Thursday, February 07, 2008

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΝΕΜΙΣΤΗΡΑ


Σε ένα ιδρωμένο στρώμα πάνω, εδώ και ώρα προσπαθεί να μετρήσει τις στροφές του ανεμιστήρα που είναι στο ταβάνι. Πόσες κάνει το λεπτό; Τον ζαλίζει ο χορός του ανεμιστήρα. Α, ωραίο όνομα για διήγημα. Ο χορός του ανεμιστήρα. Δεν πάει να γαμηθεί και ο ανεμιστήρας. Μαλάκα, άμα ξεκολλήσει τώρα από το ταβάνι και πέσει, μπορεί και να τον σκοτώσει. Όχι, να μην σκέφτεται έτσι.
Είναι γυμνός, τα σεντόνια πεσμένα στο πάτωμα. Πάνω στο στέρνο του, μαζί με τις λιγοστές του τρίχες είναι ένα χαμηλό ποτήρι με ουίσκι. Οι δροσοσταλίδες τρέχουν πάνω στην γυάλινη επιφάνεια και ενώνονται με τον ιδρώτα του, έχουν φτιάξει μία μικρή λιμνούλα ανάμεσα στις ρώγες του. Δεν κουνιέται- μπας και σκοτώσει τη λιμνούλα. Το δωμάτιο του ξενοδοχείου είναι αποπνικτικά μικρό, εκτός και αν είσαι γυμνός. Αλλά αυτός δεν είναι γυμνός για αυτόν τον λόγο. Το δωμάτιο μυρίζει σεξ.
Από την μπαλκονόπορτα μπαίνουν οι νυχτερινοί θόρυβοι της πόλης. Καίγεται την μέρα, το βράδυ ντύνεται πουτάνα και τα σπάει. Η πόλη. Ο καύσωνας έχει σκοτώσει κάμποσους φέτος. Αυτός κάθεται ακίνητος, να τον περάσει για νεκρό η ζέστη και να τον προσπεράσει. Ο αέρας που δεν κουνιέται έχει μια μυρωδιά σαν ταβέρνα. Φταίνε οι ταβέρνες που είναι κάτω από το μπαλκονάκι. Το μόνο φως, αυτό του δρόμου. Χτυπιέται το φως πάνω στο ποτήρι και σπάει σε χιλιάδες κομματάκια που κυλάνε στο σώμα του, στο ταβάνι, στο νωπό στρώμα. Το μαξιλάρι είναι ένα βρεγμένο μπαμπάκι κάτω από τα μαλλιά του. Θα το πέταγε και αυτό στο πάτωμα αλλά δεν θέλει να κουνηθεί-να μην χύσει τη λιμνούλα. Κόλλημα. Είναι ζαλισμένος. Έχει κάνει δύο τρίφυλλα. Πίνει και ουίσκι που ποτέ δεν πίνει ουίσκι. Ο ανεμιστήρας χορεύει. Σκάρτος είναι δεν κάνει δουλειά.
Κάποιοι στον δρόμο γελάνε και θυμάται και αυτός δικά του γέλια. Πάει να γελάσει με μία χύμα που είχε φάει ο κολλητός αλλά σπρώχνει το γέλιο κάτω, στη κοιλιά, να μην κουνήσει το νερό στο στήθος του. Το πουλί του είναι κόκκινο από την τριβή, το νιώθει να φλέγεται αλλά είναι ωραία φωτιά αυτή, την αφήνει να τον καίει.
Να γυρίσει από εκεί που ξεκίνησε ή να φύγει μία και καλή για αλλού; Χωρίς δουλειά και χωρίς όρεξη για δουλειά. Ζωγράφος είναι αλλά τα χρώματα του τον τελευταίο καιρό, του φαίνονται στεγνά, πηγμένα. Άμα πιάνει το πινέλο, μονάχα σκατά βγάζει. Τα τελευταία του λεφτά τα έφαγε σ' αυτό το μέρος. Σε μία γωνιά είναι αφημένος ο φάκελλος του, που κουβαλάει μαζί για να ζωγραφίζει. Και καλά ήρθε εδώ για έμπνευση. Άδεια τα χαρτιά μέσα στον φάκελλο, ακονισμένα όλα του τα μολύβια. Μικρά δόρατα που βγάζουν αίμα. Δεν θέλει να τα σκέφτεται. Πίνει ουίσκι προσεκτικά.
Άμα γυρίσει πίσω στην ασφάλεια, θα ντρέπεται αλλά θα έχει σπίτι. Στρωμένη δουλειά, καλά λεφτά, οικογενειακή αναγνώριση. Τι να κάνει; Να μην το σκέφτεται; Άντε γαμήσου! Πέντε χρόνια τώρα, γυρνάει σαν σκυλί. Ζωγράφισε τα πάντα, την Ευρώπη όλη. Οι κολλητοί ζηλεύουν την ζωή του. Ήπιε κρασιά με Γερμανούς και κοιμήθηκε σε μπουρδέλα, πάνω σε χοντρές πόρνες. Τον κάλεσε ο πρόεδρος καλλιτεχνικού φεστιβάλ στην Ολλανδία και εξέθεσε 5 κομμάτια του εκεί. Πήγε σε όλα τα νησιά της Ελλάδας και πρέπει να γάμησε σύνολο την ηλικία του σε γκόμενες. Τριάντα χρονών είναι. Έχει πουλήσει δουλειά του, τον έχουν κρεμάσει σε σπίτια λέμε. Έμεινε Θεσσαλονίκη και λίγο Κρήτη. Τις περισσότερες φορές μένει σε κάποια γκόμενα που τον μαζεύει. Το παίζει κοσμοπολίτης και βαθύς, αλλά τα ζιγκολίκια του τα έκανε. Δε γαμιέται. Ειλικρινά, πέντε χρόνια, από τα πινέλα του ζει, από τα μολύβια του. Αλλά τον τελευταίο καιρό, τα χαρτιά του μένουν άδεια. Τα πίνει όλα σε μπάφους και ξίδια. Και τρέχει να κρυφτεί από τον εαυτό του.

