Monday, February 25, 2008

ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ


Δεν ξέρω αν έχεις πάει ποτέ στο αρχαιολογικό μουσείο στην Αθήνα. Έχει θαύματα εκεί μέσα. Αλήθεια.
Ειδικά αν πας μια μέρα που δεν έχει πολύ κόσμο, να σταθείς σε μία από τις αίθουσες, να κλείσεις τα μάτια σου. Θα ακούσεις ψιθύρους, τραγούδια. Οι σκαλισμένοι άνθρωποι μιλάνε. Έχουνε να πούνε πολλά, τα μάτια τους έχουν δει αιώνες να περνάνε. Αρκεί να είσαι ανοιχτός.
Να πιστεύεις στα παραμύθια.
-

Τον βρήκανε το 1923. Σε μια ανασκαφή, ήρθε στο φως μετά από αιώνες, ένα κομμάτι πέτρας σκαλισμένο από κάποιον χωρίς όνομα. Ήταν ένας σάτυρος που κρατούσε μία φλογέρα, το ένα πόδι σηκωμένο σαν να χορεύει. Κακοσχηματισμένος, φθαρμένος από τον χρόνο, το ένα κερατάκι του σπασμένο. Πενήντα εκατοστά ύψος, από κέρατο σε οπλή. Τον είπανε "Ο άσχημος Παν".
Τον βάλανε σε μία βάση με μία ταμπελίτσα από κάτω. Εκεί έμεινε, εκεί ξεχάστηκε. Μάζεψε σκόνη, οι επισκέπτες δεν του ρίχνανε δεύτερη ματιά. Ήταν αλήθεια, ένα άσχημο πράγμα.
Και αγαπούσε παράφορα την Έχιδνα, δύο αίθουσες παραδίπλα.

"Όλα εντάξει" είπε ο Παράκελσος, η θεατρική μάσκα.
Τοποθετημένος σε ένα ψηλό σημείο στον τοίχο, ήταν ο τσιλιαδόρος τους. Τα μάτια τους - για να ξέρουν πότε ο φύλακας είχε φύγει. Και κάθε νύχτα, όλοι τους, περίμεναν αυτές τις δύο λέξεις με αγωνία, να ξεμουδιάσουν, να ζωντανέψουν.
"Όλα εντάξει" αντήχησε η στεντόρεια φωνή και το μουσείο ζωντάνεψε. Πέτρα που σέρνεται πάνω σε πέτρα, μεταλλικά μέλη τεντώνονται, πήλινα άλογα τρέχουν στο καλογυαλισμένο πάτωμα, μάσκες κουνάνε τα φρύδια τους να ξεπιαστούν, μαρμάρινες παραστάσεις ζωντανεύουν και κινούνται.
Σε μία γωνιά, μια πέτρινη κοπέλα αφήνει κάτω ένα αγγείο και τρίβει τον ώμο της. Το πρόσωπο της δεν έχει χαρακτηριστικά, τα χέρια της δεν έχουν δάχτυλα. Το όνομα της είναι Μεθιάνη αλλά κανείς δεν το ξέρει. Εκείνη δεν έχει στόμα για να το πει.
Πιο πέρα, ένας χάλκινος έφηβος παίζει με με έναν Έρωτα. Το φτερωτό μωρό πετάει ξέφρενα, περνάει τις καμάρες που χωρίζουν τις αίθουσες, ο έφηβος το κυνηγάει, τα πόδια του κάνουν θόρυβο πάνω στο ξύλο του πατώματος.
Α, να τώρα περνάει ο βασιλιάς τους, πολλοί τον λέγανε Ποσειδώνα αλλά είναι ο Δίας, σε όλο του το μεγαλείο, πανέμορφο χάλκινο σώμα, βαρύ. Περνάει και χαμογελάει σε όλους, πηγαίνει προς την Αφροδίτη στη αίθουσα Γ, κάθε βράδυ πάει εκεί και πιάνει κουβέντα μαζί της, μαζεύονται γύρω τους λιοντάρια και σφίγγες, σάτυροι και νύμφες, όλοι μαζί γελάνε και το γέλιο τους είναι γέλιο αιώνων.
Ο Πάνας υποκλίνεται στο πέρασμα του βασιλιά αλλά δεν τον ακολουθεί, αυτός έχει μάτια μόνο για την Έχιδνα.

Την Έχιδνα την βρήκανε μέσα σε μία σπηλιά, μέρος λατρευτικό μάλλον για την Ήρα αλλά πολλοί είπανε ότι το άγαλμα είχε φανερές αναφορές στην αιγυπτιακή θεά Ίσιδα. Μία πανέμορφη κοπέλα που ημίγυμνη, παίρνει το λουτρό της. Γύρω από τον λαιμό της, τυλιγμένο ένα μεγάλο φίδι, εξ ου και το όνομα της. Εξαιρετικό κομμάτι, μοναδική επίδειξη μαρμαρογλυπτικής, ο χρόνος στάθηκε πολύ ευγενικός μαζί της, έχουν διατηρηθεί και τα χρώματα με τα οποία την έβαψε ο καλλιτέχνης. Γαλάζιο του ουρανού και κόκκινο του αίματος.

