Thursday, February 21, 2008

Ρε, με ακούς ρε;


Ο κυρ Γιάννης ήταν 52 και έμπαινε στο μετρό για να μη νιώθει μόνος. Η γυναίκα του είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν, η κόρη του κάπου στην Ευρώπη, δεν του μίλαγε. Πήγαινε σινεμά μόνος του, αλήθεια, τόση μοναξιά θα έπρεπε να κηρυχθεί παράνομη. Το βράδυ κοιμότανε μπροστά στη τηλεόραση, συνήθως με ξεραμένα δάκρυα στα μάτια. Άμα είχε όρεξη, πήγαινε μέχρι το κοντινό σαντουϊτσάδικο και άραζε, τσίμπαγε κανα σάντουιτς, δεν είχε κανέναν να του μαγειρεύει. Από φίλους είχε μερικούς, αλλά όχι σπουδαίοι άνθρωποι, μαλάκες από το καφενείο. Τους καλούς τους φίλους τους είχε χάσει από καιρό. Τα Χριστούγεννα έμενε στο "Πλατειούλα" (το καφενείο) μέχρι αργά και έπινε κονιάκ, έπαιζε τάβλι και μετά έπεφτε για ύπνο. Αδέρφια είχε, με όλα τσακωμένος όμως. Χολή στο στόμα του κάθε που θα τους αναφέρει. Μία φορά τον μήνα, θα πάει στις πουτάνες. Τα αρχίδια του μαζεύονται λίγο, κάθε φορά που βλέπει στα μάτια της πουτάνας τη σιχασιά. Από δω και πέρα θα τις πηδάει στα τέσσερα, να μη βλέπει τα μάτια τους.

Έχει πάρει μία εφημερίδα και περπατάει στον Εθνικό κήπο. Είναι ωραία μέρα, έχει φορέσει τα καλά του. Μιλάει σαν μαλάκας σε όλους τους περαστικούς και τον κοιτάνε περίεργα όλοι. Χαιρετάει έναν μπαλονά και πάει να του πιάσει κουβέντα, ο τύπος φεύγει. Πάει και κάθεται σε ένα παγκάκι και εκεί, ακριβώς εκεί, σε εκείνο το παγκάκι ξυπνάς και συνειδητοποιείς ΠΟΣΟ μόνος είσαι. Τους έχεις απομακρύνει όλους, δεν υπάρχει κανένας, κάθεσαι και κοιτάς τα ζευγαράκια στο παγκάκι, σε 20-30 χρόνια από τώρα και εκεί, ακριβώς εκεί, εκείνο το πρωινό βλέπεις επιτέλους-

Ρε μαλάκα με ακούς;

Τον αγνοούσα τον κολλητό επιδεικτικά. Τα λόγια του πιάνανε βάση. Ειδικά με τα ποτά που είχαμε κατεβάσει. Ακουμπισμένοι και οι δύο στο κάγκελο του μπαλκονιού, μέσα η μουσική από το πάρτυ να βαράει, γέλια, αρώματα, είμαστε δύο ζεν πρεμιέ σε μαυρόασπρο ταινιάκι.

Σόρρυ αφαιρέθηκα ρε, έβλεπα τον κυρ Γιάννη που μου έλεγες, σαν ταινία. Χωρίς μαλακίες έχεις δίκιο ρε. Τι να πω, έχεις δίκιο.

Τον έπιασα τον κολλητό από τον ώμο και του έκανα νεύμα, καταλαβαίνω ρε, αλήθεια, δεν τρέχει, σ' ευχαριστώ. Μπήκαμε μέσα και καθώς πλησίαζα ένα γκομενάκι, χαμογελούσα γιατί ένιωθα διαφορετικός, τώρα θα την άλλαζα τη ζωή μου, είχα δει την αλήθεια για μένα, είχα πάρει την απόφαση να σταματήσω να με καταστρέφω και αυτή ήταν μία υπόσχεση που θα τηρούσα αυτή τη φορά.

Για τρεις μήνες.

