Monday, February 25, 2008

ΚΑΡΔΙΑ ΑΠΟ ΠΕΤΡΑ


Δεν ξέρω αν έχεις πάει ποτέ στο αρχαιολογικό μουσείο στην Αθήνα. Έχει θαύματα εκεί μέσα. Αλήθεια.
Ειδικά αν πας μια μέρα που δεν έχει πολύ κόσμο, να σταθείς σε μία από τις αίθουσες, να κλείσεις τα μάτια σου. Θα ακούσεις ψιθύρους, τραγούδια. Οι σκαλισμένοι άνθρωποι μιλάνε. Έχουνε να πούνε πολλά, τα μάτια τους έχουν δει αιώνες να περνάνε. Αρκεί να είσαι ανοιχτός.
Να πιστεύεις στα παραμύθια.
-

Τον βρήκανε το 1923. Σε μια ανασκαφή, ήρθε στο φως μετά από αιώνες, ένα κομμάτι πέτρας σκαλισμένο από κάποιον χωρίς όνομα. Ήταν ένας σάτυρος που κρατούσε μία φλογέρα, το ένα πόδι σηκωμένο σαν να χορεύει. Κακοσχηματισμένος, φθαρμένος από τον χρόνο, το ένα κερατάκι του σπασμένο. Πενήντα εκατοστά ύψος, από κέρατο σε οπλή. Τον είπανε "Ο άσχημος Παν".
Τον βάλανε σε μία βάση με μία ταμπελίτσα από κάτω. Εκεί έμεινε, εκεί ξεχάστηκε. Μάζεψε σκόνη, οι επισκέπτες δεν του ρίχνανε δεύτερη ματιά. Ήταν αλήθεια, ένα άσχημο πράγμα.
Και αγαπούσε παράφορα την Έχιδνα, δύο αίθουσες παραδίπλα.

"Όλα εντάξει" είπε ο Παράκελσος, η θεατρική μάσκα.
Τοποθετημένος σε ένα ψηλό σημείο στον τοίχο, ήταν ο τσιλιαδόρος τους. Τα μάτια τους - για να ξέρουν πότε ο φύλακας είχε φύγει. Και κάθε νύχτα, όλοι τους, περίμεναν αυτές τις δύο λέξεις με αγωνία, να ξεμουδιάσουν, να ζωντανέψουν.
"Όλα εντάξει" αντήχησε η στεντόρεια φωνή και το μουσείο ζωντάνεψε. Πέτρα που σέρνεται πάνω σε πέτρα, μεταλλικά μέλη τεντώνονται, πήλινα άλογα τρέχουν στο καλογυαλισμένο πάτωμα, μάσκες κουνάνε τα φρύδια τους να ξεπιαστούν, μαρμάρινες παραστάσεις ζωντανεύουν και κινούνται.
Σε μία γωνιά, μια πέτρινη κοπέλα αφήνει κάτω ένα αγγείο και τρίβει τον ώμο της. Το πρόσωπο της δεν έχει χαρακτηριστικά, τα χέρια της δεν έχουν δάχτυλα. Το όνομα της είναι Μεθιάνη αλλά κανείς δεν το ξέρει. Εκείνη δεν έχει στόμα για να το πει.
Πιο πέρα, ένας χάλκινος έφηβος παίζει με με έναν Έρωτα. Το φτερωτό μωρό πετάει ξέφρενα, περνάει τις καμάρες που χωρίζουν τις αίθουσες, ο έφηβος το κυνηγάει, τα πόδια του κάνουν θόρυβο πάνω στο ξύλο του πατώματος.
Α, να τώρα περνάει ο βασιλιάς τους, πολλοί τον λέγανε Ποσειδώνα αλλά είναι ο Δίας, σε όλο του το μεγαλείο, πανέμορφο χάλκινο σώμα, βαρύ. Περνάει και χαμογελάει σε όλους, πηγαίνει προς την Αφροδίτη στη αίθουσα Γ, κάθε βράδυ πάει εκεί και πιάνει κουβέντα μαζί της, μαζεύονται γύρω τους λιοντάρια και σφίγγες, σάτυροι και νύμφες, όλοι μαζί γελάνε και το γέλιο τους είναι γέλιο αιώνων.
Ο Πάνας υποκλίνεται στο πέρασμα του βασιλιά αλλά δεν τον ακολουθεί, αυτός έχει μάτια μόνο για την Έχιδνα.

Την Έχιδνα την βρήκανε μέσα σε μία σπηλιά, μέρος λατρευτικό μάλλον για την Ήρα αλλά πολλοί είπανε ότι το άγαλμα είχε φανερές αναφορές στην αιγυπτιακή θεά Ίσιδα. Μία πανέμορφη κοπέλα που ημίγυμνη, παίρνει το λουτρό της. Γύρω από τον λαιμό της, τυλιγμένο ένα μεγάλο φίδι, εξ ου και το όνομα της. Εξαιρετικό κομμάτι, μοναδική επίδειξη μαρμαρογλυπτικής, ο χρόνος στάθηκε πολύ ευγενικός μαζί της, έχουν διατηρηθεί και τα χρώματα με τα οποία την έβαψε ο καλλιτέχνης. Γαλάζιο του ουρανού και κόκκινο του αίματος.

Α, ναι. Η Έχιδνα ήταν μεγάλη ψωνάρα.