Α, ναι. Η Έχιδνα ήταν μεγάλη ψωνάρα.

"Πάλι τα μούτρα σου θα φας" είπε ο Παράκελσος στον Πάνα καθώς ο μικρός σάτυρος περνούσε από κάτω του. Ο τραγοπόδαρος σταμάτησε και κοίταξε ψηλά.
"Σημασία δεν θα σου δώσει και θα 'ρθεις εδώ να κλαίγεσαι πάλι και δεν σε αντέχω όταν κλαψουρίζεις. Γιατί δεν πας να παίξεις με τις Ερινύες; Είναι εύκολες αυτές. Σήμερα θα είναι εκεί και ο Ελίσυππος, θα παίξει τη λύρα του, θα γίνει γλέντι. Άντε βρε καλό μου, κάθε βράδυ τα ίδια. Ξεπέρνα το πια, δεν σε θέλει."
Ο Πάνας κούνησε τα πόδια του αμήχανος, κοίταξε κάτω, έξυσε το χοντρό κεφάλι του.
"Εσύ φύλα τσίλιες και σκάσε" είπε με την τσουγκρανοφωνάρα του. "Την αγαπώ"

Έτσι μίλαγε ο Πάνας, χοντροκομμένα, λιτά. Και κάθε φορά που προσπαθούσε να πιάσει κουβέντα με την Έχιδνα, εκείνη τον αγνοούσε και τον κορόιδευε με τις φίλες της, τις μούσες, κάτι πήλινες γκόμενες από τον Όλυμπο.

Ο Παράκελσος σήκωσε τα φρύδια του και γύρισε τα μάτια του απαξιωτικά. Στάθηκε για λίγο ο Πάνας από κάτω, κάτι σκέφτηκε να προσθέσει, μετά κλώτσησε το πάτωμα με τις οπλές του και ξεκίνησε για την αίθουσα της Έχιδνας. Θα δούνε όλοι αυτοί που με χλευάζουν, σκέφτηκε. Πλησιάζοντας, άκουσε γέλια και φωνές χαρούμενες. Το γέλιο της. Μελωδία θεών. Ήταν εκεί, ανάμεσα σε ίππους και κοπέλες, έλεγε τα μυστικά της και έπαιρνε πόζες, να την θαυμάζουν όλοι. Πλησίασε, άξεστος, εκτός στιγμής, δεν τον νοιάζουν οι γύρω.

"Καλησπέρα Έχιδνα. Θες να πάμε βόλτα στα μινωικά, να δούμε τις τοιχογραφίες;"
Παύση. Τους έκοψε όλους απ' αυτό που κάνανε, τα γέλια σταματήσανε, κορδώνεται τώρα, δεν έχει πισωγύρισμα, θα τους δείξει, δεν φοβάται, μπορεί να είναι μικρός αλλά είναι θαρραλέος και αν του έλεγε ναι, θα πέταγε, θα γινότανε δύο μέτρα, πιο ψηλός και από τον Δία που είναι σε φυσικό μέγεθος.
Εκείνη τον κοιτάει τώρα και το βλέμμα της είναι φωτιά, είναι δηλητήριο αλλά αυτός ελπίζει ακόμα και τώρα σε ένα ναι. Μία φίλη της κάτι της ψιθυρίζει στο αυτί. Γελάνε. Σκύβει μπροστά, πλησιάζει το πρόσωπο της στο δικό του και του χαϊδεύει το κερατάκι του.

"Δεν βουτάω καλύτερα από το βάθρο μου να γίνω μαρμαρόσκονη;"
Και γεμίζει ο τόπος γέλια.

Τρέχει ο Πάνας στους διαδρόμους, τα γέλια τον στοιχειώνουν, σαν να τον ξανασκαλίζουν με καλέμι από την αρχή πάλι, σαν να σκάβουνε το σώμα του οι ήχοι, μα πάνω απ 'όλα ραγίζουν την πέτρινη καρδιά του. Κάτι του φωνάζει ο Παράκελσος αλλά δεν τον ακούει. Πάει και κρύβεται στην αίθουσα με τα νομίσματα, κανείς δεν έρχεται εδώ, είναι πολύ βαρετά. Κουρνιάζει στην γωνία και κλαίει σκόνη. Καταριέται αυτόν που τον έφτιαξε.

Τον Σεπτέμβριο του '99 έγινε σεισμός στις 11 το πρωί. Άδειασε το μουσείο από κόσμο, πανικός. Το μουσείο έχει φτιαχτεί για τέτοιες καταστάσεις, ωστόσο απώλειες υπήρξαν. Μερικά αγγεία και ο άσχημος Παν. Τον βρήκανε στο πάτωμα, σπασμένο σε καμιά δεκαριά σημεία, το βάθρο του από πάνω του, να τον έχει πλακώσει.
"Πέραν επιδιορθώσεως" γράψανε στην αναφορά. Μικρή χασούρα. Τα καλά κομμάτια του μουσείου έμειναν ανέπαφα. Βάλανε το σπασμένο σώμα σε ένα χαρτόκουτο και το χώσαν στην αποθήκη. Το 2002, πλημμύρισε η αποθήκη από έναν σπασμένο σωλήνα, σάπισε το χαρτόκουτο, πετάξανε τα κομμάτια στα σκουπίδια.