Ο ανεμιστήρας δεν λέει να ξεκολλήσει, γυρνάει ασταμάτητα, πιωμένος πρέπει να είναι.

Πεινάει αλλά δεν παίζει να σηκωθεί τώρα. Στα πλευρά του τρέχουν κάτι σταγόνες, λίγες είναι αλλά μεγάλες, τον γαργαλάνε. Άμα ζωγράφιζε τώρα το ταβάνι, θα του έκανε άστρα να γίνει ουρανός, τόσο μαύρο είναι. Μια σκιά ολόκληρο, το φως απ' έξω δεν το φωτίζει. Μαύρο και όλο το δωμάτιο, μία τρύπα όλο, θα μπορούσε να είναι τριάρι, δεν φαίνονται τα όρια του. Μία λωρίδα μόνο από την μπαλκονόπορτα που πιάνει το πάτωμα, το κρεβάτι και αυτόν. Και λίγο τοίχο.

Πάει λίγο πίσω.
Οι γλουτοί της ακουμπούσανε στη κοιλιά του, τα χέρια της στο προσκέφαλο, τα μαλλιά της μέδουσα. Η καμπύλη της πλάτης της, κάποια στιγμή έγινε τσουλήθρα στον παράδεισο. Μάζεψε νερό, κύρτωσε και έχυσε το νερό στα πλευρά της, έσταξε στο στρώμα. Την επόμενη λιμνούλα δεν την άφησε να χαθεί. Την ήπιε όλη.
Τώρα αυτή γυρνάει, είναι από πάνω και τον καβαλάει. Τα ζει αυτά ή τα ζωγραφίζει, είναι σε κανα σοκάκι ημίνεκρος από την μαστούρα και τα ονειρεύεται; Από πάνω της, φόντο ο ανεμιστήρας πάνω στο μαύρο ταβάνι, ένας ανεμιστήρας καρφωμένος πάνω στον ουράνιο θόλο. Ανασηκώνεται και την αγκαλιάζει, είναι μέσα της βαθιά και της τραβάει τα μαλλιά, αυτή μπήγει τα νύχια της στο κεφάλι του, πονάει.