"Πάλι τα μούτρα σου θα φας" είπε ο Παράκελσος στον Πάνα καθώς ο μικρός σάτυρος περνούσε από κάτω του. Ο τραγοπόδαρος σταμάτησε και κοίταξε ψηλά.
"Σημασία δεν θα σου δώσει και θα 'ρθεις εδώ να κλαίγεσαι πάλι και δεν σε αντέχω όταν κλαψουρίζεις. Γιατί δεν πας να παίξεις με τις Ερινύες; Είναι εύκολες αυτές. Σήμερα θα είναι εκεί και ο Ελίσυππος, θα παίξει τη λύρα του, θα γίνει γλέντι. Άντε βρε καλό μου, κάθε βράδυ τα ίδια. Ξεπέρνα το πια, δεν σε θέλει."
Ο Πάνας κούνησε τα πόδια του αμήχανος, κοίταξε κάτω, έξυσε το χοντρό κεφάλι του.
"Εσύ φύλα τσίλιες και σκάσε" είπε με την τσουγκρανοφωνάρα του. "Την αγαπώ"

Έτσι μίλαγε ο Πάνας, χοντροκομμένα, λιτά. Και κάθε φορά που προσπαθούσε να πιάσει κουβέντα με την Έχιδνα, εκείνη τον αγνοούσε και τον κορόιδευε με τις φίλες της, τις μούσες, κάτι πήλινες γκόμενες από τον Όλυμπο.

Ο Παράκελσος σήκωσε τα φρύδια του και γύρισε τα μάτια του απαξιωτικά. Στάθηκε για λίγο ο Πάνας από κάτω, κάτι σκέφτηκε να προσθέσει, μετά κλώτσησε το πάτωμα με τις οπλές του και ξεκίνησε για την αίθουσα της Έχιδνας. Θα δούνε όλοι αυτοί που με χλευάζουν, σκέφτηκε. Πλησιάζοντας, άκουσε γέλια και φωνές χαρούμενες. Το γέλιο της. Μελωδία θεών. Ήταν εκεί, ανάμεσα σε ίππους και κοπέλες, έλεγε τα μυστικά της και έπαιρνε πόζες, να την θαυμάζουν όλοι. Πλησίασε, άξεστος, εκτός στιγμής, δεν τον νοιάζουν οι γύρω.

"Καλησπέρα Έχιδνα. Θες να πάμε βόλτα στα μινωικά, να δούμε τις τοιχογραφίες;"
Παύση. Τους έκοψε όλους απ' αυτό που κάνανε, τα γέλια σταματήσανε, κορδώνεται τώρα, δεν έχει πισωγύρισμα, θα τους δείξει, δεν φοβάται, μπορεί να είναι μικρός αλλά είναι θαρραλέος και αν του έλεγε ναι, θα πέταγε, θα γινότανε δύο μέτρα, πιο ψηλός και από τον Δία που είναι σε φυσικό μέγεθος.
Εκείνη τον κοιτάει τώρα και το βλέμμα της είναι φωτιά, είναι δηλητήριο αλλά αυτός ελπίζει ακόμα και τώρα σε ένα ναι. Μία φίλη της κάτι της ψιθυρίζει στο αυτί. Γελάνε. Σκύβει μπροστά, πλησιάζει το πρόσωπο της στο δικό του και του χαϊδεύει το κερατάκι του.

"Δεν βουτάω καλύτερα από το βάθρο μου να γίνω μαρμαρόσκονη;"
Και γεμίζει ο τόπος γέλια.

Τρέχει ο Πάνας στους διαδρόμους, τα γέλια τον στοιχειώνουν, σαν να τον ξανασκαλίζουν με καλέμι από την αρχή πάλι, σαν να σκάβουνε το σώμα του οι ήχοι, μα πάνω απ 'όλα ραγίζουν την πέτρινη καρδιά του. Κάτι του φωνάζει ο Παράκελσος αλλά δεν τον ακούει. Πάει και κρύβεται στην αίθουσα με τα νομίσματα, κανείς δεν έρχεται εδώ, είναι πολύ βαρετά. Κουρνιάζει στην γωνία και κλαίει σκόνη. Καταριέται αυτόν που τον έφτιαξε.

Τον Σεπτέμβριο του '99 έγινε σεισμός στις 11 το πρωί. Άδειασε το μουσείο από κόσμο, πανικός. Το μουσείο έχει φτιαχτεί για τέτοιες καταστάσεις, ωστόσο απώλειες υπήρξαν. Μερικά αγγεία και ο άσχημος Παν. Τον βρήκανε στο πάτωμα, σπασμένο σε καμιά δεκαριά σημεία, το βάθρο του από πάνω του, να τον έχει πλακώσει.
"Πέραν επιδιορθώσεως" γράψανε στην αναφορά. Μικρή χασούρα. Τα καλά κομμάτια του μουσείου έμειναν ανέπαφα. Βάλανε το σπασμένο σώμα σε ένα χαρτόκουτο και το χώσαν στην αποθήκη. Το 2002, πλημμύρισε η αποθήκη από έναν σπασμένο σωλήνα, σάπισε το χαρτόκουτο, πετάξανε τα κομμάτια στα σκουπίδια.

Αρκεί να πιστεύεις στα παραμύθια.

Πήγε ο γλύπτης στην κόρη του και της έδωσε τον σάτυρο. Τον έφτιαξε μόνο για αυτήν. Ένα χοντροκομμένο πράγμα με μία φλογέρα στο χέρι, το ένα πόδι σηκωμένο, σαν σε χορό. "Είναι άσχημος πατέρα" είπε το κορίτσι.
"Ναι" είπε ο άντρας και της χάιδεψε τα μαλλιά. "Αλλά έχει ομορφιά η καρδιά του. Κοίτα τον πως χορεύει και γελά"

Η μικρή κοίταξε.

