου που μόλις ξυπνάει ίσα που διαπερνάει το πράσινο τείχος, κίτρινα δόρατα που σκίζουν τη μπλε μαρμαρυγή κάτω από τον θόλο των κλαδιών.
Τώρα πηδάει πάνω από μία ρίζα. Το έδαφος κατηφορίζει λίγο, επιτάχυνση. Πιάνεται από έναν κορμό για να στρίψει, σκύβει να αποφύγει, γελάει και ιδρώνει. Αμυχές πάνω στο σώμα του αφήνει το δάσος, τελετουργικά σημάδια μίας μύησης αναγκαίας. Τα πόδια του πάνω στη γη είναι τύμπανα ρυθμικά αλλά ξάφνου δεν είναι μόνος. Πίσω του ακούει και άλλα πόδια μικρότερα να τρέχουν, κάποιο τετράποδο περνάει πάνω από ξεραμένα φύλλα, σπάει κλαδάκια, αυτός δεν κοιτάει, μόνο τρέχει. Μία κουκουβάγια που ξέμεινε να δει και αυτή το ξημέρωμα, τον βλέπει να περνάει από κάτω της. Φωνάζει με την φωνή της και τον χαιρετά. Μιλάει με τους γειτόνους της, δείτε τον πως τρέχει τον άνθρωπο αυτόν, ξυπνάνε κι άλλα ζώα τώρα και τον παρατηρούν.

Σταματάει απότομα. Λίγα εκατοστά από το πρόσωπο του ένας ιστός. Στο κέντρο του μία αράχνη μικρή, καλλιτέχνιδα εφήμερων πλεκτών. Στρίβει λαχανιασμένος και συνεχίζει να τρέχει.

Τα δέντρα μπροστά ανοίγουν, ανοίγει και η μέρα το άπλωμα της, ο ήλιος δυναμώνει. Επιταχύνει.
Βγαίνει από το δάσος σε ένα ύψωμα, ένα δόντι γης πάνω από έναν απύθμενο γκρεμό. Τριγύρω το μπλε του ουρανού, χαμηλά τα σύννεφα κρύβουν το έδαφος. Τρέχει προς την άκρη μανιασμένος. Γελάει.
Δέκα μέτρα.
Πέντε μέτρα.
Βαθιά ανάσα.

"Θα κατεβείτε κύριε;"

Η πόρτα του μετρό ανοίγει και αυτός χάνεται σε ένα δάσος από ανθρώπους.

Ακόμα κρατάει την ανάσα του.

Wednesday, March 05, 2008

ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΜΙΑΣ ΣΤΙΓΜΗΣ

"Η πτώση των καταραμένων"
Ρουμπενς

Νυστέρι για βαθύ κόψιμο.
Παρακαλώ φορέστε τη μάσκα σας και προχωρήστε.
Adagio for strings.
Βρεγμένο πρωινό. Άσπρα χρώματα.

Για κάποιο λόγο το ρολόι δείχνει έντεκα. Κανονικά δεν θα έπρεπε να υπάρχει χρόνος, να μην τον μετράμε. Να μην τρέχουμε να του ξεφύγουμε. Κάποιος φυσικός είπε ότι ο χρόνος δεν υπάρχει, τρελός ήτανε μα τι ωραία φαντασίωση. Τα καθίσματα είναι πλαστικά, λες και οι αίθουσες αναμονής δεν πρέπει να έχουνε πολυτέλεια. Και όμως, τα πιο μεγαλειώδη συναισθήματα, σε αίθουσες αναμονής τα βιώνουμε. Σκέψου το.
Σε αεροδρόμια, όταν περιμένεις την αγαπημένη σου μετά από πολύ καιρό. Βάζεις τα κλάματα όταν την βλέπεις. Κλαις και όταν την αποχαιρετάς.
Σε νοσοκομεία. Όταν περιμένεις το παιδί σου να γεννηθεί.
Στην εντατική. Όταν είναι μέσα ο άνθρωπος σου και περιμένεις τον γιατρό να σου πει τα νέα.
Μεγαλεία. Πολυθρόνες θα έπρεπε να έχουν οι αίθουσες αναμονής, κόκκινα παχιά χαλιά και κρυστάλλινα μπουκάλια με λικέρ. Και τζάκι. Και πολυέλαιο.
Γύρω μου, άνθρωποι. Άσπρες σκιές, ρε δεν μπορώ να περιγράψω το στομάχι μου.