Μετά απλά κατέληξα πως οι άλλοι είναι λάθος.
Γάμησα τον γάμο μου και όταν η γυναίκα μου πέθαινε από καρκίνο, κρατούσε το χέρι της αδερφής της, εμένα δε με κοίταγε και η κόρη μου ήταν κάπου στην Αγγλία.
Κάπου στη πορεία έχασα κάθε γνωστό που είχα. Οι πολύ καλοί φίλοι, κράτησαν λίγο παραπάνω αλλά στο τέλος φύγανε και αυτοί.
Και τώρα είμαι εδώ σ' αυτό το παγκάκι και κάθε πρόσωπο μου φαίνεται σκληρό, κάθε νύχτα που έρχεται είναι όλο και πιο κρύα και αυτό που με χαλάει δεν είναι η μοναξιά, είναι που ξέρω πως δεν θα αντέξω για πολύ έτσι.....

Και κάθεται εκεί.
Με μία εφημερίδα που βαριέται να διαβάσει.
Κάποια στιγμή θα βαρεθεί και θα φύγει. Θα πάει αλλού να είναι μόνος.

Έπιασα το φιλαράκι από τον ώμο και του έκανα νόημα να σταματήσει. Είχα δακρύσει γιατί είχε χτυπήσει βάση. Το είδε και με αγκάλιασε. Κάτσε ρε μαλάκα, θα μας δουν από μέσα, θα γίνουμε ρόμπα, α, δε γαμιέται έλα δω ρε κολλητέ, σε αγαπάω. Κρακ, το στήθος μου άνοιξε ένα πόντο, ξαφνικά ανάσανα, ένα βάρος εξαφανίστηκε από αυτή τη μεγαλειώδη συνειδητοποίηση, χάθηκε. Πωωω, θέλω ποτό λέμε, πάμε μέσα, today is the first day of the rest of my life, τι τυχερός που είμαι.

Μπήκα στο πάρτυ αλλαγμένος. Οι γύρω μου το είδανε. Χαμογελάω τώρα, η ζωή μου μου ανήκει.

Γιε
Ουου
χιχι
χαχαγιουπι

Αυτή είναι μία υπόσχεση που θα κρατήσω

χαχα
γιουπι ολεεεεε
χιχι

στανταρ

χαχα
χιχι
yeah!

Βαριέμαι να παραδεχθώ ότι δεν αλλάζουμε ότι και αν κάνουμε
Φοβάμαι να πω πως ότι και να κάνουμε οι ίδιοι θα είμαστε
Οι ρίζες μένουν
Δεν ξεκολλάνε ποτέ
Μόνο-

Ρε, με ακούς ρε;

7 comments:

Φαίδρα φις said...

καλημέρα,
τι να πω τώρα...
δεν έχω λέξεις,πάλι ανεπαρκείς...
έχεις μεγάλο ταλέντο...
"άκου του ανέμου την πνοή
άγνωστο θαύμα η ζωή
καταμεσής στο πουθενά
ελπίδες κι όνειρα γεννά

σταλιά σταλιά με τον καιρό
τρυπάει την πέτρα το νερό
και μια μικρή ραγισματιά
απλώνει ρίζα και κλαδιά

άνοιξε νυχτολούλουδο
να δω την ομορφιά σου
άμα δε χάσω το μυαλό
πώς θά' βρω την καρδιά σου..."

δεν έρχεσαι όμως ποτέ από μένα...
παράπονο...

Lucia said...

... τι να πω. Ο μεγαλύτερος φόβος μου... αυτό ακριβώς, όπως το γράφεις.
Τέλειο πάντως.

EggGod said...

φαίδρα φις: Να ΄σαι καλά. Ε, τι να 'ρθω από σένα βρε; Αφού τα ποστάρεις εδώ τα ποιήματα σου. Σε πειράζω. Σε διαβάζω ακόμα και όταν δεν έχω κάτι να πω. Έτσι περίεργος είμαι εγώ, δεν μπορώ τα σχόλια όταν δεν έχω κάτι να πω. Αλλά γράφεις πολύ καλά. :)

lucia: Και ο δικός μου μεγάλος φόβος.Ακριβώς όπως τον έγραψα. Θενκς.

Lee said...

Δεν σε ακουω ρε. Παρε το μηδεν.
:PpPPPpppPp
Ποτε θα τα πουμε?

EggGod said...

Lee: Κάτσε να έρθω από κει σήμερα.....γκρρρρρρρ

Crazy Chef said...

καποιος γιαννης εχει μπει στην γραμμη και δεν ακουω καλα....

it is said...

Τα περισσότερα αυτιά γύρω μας είναι κλειστά... ο φόβος κερδίζει μέρα με τη μέρα την αγάπη... σε κάθε κουβέντα οι περισσότεροι ακούν μόνο για να πουν "ναι καταλαβαίνω, γιατί εγώ..."