Ο σάτυρος χαμογελούσε.

Saturday, February 23, 2008

ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΙΠΟΤΑ ΧΑΖΟΥΛΗ


"Κάτι μεγάλο έρχεται μαμά"

Παιδί με μπρατσάκια, δεν βλέπεις τίποτα στα αλήθεια, απλά το λες από ενθουσιασμό, από λαχτάρα και χαρούμενο τρόμο καθώς το χέρι της μάνας σου σε τραβάει πιο μέσα στο νερό. Θα πνιγείς; Θα σε δαγκώσουν τα τέρατα του βυθού; Αχ, κάτι ακούμπησε στο πόδι σου, θες να γυρίσεις πίσω.

Μπρατσάκια σταμάτησες να φοράς χρόνια τώρα, όχι πως είσαι κανένας τρελός κολυμβητής, απλά έγινες άντρας. Τα μαύρα τα νερά ακόμα τα φοβάσαι, μακριά από τα βράχια και τις σκιές, άσε τους κολλητούς να πηγαίνουν για χταπόδια (τους ανώμαλους), εσύ στην άμμο και καμιά βουτιά, καμιά πατητή και τέρμα. Άντε και καμιά ρακέτα.

Αλλά είναι κάτι στιγμές, που δεν έχεις επιλογή.
Αυτό που θες είναι στον ύφαλο, πρέπει να πας στα φύκια.
Αυτό που θες είναι πέρα από τα μαύρα τα νερά, πρέπει να περάσεις την Άβυσσο.

Πόσο εύκολα μπορείς να ξαναγίνεις από άντρας παιδί, σε μία στιγμή μέσα. Να βλέπεις το δισκοπότηρο εκεί, πέρα, πάει ερήμωσε η παραλία, κάτι σύννεφα μπήκανε μπροστά στον ουρανό και το μαγιό σου κολλάει άσχημα πάνω στα άσπρα μπούτια σου, τα μπρατσάκια ξεφουσκώσανε και τρέμεις λίγο. Τώρα μαύρισε όλο το νερό, η θάλασσα έγινε πίσσα και πρέπει να μπεις. Κοιτάζεις γύρω, μόνος είσαι, δεν έχεις χέρι να πιαστείς, να σε τραβήξει μέσα, καταδικασμένος να κάθεσαι σε αναμονή για πάντα σ' αυτή τη γκρίζα άμμο.

Ένα τηλέφωνο.
Μία κουβέντα θέλει.
Μία ατάκα.

Κάθε που τρέμεις να βραχείς, να το λες στο φίλο, στη γυναίκα σου.
Να το λες για να το ακούς εσύ, γιατί αγόρι είσαι με μπρατσάκια και δεν είναι κακό. Είναι πανέμορφο.

Είναι πανέμορφο να μην μπορείς να τα κάνεις όλα μόνος σου. Είναι πανέμορφο να έχεις ανάγκη έναν άλλο. Να αφεθείς στο χέρι που τραβάει μπροστά όταν μαυρίζουν τα νερά και τα φύκια κολλάνε απάνω στα πόδια σου.

ΕΙΝΑΙ ΙΕΡΟ ΝΑ ΜΗΝ ΠΕΡΝΑΣ ΤΗΝ ΑΒΥΣΣΟ ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ
Γιατί έτσι είμαστε φτιαγμένοι, ευτυχώς.

"Κάτι μεγάλο έρχεται μαμά"

"Δεν είναι τίποτα χαζούλη"

Thursday, February 21, 2008

Ρε, με ακούς ρε;


Ο κυρ Γιάννης ήταν 52 και έμπαινε στο μετρό για να μη νιώθει μόνος. Η γυναίκα του είχε πεθάνει ένα χρόνο πριν, η κόρη του κάπου στην Ευρώπη, δεν του μίλαγε. Πήγαινε σινεμά μόνος του, αλήθεια, τόση μοναξιά θα έπρεπε να κηρυχθεί παράνομη. Το βράδυ κοιμότανε μπροστά στη τηλεόραση, συνήθως με ξεραμένα δάκρυα στα μάτια. Άμα είχε όρεξη, πήγαινε μέχρι το κοντινό σαντουϊτσάδικο και άραζε, τσίμπαγε κανα σάντουιτς, δεν είχε κανέναν να του μαγειρεύει. Από φίλους είχε μερικούς, αλλά όχι σπουδαίοι άνθρωποι, μαλάκες από το καφενείο. Τους καλούς τους φίλους τους είχε χάσει από καιρό. Τα Χριστούγεννα έμενε στο "Πλατειούλα" (το καφενείο) μέχρι αργά και έπινε κονιάκ, έπαιζε τάβλι και μετά έπεφτε για ύπνο. Αδέρφια είχε, με όλα τσακωμένος όμως. Χολή στο στόμα του κάθε που θα τους αναφέρει. Μία φορά τον μήνα, θα πάει στις πουτάνες. Τα αρχίδια του μαζεύονται λίγο, κάθε φορά που βλέπει στα μάτια της πουτάνας τη σιχασιά. Από δω και πέρα θα τις πηδάει στα τέσσερα, να μη βλέπει τα μάτια τους.