Κάτι εκεί κάτω αντιδράει. Έρχεται στο τώρα.
Χαμηλώνει το ποτήρι και το ακουμπάει πάνω στη φωτιά. Αφήνει μια γραμμή από νερό πάνω στην κοιλιά του. Η λιμνούλα ζει ακόμα, δεν την χάλασε η φαντασίωση. Εστιάζει το βλέμμα του στην απέναντι γωνία από το κρεβάτι. Καπνός ξεμυτίζει από το σκοτάδι και μπαίνει στη λωρίδα του φωτός. Κενό. Κι άλλος καπνός. Κενό. Ανάσα. Κι άλλος καπνός.

Μία βροχερή μέρα βρέθηκε στα Ζαγοροχώρια, ζωγράφιζε ένα πλάτανο σε ένα νεκροταφείο. Μαστουρωμένος ήτανε, γιατί έτσι όπως ζωγράφιζε, έγινε ένα με όλα, του είπανε τα Πράγματα ότι όλα καλά, όλα καλά θα είναι. Έγινε ένα με όλα αλλά μάλλον ήταν από την μαστούρα μωρέ. Ένιωσε ασφάλεια εκείνη την μέρα, ένιωσε το νοτισμένο χώμα να του ποτίζει το αίμα.

Τελειώνει το ποτό του. Αφήνει το ποτήρι να πέσει στο στρώμα, τα παγάκια σκορπίζουν στο σεντόνι. Σηκώνει τα χέρια του και τα τεντώνει προς την σκοτεινή γωνιά. Ένα σώμα σηκώνεται από το σκοτάδι, ένας δαίμονας, μία λάμια. Πωωω, είναι κομμάτια λέμε. Το σώμα της φανερώνεται με το που μπαίνει στη φωτεινή λωρίδα, μια θεά που κατέβηκε σήμερα στον κόσμο και ας μην έχει το τέλειο σώμα. Είναι η θεά σήμερα. Το σώμα της είναι τέλειο.

Νωχελικά, τον καβαλάει πάλι και σκύβει στον λαιμό του. Κουνάει την λεκάνη της. Οι ξυρισμένες της τρίχες είναι θάνατος. Νέφτι στα κόκκινα σκέλια του. Και έτσι ξαφνικά, θέλει να ζωγραφίσει πάλι.
Αυτή τη ζωή, αυτό το τώρα. Να πάει να γαμηθεί η ασφάλεια. Ο αέρας δεν μυρίζει ταβέρνα πια, μυρίζει το σώμα της και γίνεται ο αέρας που αναπνέει. Τον δαγκώνει στον λαιμό και το χέρι της κατεβαίνει.

Την φέρνει τούμπα απότομα, τώρα είναι αυτός ο εξερευνητής.
Και θέλει να ζωγραφίσει.

Πάει η λιμνούλα.......

Στον Roland. Σε εκείνο το ποτό που του χρωστάω ακόμα.

15 comments:

Φαίδρα φις said...

ασύλληπτο κι όμως το συνέλαβες!μου άρεσε πάρα πολύ...
"προσευχή-καλπασμέ μου!

χαιρετισμέ-ορμή μου!

ποιος σαν κι εσένα ένιωσε την ατομική ζωή του παντός?
ποιος σαν κι εσένα εξάντλησε να νιώθει μέσα του-τη ζωή-που μας νιώθει?
ποιος σαν κι εσένα παίρνει πάντα το αντίγραφο για το πρωτότυπο?
και ξεχειλίζει απ' τον κανόνα του κανόνα-μορφή της ζωής?

η ευθυμία μου είναι παραφορά,
η ορμή μου σύγκρουση
(παφ!)
μέσα μου..."

από τη θαλασσινή ωδή του αλβάρο ντε κάμπος

Crazy Chef said...

τεχνη...

an205 said...

άει στο καλό σου μας καύλωσες πρωί πρωί και μεστο βαρυχείμωνο μας έκανες να ιδρώσουμε!!!!

tuco said...

να πάει να γαμηθεί η ασφάλεια ρε φίλε...και η Ασφάλεια...και οι ασφαλιστικές...και οι ταγματασφαλίτες...

υ.γ. πες μου ότι η αφιέρωση πάει στον τελευταίο πιστολέρο;

karyatida said...

καλά δεν το συζητώ, γαμεί!

Lee said...

Παθος, εμπνευση, εφημερο, τεχνη. Ωραια πραγματα.

Loth said...