ΤΟ ΣΤΟΜΑΧΙ ΜΟΥ
Ένα κέντρο ζωής, είναι μια καρδιά που αναπνέει τώρα, ενώ κάθομαι σε πλαστική καρέκλα, είναι ένας κόμπος προσμονής, ένα αγκάθι που κατάπια σε ένα παραμύθι, θα το ξεράσω και θα γεννηθεί ένα θηρίο, θα με φάει, το στομάχι μου. Ένα μαύρο κάρβουνο είναι που το φυσάει ο Θεός και αυτό κοκκινίζει, απειλεί να ανάψει. Με κάθε μου ανάσα.

Το πάτωμα είναι πλακάκι φτηνό, γιατί κοιτάω το πάτωμα τώρα; Έχει κάτι λεκέδες, δεν φεύγουνε σίγουρα, άραγε δοκιμάσανε σόδα; Από δεξιά μου μυρίζω κολόνια φτηνή. Ένας τσιγγάνος κάθεται μόνος του και αυτό είναι περίεργο, αυτοί συνήθως πάνε δέκα δέκα. Αλλά αυτός είναι μόνος του. Φοράει ένα κίτρινο πουκάμισο και το πρόσωπο του δείχνει άνθρωπο που έχει ζήσει. Έχει γελάσει πολύ αυτός και έχει τραγουδήσει αλλά τώρα δεν τραγουδάει, κάθεται σιωπηλός με το κεφάλι σκυφτό. Τι περίεργο.
Κολόνια φτηνή, οινόπνευμα τριγύρω, μυρίζει παντού οινόπνευμα και καθαριστικά, μια στείρα μυρωδιά, θα προτιμούσα να μύριζα αίμα και σκατά, να νιώθω ζωή όχι αποστείρωση. Κάτι μου λέει πως έτσι μυρίζει ο θάνατος αλλά σταματάω να σκέφτομαι έτσι γιατί μαλακίζομαι, ξεκόλλα.
Το ρολόι ακόμα δείχνει έντεκα.

Περνάει μια νοσοκόμα και με κοιτάει. Μου χαμογελάει και θέλω να την αγκαλιάσω, να κλάψω στον ώμο της, να την παντρευτώ και να ζήσουμε μαζί, μετά να χωρίσουμε και να την φωνάζω με το μικρό της και τα Χριστούγεννα να πίνουμε ένα ποτηράκι μαζί και να θυμόμαστε το ρολόι που έδειχνε έντεκα και που από κάτω του γνωριστήκαμε, ωπ, χάθηκα τελείως μιλάμε, μα που κολλάει η νοσοκόμα, πώς να τη λένε; Ωραίο ναι, έτσι να χαθώ λίγο.

Σκέφτομαι τώρα, πώς θα είναι να λέω ανέκδοτα. Θυμάμαι ένα καλό, με τον κουτσό και χαμογελάω. Αμέσως νιώθω ενοχή να μου χαϊδεύει το διαμαντένιο στομάχι μου, αυτό που ανέφερα. Αμέσως με μισώ γιατί δεν μπορώ να ζήσω έτσι και ταυτόχρονα με μισώ που με μισώ και γίνομαι πιο σκατά. Αυτό με ρίχνει. Στο σκατά που ήμουνα πριν έχει προστεθεί και αυτό τώρα και γίνομαι χειρότερα. Αμέσως με πιάνει δέος για το πόσα πολλά μπορώ να αισθάνομαι μαζί. Οι παλάμες μου έχουν ιδρώσει. Θεέ μου, μην μου δώσεις όσα αντέχω.

Δύο γιατροί περνάνε και δεν μου δίνουν την παραμικρή σημασία. Με πιάνει ένα παράπονο γιατί αυτοί μπορούν να βοηθήσουν, τι καθίκια που είναι, να πάνε να γαμηθούν και αμέσως ντροπή ρε, γίνεσαι σαν μικροαστική κυράτσα που κράζει στα παράθυρα, την δουλειά τους κάνουν οι άνθρωποι, ολόκληρο λειτούργημα, ώχου βαρέθηκα και παρατάω τους γιατρούς. Φύγανε. Έξω είναι μέρα αλλά δεν ξέρω τι ώρα.
Κοιτάζω το ρολόι. Ένα πλαστικό, μεγάλο, στρογγυλό, φτηνιάρικο ρολόι. Έντεκα λέει.