Έχει πάρει μία εφημερίδα και περπατάει στον Εθνικό κήπο. Είναι ωραία μέρα, έχει φορέσει τα καλά του. Μιλάει σαν μαλάκας σε όλους τους περαστικούς και τον κοιτάνε περίεργα όλοι. Χαιρετάει έναν μπαλονά και πάει να του πιάσει κουβέντα, ο τύπος φεύγει. Πάει και κάθεται σε ένα παγκάκι και εκεί, ακριβώς εκεί, σε εκείνο το παγκάκι ξυπνάς και συνειδητοποιείς ΠΟΣΟ μόνος είσαι. Τους έχεις απομακρύνει όλους, δεν υπάρχει κανένας, κάθεσαι και κοιτάς τα ζευγαράκια στο παγκάκι, σε 20-30 χρόνια από τώρα και εκεί, ακριβώς εκεί, εκείνο το πρωινό βλέπεις επιτέλους-

Ρε μαλάκα με ακούς;

Τον αγνοούσα τον κολλητό επιδεικτικά. Τα λόγια του πιάνανε βάση. Ειδικά με τα ποτά που είχαμε κατεβάσει. Ακουμπισμένοι και οι δύο στο κάγκελο του μπαλκονιού, μέσα η μουσική από το πάρτυ να βαράει, γέλια, αρώματα, είμαστε δύο ζεν πρεμιέ σε μαυρόασπρο ταινιάκι.

Σόρρυ αφαιρέθηκα ρε, έβλεπα τον κυρ Γιάννη που μου έλεγες, σαν ταινία. Χωρίς μαλακίες έχεις δίκιο ρε. Τι να πω, έχεις δίκιο.

Τον έπιασα τον κολλητό από τον ώμο και του έκανα νεύμα, καταλαβαίνω ρε, αλήθεια, δεν τρέχει, σ' ευχαριστώ. Μπήκαμε μέσα και καθώς πλησίαζα ένα γκομενάκι, χαμογελούσα γιατί ένιωθα διαφορετικός, τώρα θα την άλλαζα τη ζωή μου, είχα δει την αλήθεια για μένα, είχα πάρει την απόφαση να σταματήσω να με καταστρέφω και αυτή ήταν μία υπόσχεση που θα τηρούσα αυτή τη φορά.

Για τρεις μήνες.

Μετά απλά κατέληξα πως οι άλλοι είναι λάθος.
Γάμησα τον γάμο μου και όταν η γυναίκα μου πέθαινε από καρκίνο, κρατούσε το χέρι της αδερφής της, εμένα δε με κοίταγε και η κόρη μου ήταν κάπου στην Αγγλία.
Κάπου στη πορεία έχασα κάθε γνωστό που είχα. Οι πολύ καλοί φίλοι, κράτησαν λίγο παραπάνω αλλά στο τέλος φύγανε και αυτοί.
Και τώρα είμαι εδώ σ' αυτό το παγκάκι και κάθε πρόσωπο μου φαίνεται σκληρό, κάθε νύχτα που έρχεται είναι όλο και πιο κρύα και αυτό που με χαλάει δεν είναι η μοναξιά, είναι που ξέρω πως δεν θα αντέξω για πολύ έτσι.....

Και κάθεται εκεί.
Με μία εφημερίδα που βαριέται να διαβάσει.
Κάποια στιγμή θα βαρεθεί και θα φύγει. Θα πάει αλλού να είναι μόνος.

Έπιασα το φιλαράκι από τον ώμο και του έκανα νόημα να σταματήσει. Είχα δακρύσει γιατί είχε χτυπήσει βάση. Το είδε και με αγκάλιασε. Κάτσε ρε μαλάκα, θα μας δουν από μέσα, θα γίνουμε ρόμπα, α, δε γαμιέται έλα δω ρε κολλητέ, σε αγαπάω. Κρακ, το στήθος μου άνοιξε ένα πόντο, ξαφνικά ανάσανα, ένα βάρος εξαφανίστηκε από αυτή τη μεγαλειώδη συνειδητοποίηση, χάθηκε. Πωωω, θέλω ποτό λέμε, πάμε μέσα, today is the first day of the rest of my life, τι τυχερός που είμαι.

Μπήκα στο πάρτυ αλλαγμένος. Οι γύρω μου το είδανε. Χαμογελάω τώρα, η ζωή μου μου ανήκει.

Γιε
Ουου
χιχι
χαχαγιουπι

Αυτή είναι μία υπόσχεση που θα κρατήσω

χαχα
γιουπι ολεεεεε
χιχι

στανταρ

χαχα
χιχι
yeah!

Βαριέμαι να παραδεχθώ ότι δεν αλλάζουμε ότι και αν κάνουμε
Φοβάμαι να πω πως ότι και να κάνουμε οι ίδιοι θα είμαστε
Οι ρίζες μένουν
Δεν ξεκολλάνε ποτέ
Μόνο-

Ρε, με ακούς ρε;

Monday, February 18, 2008

ΚΑΣΤΡΑΚΙΑ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ ΚΑΙ ΠΕΗ ΜΠΛΕ


Να χαμηλώσεις τη βελόνα πάνω στον δίσκο, να παίξει η μουσική-μελωδίες αέρινες να γεμίσουν τον χώρο. Να δυναμώσεις την ένταση γιατί έχουμε τσακωθεί, δεν θες να με ακούς που περπατάω μέσα στο σπίτι. Τι σκατά να κάνω. Θέλω να σου ζητήσω συγγνώμη αλλά με τρώει η περηφάνια που με δίδαξε ο πατέρας μου. Άλλωστε έχω δίκιο.