ΝΑ ΦΥΓΕΙ..
ΝΑ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕΙ ΕΝΑΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΕΙ ΠΑΝΩ ΤΟΥ ΠΟΤΕ ΤΑΒΑΝΙ..
ΝΑ ΦΤΙΑΞΕΙ ΜΙΑ ΛΙΜΝΟΥΛΑ ΠΟΥ ΝΑ ΣΤΕΓΝΩΝΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΓΕΜΙΖΕΙ ΞΑΝΑ ΜΟΝΟ ΓΙ'ΑΥΤΟΝ..
ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΘΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΑ ΚΑΙ Ο ΑΝΕΜΙΣΤΗΡΑΣ ΘΑ ΣΤΕΓΝΩΣΕΙ ΤΙΣ ΜΠΟΓΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΜΠΟΡΕΙ ΠΑΝΩ ΞΑΝΑ ΝΑ ΒΑΨΕΙ..
ΥΓ.ΕΓΩ ΜΟΝΙΜΩΣ ΕΙΜΑΙ ΕΚΤΟΣ ΑΛΛΑ ΤΙ ΠΕΙΡΑΖΕΙ..ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ ;P

deadend mind said...

πάρα πολύ ωραίο..

EggGod said...

ΠΑΙΔΙΑ: Ζητώ συγγνώμη για την απουσία μου και τις καθυστερήσεις στα comments αλλά τρέχω, οπότε άντε γαμίδια. Σας αγαπώ. Που έρχεστε εδώ εννοώ. Κι ας μη σας ξέρω.

φαίδρα: Το συνέλαβα; Ε, τότε πώς είναι συνέχεια μπροστά μου κ ξεφεύγει;;;;

chef: Ναι η πουτάνα.......

αν205: Έτσι είμαι εγώ. Το προσωπικό σας, χειμωνιάτικο κλιματιστικό! Φιλούμπες ρε.

tuco: Όπως ίσως έχεις δει σε παλιότερα ποστ και σίγουρα θα δεις κ στο μέλλον, είμαι ΦΑΝΑΤΙΚΟΣ του Μαύρου Πύργου. Θεωρώ ότι μιλάει για τη ζωή μου. Ορίστε. Το είπα. Διαβάστε το όσοι δεν το έχετε διαβάσει. Και ναι αδερφέ, αναφέρομαι στον Roland. Έχει να κάνει με κολλητό που παρομοιάζω με αυτόν, ξέροντας πως εγώ δίπλα του θα είμαι πάντα Cuthbert. Και δεν με νοιάζει που θα πέσω. Όχι για τον Roland. Μπας και φτάσει αυτός εκεί αντί για μένα...........

karyatida: Μουτς!

Lee: Ωραία πράγματα. Επικίνδυνα πράγματα, όλα τους. Αλλά ναι, ωραία...

loth: Ααααααααααααχχχ...παίζει να είναι η δεύτερη φορά που συμφωνούμε...

deadend mind: Να' σαι καλά. Ελπίζω να φτάσανε εκεί οι μυρωδιές....

EggGod said...

Εντάξει, εντάξει, κάποιους από εσάς σας ξέρω....πφφφφφφφφτ.

Φαίδρα φις said...

είναι επειδή έχεις αδυναμία στα "τυράκια" και στα "καρότα" μάλλον...
ή μήπως στα καλαμμπόκια?
εντάξει,εντάξει...έχεις την άφεση παιδί μου και το συγχωροχάρτι σου...
γιατί μπορεί να είσαι κάποιου τύπου θεός αλλά κι εγώ είμαι κάποιου τύπου "πάπας"...

καλημέρα και επανέρχομαι αφού διαβάσω το καινούριο μυστήριο παράδοξο...

EggGod said...

φαίδρα φις: Ο David Hetchens είχε πει "Πάρε μου το καρότο που κυνηγάω και θα γίνω μια μπάμια χωρίς βούληση"
Σοφά λόγια...

Φαίδρα φις said...

κι άλλος ένας σοφός ο Χρήστος Θηβαίος είπε,"είμαι αυτό που κυνηγάω..."

EggGod said...

Φαίδρα: Ωωωω, Θηβαίος. Τώρα χτυπάς χορδές ευαίσθητες.....

it is said...

sorry αλλά θέλοντας και μη, ήμουν κι εγώ εκεί και έπαιρνα μάτι...