Έχω μπει σε λούπα, ξεκόλλα ρε μαλάκα με το ρολόι, περνάει μία κυρία τώρα και κρατάει ένα κοριτσάκι από το χέρι, επισκέπτες μάλλον. Το κοριτσάκι με κοιτάζει καθώς περνάει και βλέπω το εξής στο προσωπάκι της: έχει την φάτσα της ανακάλυψης, του πρωτόγνωρου. Μόλις περνάει συνειδητοποιώ γιατί. Βλέπει πρώτη φορά μία έκφραση σαν τη δική μου. Δεν έχει γνωρίσει ακόμα την απόγνωση.

Ένας συναγερμός από αμάξι βαράει κάπου μακριά και κάποιος τον κλείνει. Θέλω τόσο πολύ να καπνίσω αλλά δεν τολμάω να κουνηθώ. Περιμένω εδώ, στη πλαστική καρέκλα και ξέρω πως αυτό που θα ακούσω μπορεί να μου αλλάξει τη ζωή, ορίστε το μεγαλείο, τι συναίσθημα και αυτό. Να ξέρεις πως η επόμενη στιγμή μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή και να συνεχίζεις γιατί δεν έχεις επιλογή. Γιατί υπάρχει χρόνος και τον μετράμε.
Ο τσιγγάνος τώρα δίπλα μου, κρατάει το κεφάλι του και οι ώμοι του κουνιόνται. Τι κάνει, κλαίει; Ρόμπα θα γίνει. Άσε που άμα συνεχίσει θα με πάρουν και μένα. Σκάσε βλάκα, σκάσε γαμώτο.

Το κινητό μου σιωπηλό, δεν έχει πάρει κανένας, μα τι κάνουν κοιμούνται τα ζώα; Δεν ξέρουν πως είμαι εδώ, γιατί δεν παίρνουν, α, μα τι λέω ο βλάκας, κλειστό το έχω γιατί δεν πρέπει να τα έχεις ανοιχτά κοντά στην εντατική. Ηρεμία. Ξαναχαμογελάω. Ξανά ενοχή.

Ο κώλος μου έχει ιδρώσει λίγο και λέω να σηκωθώ αλλά άμα έρθει κανένας και μου πάρει τη θέση θα ξενερώσω, άσε που δεν με κρατάνε τα πόδια μου και πολύ. Μαλακισμένες πλαστικές καρέκλες. Σιγά σιγά, μπαίνω στη φάση της σιωπηλής ικεσίας, τώρα τα προσχήματα πέφτουν. Θεέ μου σε παρακαλώ και τα λοιπά. Λέω πως είναι μίζερο να προσεύχεσαι αλλά ξέρω πως τώρα η προσευχή είναι το μόνο που έχω και ξαφνικά δεν μπορώ να κοροϊδέψω τόσο εύκολα. Αυτοί που προσεύχονται, κάτι ξέρουν. Και ας μην πιστεύουν στον Θεό.

Α, που ΄σαι.
Κάποτε να αξιωθείς να πας Ολλανδία, να δεις τους Φλαμανδούς ζωγράφους από κοντά. Που τους λατρεύεις και που όλο λες να πας να τους δεις. Να δεις Ρούμπενς, να σε ρουφήξουνε τα χρώματα και να γίνεις λαδομπογιά, να χαθείς σε έναν ωκεανό από ουράνια τόξα και να μην ξαναγυρίσεις. Να μην ξαναγυρίσεις ίδιος. Να γυρίσεις πίσω και να πεις σε όλους να πάνε να δούνε Ρούμπενς. Ζωγραφική.