Ένας διάδρομος μας χωρίζει, εσύ στο σαλόνι, εγώ στο δωμάτιο. Καπνίζουμε και οι δύο και ξεφυσάμε. Θα βάλω και εγώ μουσική με ακουστικά, να μην ακούω εσένα. Να απομονωθούμε τελείως γιατί είναι πολύ βαρύ να σηκωθώ να φύγω τώρα, πολύ δραματικό. Ο διάδρομος είναι μία έρημος τώρα με παγίδες και τέρατα. Δεν θα τον περνούσα ακόμα και αν έπαιρνε φωτιά το σπίτι και έπρεπε να τρέξουμε έξω να σωθούμε. Αλλά αυτό που με κουράζει και θέλω να πέσω για ύπνο είναι η σκέψη πως είμαι ξεροκέφαλος, πως εμμένω στη θέση μου γιατί μόνο αυτό ξέρω να κάνω, να γυαλίζω τον θρόνο μου και να κάθομαι απάνω του και να χαζεύω τα άδεια βασίλεια μου, τις νίκες μου τις στέρφες. Στρίβω και άλλο τσιγάρο και νευριάζω πιο πολύ.

Με ακουμπάς απαλά στον ώμο. Τρομάζω, βγάζω τα ακουστικά νευριασμένος, έτοιμος για τον δεύτερο γύρο, πώς πέρασες την έρημο γυναίκα, πώς κατάφερες να κάνεις το αδιανόητο, αυτό που εγώ τρέμω να πραγματοποιήσω;

"Θες να σου μαγειρέψω τίποτα;"
"Ναι πεινάω λίγο. Μωρό...συγγνώμη"

Με φιλάς και χάνεσαι. Ξαναπερνάς την έρημο σαν να μην τρέχει τίποτα, μου έχεις διαλύσει το καστράκι μου, που με προστατεύει από την αμμοθύελλα. Τα χέρια μου τρέμουν.

Θα περάσω τον διάδρομο και θα έρθω στη κουζίνα να σε αγκαλιάσω.

Πόσο δύσκολο να είναι; Τον δρόμο τον άνοιξες εσύ.

MEMENTO



Ήμουν σε ένα νοσοκομείο, βαρειά βρογχοπνευμονιτιδοειδής αναπνευστικότητα-σκατά, δεν ξέρω τι ήταν κάτι με τα πνευμόνια μου σοβαρό, θα μπορούσα να πεθάνω. Έπρεπε για μία ώρα κάθε μέρα, να κλείνουν το "κουκούλι" γύρω μου. Το κουκούλι, ήταν μία φούσκα με φερμουάρ που έκλεινε εμένα και όλο το κρεβάτι μέσα της, την γέμιζαν με καθαρό οξυγόνο και με άφηναν να αναπνέω. Λευκή φούσκα με φερμουάρ, λευκά σεντόνια, εγώ ξύπνιος να ακούω τους άλλους να μιλάνε για μένα απ' έξω, να μην τους καταλαβαίνω, το μόνο που καταλάβαινα ήταν η προσποιητή τους χαρά και γαλήνη. Το "όλα θα πάνε καλά μικρούλη" χαμόγελο τους.
Κάθε μέρα έπρεπε να με κλείνουν για μία ώρα μέσα σε ένα αυγό.
Αυτή είναι η πρώτη μου ανάμνηση.
Αυτή είναι η πρώτη μου εικόνα σε αυτή τη ζωή.

Ήμουν κάτω από κάποιον καναπέ. Ένα χέρι που μου κρατάει τον αστράγαλο, αλλά είναι απαλό κράτημα. Το χέρι τρέμει. Ελαφρά, από τα γέλια. Η μάνα μου γελάει. Γελάω και εγώ υστερικά, γιατί την κάνω να γελάει και είμαι πλήρης. Προσπαθούσε να με βγάλει από κει κάτω, που πας βρε χαζούλι, οπότε έπρεπε να με τραβήξει αλλά και να μη με πονέσει. Γιατί κάτι τέτοιο της φάνηκε αστείο, τι έκανα εκείνο το απόγευμα, ποια κίνηση την έκανε να χαρεί;Γέλασε και με έπιασαν και εμένα τα γέλια. Με τράβηξε απαλά και πρέπει να κατουρήθηκα απάνω μου από τα γέλια. Ούρλιαζα από τα γέλια και εκείνη πλέον είχε δακρύσει, έτρεμε ολόκληρη, να γελάει και να τρέμει και να με κρατάει.
Αυτή είναι η πρώτη μου ανάμνηση της μάνας μου.

Σε ένα προαύλιο. Δευτέρα δημοτικού. Είχα παντρευτεί τη Νατάσα και κάποιος αγοράκι την πείραξε και εκείνη ξεκίνησε να κλαίει και εγώ τον χαστούκισα και αυτός μου άνοιξε τη μύτη. Με πήρε η μάνα μου από το γραφείο. Την άλλη μέρα, η Νατάσα με φίλησε στο μάγουλο και μου ήρθαν κλάματα, την ώρα που με φίλαγε είδα μια εικόνα ενός άντρα να με χαιρετάει, εγώ ήμουνα ο άντρας, με τρόμαξε η εικόνα μου ήρθαν κλάματα, όλα αυτά από το φιλί της Νατάσας.
Θα σκότωνα για να ξαναπάω πίσω σε εκείνο το φιλί.
Αυτή είναι η πρώτη μου ανάμνηση του έρωτα.