Αρκεί να πιστεύεις στα παραμύθια.

Πήγε ο γλύπτης στην κόρη του και της έδωσε τον σάτυρο. Τον έφτιαξε μόνο για αυτήν. Ένα χοντροκομμένο πράγμα με μία φλογέρα στο χέρι, το ένα πόδι σηκωμένο, σαν σε χορό. "Είναι άσχημος πατέρα" είπε το κορίτσι.
"Ναι" είπε ο άντρας και της χάιδεψε τα μαλλιά. "Αλλά έχει ομορφιά η καρδιά του. Κοίτα τον πως χορεύει και γελά"

Η μικρή κοίταξε.

Ο σάτυρος χαμογελούσε.

8 comments:

Φαίδρα φις said...

γεια,πάλι πρώτη θα γράψω όπως φαίνεται...
κάθε φορά που σε διαβάζω,έχω την έντονη αίσθηση ότι μια σφαίρα βουίζει κάπου γύρω μου,γύρω από το κεφάλι μου...
λέω,δεν μπορεί,αυτή τη φορά θα τη γλιτώσω...
είναι τόσο "μονομανιακή" η οπτική σου-συγχώρησε αν μπορείς το αδόκιμο εντός των εισαγωγικών-είναι τόσο βέβαιο ότι θα εξορύξεις το αισιόδοξο μέσα από την πιο τραγική του διάσταση που τη σφαίρα την καταπίνω κι ας με σημαδεύει στο κεφάλι...

Crazy Chef said...

ομορφιες....

corto said...

ανατρίχιασα στο τέλος...
πολύ όμορφο..
Δ

Loth said...

ΓΕΛΙΑ ΑΙΩΝΩΝ, ΔΑΚΡΥΑ ΣΚΟΝΗΣ ΚΑΙ ΠΕΤΡΙΝΗ ΚΑΡΔΙΑ..ΧΜΜ
ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΠΙΣΤΕΥΕΙΣ ΣΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ..?

ΑΝΤΕ ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ!

deadend mind said...

..αχαλίνωτη φαντασία :Ρ :)

tuco said...

απ' ότι έχω προσέξει, οι σάτυροι έχουν συνήθως και ένα άλλο χαρακτηριστικό, λίγο πιο...χχχμμμ...στητό να το πω?
αν του είχανε φτιάξει κανα τέτοιο "μαρκούτσι" του φιλαράκου μας, ίσως η Έχιδνα να ενέδιδε αμέσως...

Υ.Γ1. το γείωσα το κείμενο κανονικά , ε?
Υ.Γ2. μας τρελάνατε ρε φίλε χθες εσύ και η παρέα σου...σας ευχαριστούμε ειλικρινά για τη γαμάτη βραδυά.
ΤΑ ΛΕΜΕ ΑΡΧΟΝΤΑ!!!!!
RESPECT!!!!!!!

EggGod said...

φαίδρα φις: Να 'σαι καλά. Και δεν πειράζει, μέσα πέφτεις. Είμαι μονομανής.

crazy chef: Θενκς ρε.

corto: θενκς ρε.

Loth: αμφιβολία είναι ή απορία;

deadend mind: Κι' εσύ προδότρα...:(

tuco: Αδερφέ, ένα θα σου πω. Σήμερα η διάθεση μου δεν ήταν κ πολύ σούπερ. Γύρισα στο σπίτι και διάβασα το κομεντ αυτό κ απλά έχω πεθάνει....ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙΣ οπότε πώς μπορώ να απαντήσω σε κάποιον που δεν υπάρχει. Να'σαι καλά ρε αδερφέ. Και για την παράσταση νασαι καλά. ΨΗΦΙΖΩ ΤΟ ΚΟΜΕΝΤ ΑΥΤΟ ως το καλύτερο που έχω δεχθεί και δεν κάνω καμία πλάκα. Θα στο πω και από κοντά άλλωστε...

it is said...

Το μια νύχτα στο μουσείο ήταν μια ταινία για τον πούτσο...
Το δε ποστ... ακριβώς το αντίθετο...
Η ικανότητα να δέχεσαι triggers από την πιο φαινομενικά άσχετη κατάσταση είναι φοβερή...
χωρίς να είμαι απόλυτος και χωρίς να το θεωρώ απαράβατο κανόνα, τείνω να πιστεύω πως το άθροισμα εσωτερικής / εξωτερικής ομορφιάς είναι πάντα σταθερό... σε ό,τι υστερείς στο ένα, υπερτερείς στο άλλο... δυστυχώς πολλές φορές ο Πάνας φτιάχνεται σε άλλη καλλιτεχνική περίοδο απ' ότι η έχιδνα και είναι δύσκολη η επικοινωνία... για να μην πούμε καμιά βαριά κουβέντα για την έχιδνα και πληγωθεί ο μικρός θεός...