Τι δε θα 'δινα τώρα να είχα ένα μπλοκάκι και ένα κάρβουνο. Να ζωγραφίσω με κόκκινα και πράσινα και ας είναι το κάρβουνο μαύρο. Να γίνω Ρούμπενς. Μια μύγα έρχεται και κάθεται στο αριστερό μου χέρι. Που ήσουνα αγάπη μου εσύ; Από τα νεκροτομεία στο υπόγειο έρχεσαι; Ουστ! Γαμιόλα. Εξαφανίζεται. Κωλόφαρδη.
Γυρίζω το κεφάλι δεξιά.
Όχι ρε πούστη, μη κοιτάς, μη κοιτάς, άμα δε σε δει μπορεί και να μη σου μιλήσει. Σε εσένα έρχεται, αυτός ο λευκός ιππότης της Αποκάλυψης, με ρόμπα και γάντια και μάσκα, ένας μηδενιστής θεός θα σε εξαλείψει τώρα μικρούλη μου, τώρα θα δεις τι σημαίνει δύναμη και εξουσία, αχ, ξέρει ότι μπορεί να με εκμηδενίσει αυτός ο θεός και αν ναι, γιατί τα μάτια του δεν έχουν συμπόνοια; Ω, μεγάλε τοτέμ, λυπήσου με, ρε για χαλάρωσε, τσαμπουκά είσαι; Τώρα θα δεις.

Σηκώνομαι τσαμπουκαλεμένος. Κρατάω τη καρέκλα κοντά μου. Μπορεί να τη χρειαστώ. Με πλησιάζει και σταματάει, κατεβάζει τη μάσκα του και με κοιτάει. Δεν χρειάζεται να μου πει τίποτα ο πούστης, όλα είναι εκεί στα μάτια του. Θα τους ξεριζώσω αυτούς τους δύο καθρέφτες ρε γαμιόλη, ακούς, θα τους παγώσω και θα τους κρεμάσω στον τοίχο μου για λάφυρο, ξεμάτιασα έναν δαίμονα θα λέω, τα μάτια σου τα λένε όλα, ε βέβαια, έχεις εκπαιδευτεί σε αυτό, το θεατράκι σου, είναι η στιγμή σου τώρα, πόσες φορές το έχεις παίξει το κομμάτι; Ρε μήπως είναι ιδέα μου, ξεκόλλα ρε με την απαισιοδοξία, κάποιος είχε πει ότι η απαισιοδοξία είναι ο τρόπος του ανθρώπου να ξεπερνάει τα προβλήματα του, άκου τώρα.

Παίρνει ανάσα για να μιλήσει.
Βλέπω το στόμα του που ανοίγει, ο αέρας που χώνεται μέσα με παρασέρνει και μένα, είναι μια θύελλα και με ρουφάει σαν τη Ντόροθυ στο Κάνσας, χάνομαι μέσα στο στόμα του και καταλήγω στον πνεύμονα του, εκεί θα κουρνιάσω και θα κρυφτώ, μέσα στον πνεύμονα του γιατρού και δε θα με βρει κανένας, έτσι θα ζω, μέσα στον γιατρό.

Στην περιφερειακή μου όραση είναι το ρολόι. Έντεκα λέει ακόμα.
Ο γιατρός μιλάει και λέει πράγματα σημαντικά, από αυτά που αλλάζουν ζωές.
Δεν τον ακούω όμως.
Μες το κεφάλι μου παίζει κασέτα τώρα. Και δεν λέει να σταματήσει.

ΘεεμουΘεεμουΘεεμουΘεεμουΘεεμουΘεεμουΘεεμουΘεεμουΘεεμουΘεεμουΘεεμουΘεεμουΘεεμου

Tuesday, March 04, 2008

BLACK


photo by Egggod

Αρρωστημένος αέρας από το σπασμένο παράθυρο. Ερείπιο, το σπίτι, παλιό, ένα στοιχειωμένο κουφάρι σε έναν μοναχικό δρόμο στο Θησείο. Πώς είναι μοναχικοί οι δρόμοι; Οι δρόμοι είναι δρόμοι, δεν νιώθουν. Αυτός ο δρόμος είναι μοναχικός όμως. Και ο αέρας είναι αρρωστημένος, αυτός που μπαίνει από το κατεστραμμένο παράθυρο και του χαϊδεύει τα ιδρωμένα μάγουλα. Η πλάτη του ακουμπάει στον τοίχο, τα πόδια του απλωμένα μπροστά, δεν τα νιώθει, τα χέρια του πάνω στα μπούτια του, νεκρά, ακίνητα. Τα κοιτάει. Κοιτάει το παράθυρο. Κοιτάζει απέναντι του, τον Μήτσο. Κάθεται και αυτός στο βρώμικο πάτωμα, ακριβώς στην ίδια θέση. Έχει να κουνηθεί καμιά ώρα τώρα. Η σύριγγα είναι ακόμα στο χέρι του, η ζώνη έχει κυλήσει και έχει σταθεί στον αγκώνα του. Τα μάτια του είναι ανοιχτά αλλά δεν βλέπουν.