Είχα μία γιαγιά, "τζιέρη μου" με έλεγε, από Μικρά Ασία. Μου έδενε σεντόνια στον λαιμό και έκανα τον Σούπερμαν, με έπαιρνε αγκαλιά στα τεράστια βυζιά της και μου έδινε πυροσκί. Αυτή τα έφτιαχνε. Τη μυρωδιά την έχω φυλάξει στην ψυχή μου ακόμα.
Κάθε πρωί την έβλεπα.
Ένα πρωί σταμάτησε να έρχεται.
Δεν μου το είπανε ποτέ, μόνος μου το κατάλαβα αργότερα.
Το να μην είσαι εκεί. Αυτό το "δεν είσαι εδώ" ένιωσα τότε- και τα ήξερα όλα από τότε. Δεν χρειάζεται να μάθω κάτι άλλο ο χαζός. Από τότε ήξερα την απάντηση.
Αυτή είναι η πρώτη ανάμνηση μου του θανάτου.

Σε ένα φιλικό σπίτι στη Νέα Μάκρη, οι ιδιοκτήτες μας το έχουν δανείσει, σε ένα κήπο με ένα πεύκο. Καλοκαίρι, καμμένη πλάτη από τον ήλιο, σαγιονάρες. Είμαι στο σπίτι και βλέπω τηλεόραση μετά το φαγητό, οι άλλοι είναι έξω στον κήπο. Αφαιρούμαι για κάμποση ώρα, μέχρι που συνειδητοποιώ πως το μόνο που ακούω είναι τζιτζίκια. Οι φωνές απ' έξω έχουν χαθεί. Φοβάμαι λίγο και βγαίνω στον κήπο να δω τι συμβαίνει. Έχουν κοιμηθεί όλοι, κουρασμένοι από τα μπάνια και τα πλατσουρίσματα και τις τρεχάλες. Η μάνα μου, ο πατέρας μου, η αδερφή μου.
Στέκομαι εκεί ένα σκατό στη κάσα της πόρτας και τους βλέπω να κοιμούνται.
Αυτή είναι η πρώτη μου ανάμνηση της οικογένειας.
Η πρώτη μου ανάμνηση της ομορφιάς.


Τη πέτρα την είχε πετάξει ο Βαγγέλης. Μας έπιασε ο ιδιοκτήτης και μας πήγε στη μάνα του, σηκωτούς. Εγώ έμενα πέντε δρόμους πιο πάνω. Έξαλλη.
"Αυτοί οι δυό" είπε ο τύπος.
"Ποιός το έκανε;" ρώτησε η μάνα του. Θα τον σταύρωνε τον Βαγγέλη και το ξέραμε και οι δύο. "Εγώ" είπα και με χαστούκισε. Εντάξει δε τρέχει, ήταν κολλητή με την μάνα μου. Δε με χαστούκισε και δυνατά.
"Γρήγορα στη μάνα σου" μου είπε και ρούφηξε τον Βαγγέλη μέσ' το σπίτι.
Ο οποίος, έτρεξε στο παράθυρο και με χαιρέτησε, σήκωσε το χέρι του και με κοίταξε και μπορεί και να χαμογέλασε ή αυτό είναι από ταινία, δεν θυμάμαι.
Αλλά το βλέμμα του.
Το βλέμμα του είναι η πρώτη μου ανάμνηση από τη φιλία.

Όπως και να το κάνεις, είναι σοκαριστικό να συνειδητοποιείς ότι, παρ' όλες τις σπουδές και τις δουλειές σου και τις σχέσεις σου, ακόμα είσαι η πρώτη ανάμνηση σου αυτού του κόσμου.

Ευτυχώς.

Friday, February 15, 2008

Η ΛΑΜΠΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ


Δες τον, τον έφηβο, περπατάει με το κεφάλι σκυφτό αλλά είναι χαρούμενος. Έχει αφήσει τα μαλλιά του να του κρύβουν το πρόσωπο, στενό παντελόνι και αρβύλα. Τα χέρια μες το τζάκετ το χακί, με τις κονκάρδες. Περπατάει και ακούει μουσική. Δεν φοράει ακουστικά, η μουσική είναι στο κεφάλι του, την ξέρει απ' έξω. Κάνει λίγο κρύο αλλά αυτός καίγεται. Έχει ιδρώσει μιλάμε. Τα έχει φτιάξει με τη γκόμενα σήμερα. Τώρα, πριν από λίγο. Από το σπίτι της έρχεται, μένει κοντά, είναι βράδυ, αυτός ο έφηβος ο θεός, περπατάει και δεν ξέρει ότι σήμερα πεθαίνει.

Είναι υγρή η νύχτα, τα φώτα των δρόμων αμέτρητα λαμπιόνια πάνω στην άσφαλτο, σαν Χριστούγεννα, αλλά δεν είναι. Κάποιου είδους γιορτή πάντως είναι σήμερα, γιατί αυτός νιώθει ότι θέλει να ανάψει κεράκι. Είναι ιερό αυτό που νιώθει, το καταλαβαίνει. Να ανάψει κεράκι; Πω, μη το πει αυτό στους κολλητούς και γίνει ρεζίλι με την εκκλησία και τέτοια. Τα άρβυλα κάνουν θόρυβο καθώς τα παρατηρεί. Περπατάει γρήγορα, είναι κυνηγημένος. Σταματάει. Βγάζει το πακέτο με τα τσιγάρα, να ανάψει ένα για τον δρόμο, είναι ακόμα στην ηλικία που είναι τρελή μαγκιά το τσιγάρο. Και εκεί που έχει σταματήσει, ένα σκυλί κολλάει από δίπλα και του κουνάει την ουρά, βραδιάτικα. Ο έφηβος του χαϊδεύει πεταχτά το κεφάλι και έφυγε.
Από πίσω ο σκύλος.

Είναι γουέστερν παρεάκι οι δυό τους. Μπροστά ο σκύλος, να σταματάει πότε πότε να δει αν έρχεται ο μαλλιάς, πίσω ο μαλλιάς να κοιτάει τον σκύλο και να χαμογελάει και να σκέφτεται τα βυζιά της άλλης. Έχει μισό φεγγάρι, δεν βλέπει καλά, ο σκύλος είναι τα μάτια του. Περνάει από κάτι δρομάκια τώρα και φτάνει δίπλα στην μικρή εκκλησία. Ο δρόμος του περνάει από δίπλα της, έχει ένα μεγάλο τοίχο η εκκλησιά από πίσω, λευκό με ένα μεγάλο λευκό φως από πάνω, σαν φεγγάρι. Και μετά, είναι το χωράφι με τα κυπαρίσσια. Τέρμα οι λάμπες του δρόμου για μεγάλο διάστημα. Μετά τον τοίχο της εκκλησίας, απόλυτο σκοτάδι. Και ωωωωπ, ο έφηβος σταματάει να περπατάει τώρα, κοιτάζει ευθεία μπροστά και βλέπει το σκοτάδι. Ο σκύλος χάνεται, τον έχει ρουφήξει το χάος, η νυχτιά.

"Φσσστ" σφυρίζει ο νέος, τα ξέχασε τα βυζιά τώρα. Ο σκύλος άφαντος. Στέκεται στο φως του λευκού τοίχου και εκεί που τελειώνει το φωτεινό δαχτυλίδι προστασίας, μπορεί να ορκιστεί ότι βλέπει τις σκιές να κουνιόνται. Μα τι μαλακίες σκέφτεται βραδιάτικα αλλά βήμα δεν μπορεί να κάνει. Ησυχία, κρύο. Μέσα από την εκκλησία έρχεται ένα μαλακισμένο φως από καντηλάκια και ξαφνικά το όλο σκηνικό έχει γίνει ένας εφιάλτης από LSD. Και έτσι απλά σκέφτεται πως εδώ που στέκεται δίνει στόχο, είναι το μόνο ζωντανό ον στη γύρω περιοχή και όλα αυτά που είναι νεκρά τον κοιτάνε τώρα μέσα από το σκοτάδι, αυτόν-μία φιγούρα μέσα σε ένα φωτεινό δαχτυλίδι.
Κάνει ένα βήμα προς το σκοτάδι. Ο σκύλος σκάει μύτη από το χάος και τον κοιτάει παραξενεμένος. Ένα μικρός λεπτός λυγμός βγαίνει από το ζώο. Σαν να λέει στον έφηβο : "Ξεκόλλα ρε μαλάκα-τι με ψαρώνεις τώρα; -Μία χαρά πηγαίναμε- εγώ μπροστά να μυρίζω και τώρα ξαφνικά κολλάς και με έχεις ψαρώσει- τι τρέχει μαλάκα και δεν μυρίζω τίποτα;"
Ο νέος ξεφυσάει, ηχηρά, μαλάκα κάνει σαν γκόμενα σε ταινία, φωνάζει τον σκύλο να έρθει κοντά του, ο κόπρος πάει, σιγά μη δεν πήγαινε, τζάμπα χάδια.

Αγόρι μου, αγορίνα που ήσουνα ρε μαλάκα και ξαφνικά ο μούργος εκεί που λαχανιάζει ευχαριστημένος, μαζεύει γλώσσα, κρατάει αναπνοή και καρφώνεται ευθεία μπροστά, στο σκοτάδι. Πωωωωω, τον πούστη. Εδώ θα μείνει όλο το βράδυ.
Κανά αμάξι;
Τίποτα.
Έτσι και περάσει αμάξι, θα τρέξει σαν γκόμενα και να πάει να γαμηθεί η πόζα, είναι πάλι εφτά χρονών.
Τίποτα. Ο σκύλος καρφωμένος ακόμα, να ρουθουνίζει που και που. Τι σκατά μυρίζει; Χριστέ μου, ο Σατανάς, πωωωω και μαλάκα τα έχω διαβάσει αυτά στο Ανεξήγητο μιλάμε. Ένα κυπαρίσσι λίγο πιο κάτω, τρίζει στον νυχτερινό άνεμο. Μαλάκα θα βάλει τα κλάματα, δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό, δεν μπορεί να νιώθει τέτοιο παραλυτικό φόβο. Ποια αρχέγονη δύναμη έχει μιλήσει στα σωθικά του, ποιο αρχαίο ένστικτο τον κάνει να είναι ζώο τώρα; Λες και μέσα από το σκοτάδι θα ξεπηδήσει ένα τεράστιο στόμα και θα τον ρουφήξει, ένα αποτρόπαιο στόμα που θα είναι σαν λεωφορείο, το βλέπει τώρα το στόμα.
Ο σκύλος γαβγίζει και τρέχει μες το σκοτάδι. Δεν μπορεί, ταινία είναι ή φάρσα.

Και έτσι ξαφνικά γίνεται.

Σκέφτεται τη γκόμενα που περιμένει τηλέφωνο με το που θα πάει σπίτι, να μιλήσουν μέχρι τα χαράματα. Ανάβει κι άλλο τσιγάρο. Έχει διαβάσει και τον Άρχοντα τώρα πρόσφατα, οπότε παίρνει παράδειγμα. Περιβάλλει τον εαυτό του με ένα λευκό φως, σαν τον Γκάνταλφ, σαν τα ξωτικά τα απέθαντα και φεύγει μπροστά. Πέντε βήματα για το σκοτάδι.