Είναι μεσημέρι, κατσαρίδες τρέχουν ανάμεσα στα σκουπίδια που υπάρχουν στο δωμάτιο. Ένα πανάθλιο στρώμα με ξεραμένα χύσια, καπότες τριγύρω, κουτάκια και σπασμένα τούβλα, σύριγγες, σύριγγες, κάποιες δικές τους. Ένα κουτί από Goody's, golden πρέπει να είναι, από ζητιανιά στα Εξάρχεια αγοράστηκε στάνταρ. Οι τοίχοι είναι μαυρισμένοι, βρώμικοι, χυδαίοι, με μηνύματα και συνθήματα απάνω τους, ημερομηνίες από άλλα πρεζάκια και ζευγάρια και χαμένους. Άραγε να ζούνε τώρα αυτοί που κάποτε χαράξανε αυτά; Αναρωτιέται αλλά όχι για πολύ. Τα μάτια του κλείνουν. Τα κρατάει λίγο ακόμα ανοιχτά, να ξανακοιτάξει τον Μήτσο. Το πρόσωπο του είναι μπλε. Οι φλέβες έχουν πεταχτεί και έχουν ζωγραφίσει μακάβρια ποτάμια στην όψη του. Ασβέστης. Κάποιος νόθευσε το πράμα με ασβέστη. Ο Μήτσος ψήθηκε. Ο Μήτσος βάρεσε πρώτος.
Χαμογελάει κοιτάζοντας τον Μήτσο αλλά το χαμόγελο του δεν φαίνεται.
Έχει βαρέσει από το ίδιο πράμα.

Είναι μεσημέρι και φοράει μόνο μία βερμούδα, από πάνω τίποτα, πρέπει να είναι δέκα χρονών. Έχουνε βρει με τη συμμορία μία γάτα χτυπημένη στην άκρη του δρόμου. Το ζώο σκούζει, ενίοτε ουρλιάζει, σπασμένη ραχοκοκκαλιά. Το ένα μπροστινό ποδαράκι μόνο κουνιέται, γρατζουνάει υστερικά την άσφαλτο, που σκατά θα πάει, δεν μπορεί ούτε το κεφάλι να κουνήσει, αλήθεια το πόδι πώς κουνιέται, είναι αποτρόπαιο το θέαμα, απομακρύνονται χωρίς να συνεννοηθούν. Στα δέκα μέτρα σταματάει, σηκώνει μία πέτρα και την πετάει προς τη γάτα. Την πετυχαίνει στα πλευρά και το ζώο ουρλιάζει. Μετά σταματάει να βγάζει ήχους, είναι ακίνητο. Τι ήσυχο απόγευμα.
Τι ήσυχο απόγευμα τώρα που η γάτα σταμάτησε. Για κάνα χρόνο, ξυπνάει τα βράδια ουρλιάζοντας, η γάτα είναι στα όνειρα του.

Πρέπει να σηκωθεί, να ζητήσει βοήθεια, μαλάκα πεθαίνει, την πάτησε, τόσα χρόνια μαλακίας τον έφαγε τελικά, χαχα θέλει να γελάσει αλλά τώρα ένας πόνος έχει ξυπνήσει στο στήθος του. Τουλάχιστον να πάει μέχρι το παράθυρο, να φωνάξει, το σπίτι βλέπει στον δρόμο τον μοναχικό αλλά όλο και κάποιος θα τον πάρει χαμπάρι, αρκεί να πάει μέχρι το παράθυρο. Το μυαλό του λειτουργεί, το σώμα δεν υπακούει. Ακούει αμάξια από μακριά, κάποιοι πηγαίνουν στις δουλειές τους, κάποιοι πηγαίνουν για καφέ. Πώς βρέθηκε αυτός ο εμετός πάνω στο στήθος του; Μήτσο μαλάκα, τι κάναμε ρε;

Πήγανε και κάτσανε σε μία οικοδομή, με ξύλα στα χέρια, αμίλητοι. Μες τις παιδικές τους τις ψυχούλες έχει ξυπνήσει η νόηση, ότι δεν είναι λέει όλα ρόδινα και παιχνίδια και χαβαλέ μόνο και πως κάπου λίγο πιο έξω από τον μικρόκοσμο τους, κρύβεται μακρύ σκοτάδι. Έλα ρε βλάκες μη μασάτε τους λέει αλλά δεν το πιστεύει γιατί έχει τρομάξει και αυτός. Σε λίγο βγαίνουν οι μανάδες στα μπαλκόνια και τους φωνάζουν όλους μέσα. Μένει μόνος του. Σηκώνεται από τον τσιμεντόλιθο που έχει αράξει και ξαναγυρνάει στη γάτα. Έχει τρομάξει πολύ, δεν ξέρει τι κάνει αλλά πάει προς τα εκεί.

Κάποιοι έχουν σταθεί κάτω από το παράθυρο και μιλάνε, δύο άντρες, φιλαράκια πρέπει να είναι. Να φωνάξει, βοήθεια, αλλά είναι που τώρα νιώθει την γεύση αίματος στον λαιμό του και το στόμα του. Τα χρώματα έχουν πάρει φωτιά γύρω του, ο Μήτσος είναι μία μπλε λάμψη. Το αριστερό του πόδι τινάζεται από μόνο του, κατουριέται πάνω του και κλαίει χωρίς όμως να κουνάει το πρόσωπο του. Ένας άνθρωπος που ξέρει ότι χάνεται. Σιγά τα λάχανα.

Σε μία παραλία με την πρώτη του κοπέλα να πάει.
Σε ένα απόγευμα με το σκυλί του στο πάρκο να πάει.
Σε εκείνες τις διακοπές με τον Μήτσο, τότε που ήταν και οι δύο καθαροί να πάει.
Κάπου να πάει να κρυφτεί μέχρι να τελειώσει όλο αυτό, αλλά ο πόνος τον κρατάει εδώ, στο ερείπιο, στα κόπρανα του μέσα.

Γύρισε εκείνο το μεσημέρι και αγκάλιασε τη γάτα και έκλαψε. Το ζώο ήταν νεκρό από ώρα και αυτό του στοίχισε ακόμα περισσότερο. Ήθελε να το προλάβει, να μην είναι η πέτρα η τελευταία του προσφορά στο ζώο, να είναι η αγκαλιά. Δεν πρόλαβε, πήρε αγκαλιά τη νεκρή γάτα και έκλαψε και αν τον έβλεπε κανείς θα τον πέρναγε για τρελό αλλά αυτόν δεν τον νοιάζει, το ζώο είναι ζεστό ακόμα.

Τώρα το κεφάλι του δεν κουνιέται, τα μάτια του εστιάζουν στο αριστερό του χέρι, έχει πετάξει φλέβες παντού σαν τον Μήτσο.
Πώς σκατά το λένε αυτό; Επιφώτηση, Φανέρωση, όχι φανέρωση ρε μαλάκα, δεν υπάρχει αυτή η λέξη. Ένα τέτοιο του έρχεται τώρα.
Θέλει και αυτός μία αγκαλιά τώρα, από όποιον να 'ναι. Αυτό είναι ο κόσμος.
Ρε Μήτσο. Το βρήκα ρε. Μ' ακούς;

Συγγνώμη ρε γάτα. Γαμώ τη πουτάνα μου συγγνώμη.

Κατσαρίδες παντού τώρα, σούρουπο, ησυχία μες το δωμάτιο, στο έρημο σπίτι. Τον αρρωστημένο αέρα τον έφαγε η αρρώστια του και πέθανε. Φώτα ανάβουν στους δρόμους, κάποιοι φιλιούνται στη γωνία, αμάξια, σύννεφα, ζωή.

Αχ, δεν πρόλαβε, θα έγραφε βιβλίο αλλά και αυτό να μην έκανε, ένα σύνθημα θα το χάραζε στον τοίχο. Να το δει έστω και ένας.

Θα έγραφε...
"Μία αγκαλιά είμαστε όλοι ρε"

Ησυχία.
Μαύρο.