Έχει γεμίσει τώρα, είναι τσαμπουκάς. Η ενέργεια του κάνει τα χαλικάκια να τρέμουν στα πόδια του. Θα φτιάξει και τη μπάντα που θέλει. Θα δώσει και για Καλών Τεχνών και να πάνε να γαμηθούνε. Θα περάσει και την τάξη, σίγουρα. Δε μασάει. Έτσι απλά, το άγχος φεύγει από πάνω του. Τέσσερα βήματα για το σκοτάδι.

Ρε ποιός; Τραβάει τζούρα από το τσιγάρο. Μέχρι και με τη μάνα του θα τα βρει. Δε μασάει τίποτα λέμε. Αλλά βασικά....σκέφτεται τη γκόμενα. Τον λαιμό της και τα βυζιά της, μαλάκα πρέπει να πάρει τον κολλητό πρώτα και μετά την γκόμενα. Έχει να του πει πολλά. Πρώτα όμως θα βάλει Metallica στο κασετόφωνο, μόνο μην το έχει πάρει η αδελφή του το κασετόφωνο στο δωμάτιο της και έχει κοιμηθεί αγκαλιά, πω ξενέρωμα. Τρία βήματα για το σκοτάδι.

Τινάζει το μαλλί, έλα ρε πούστη, θα μου κλάσεις- σε ποιόν μιλάει, τα χάνει, τι γίνεται, ρε μαλάκα λες να είναι ο θεός μέσα στο σκοτάδι, τι είναι θεός; Δύο βήματα.

Είναι Ένα, είναι ένας Θεός, μία φλόγα, μία δύναμη της φύσης, ξέρει να χαμογελάει και ας μην καταλάβει ποτέ την δύναμη που έχει το χαμόγελο του, ξέρει να φοβάται και ας μην καταλάβει ποτέ ότι αυτός του ο φόβος θα τον κάνει αθάνατο, τον θεό αυτό.

Ένα βήμα έμεινε. Καμία αμφιβολία στο περπάτημα του, δεν κομπιάζει. Μπροστά ο σκύλος γαβγίζει χαρούμενα, τον καλεί. "Έλα μαλάκα, δεν υπάρχει τίποτα, ξεκόλλα"
Κάνει το βήμα

και εδώ πεθαίνει. Εδώ τον σκοτώνω. Έλα μωρέ πλάκα κάνω. Μην ξενερώνεις, εννοούσα ότι ο έφηβος "πεθαίνει" συμβολικά, εννοώ ότι τον παγώνω σε εκείνη την στιγμή, πριν μπει μέσα στο σκοτάδι. Δεν έχει σημασία το μετά. Εκείνη η στιγμή του πριν έχει σημασία, αυτό το δευτερόλεπτο πριν χαθεί στην σκιά, αυτή τη στιγμή που δεν υπάρχει φόβος. Αυτή τη στιγμή "σκοτώνω", την αποκαθηλώνω , την ξεκολλάω και την κρεμάω μέσα μου σε ένα κάδρο, σε ένα μεγάλο σαλόνι που έχει πιάσει αράχνες και το τζάκι κρύωσε και οι πολυθρόνες έχουν απάνω τους λεκέδες από λικέρ.

Μην ξενερώνεις.

Ο έφηβος μπήκε στο σκοτάδι.

Και βγήκε μία χαρά. Πιο κάτω τον περίμενε και ο μούργος. Πήγε σπίτι και άρχισε τα τηλέφωνα.

Τη λάμπα στην εκκλησία, την έσπασε κάποιος μαλάκας με μία πέτρα, κάμποσο καιρό μετά. Τώρα εκεί είναι μόνο σκοτάδι.

Thursday, February 07, 2008

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΟΥ ΑΝΕΜΙΣΤΗΡΑ


Σε ένα ιδρωμένο στρώμα πάνω, εδώ και ώρα προσπαθεί να μετρήσει τις στροφές του ανεμιστήρα που είναι στο ταβάνι. Πόσες κάνει το λεπτό; Τον ζαλίζει ο χορός του ανεμιστήρα. Α, ωραίο όνομα για διήγημα. Ο χορός του ανεμιστήρα. Δεν πάει να γαμηθεί και ο ανεμιστήρας. Μαλάκα, άμα ξεκολλήσει τώρα από το ταβάνι και πέσει, μπορεί και να τον σκοτώσει. Όχι, να μην σκέφτεται έτσι.
Είναι γυμνός, τα σεντόνια πεσμένα στο πάτωμα. Πάνω στο στέρνο του, μαζί με τις λιγοστές του τρίχες είναι ένα χαμηλό ποτήρι με ουίσκι. Οι δροσοσταλίδες τρέχουν πάνω στην γυάλινη επιφάνεια και ενώνονται με τον ιδρώτα του, έχουν φτιάξει μία μικρή λιμνούλα ανάμεσα στις ρώγες του. Δεν κουνιέται- μπας και σκοτώσει τη λιμνούλα. Το δωμάτιο του ξενοδοχείου είναι αποπνικτικά μικρό, εκτός και αν είσαι γυμνός. Αλλά αυτός δεν είναι γυμνός για αυτόν τον λόγο. Το δωμάτιο μυρίζει σεξ.
Από την μπαλκονόπορτα μπαίνουν οι νυχτερινοί θόρυβοι της πόλης. Καίγεται την μέρα, το βράδυ ντύνεται πουτάνα και τα σπάει. Η πόλη. Ο καύσωνας έχει σκοτώσει κάμποσους φέτος. Αυτός κάθεται ακίνητος, να τον περάσει για νεκρό η ζέστη και να τον προσπεράσει. Ο αέρας που δεν κουνιέται έχει μια μυρωδιά σαν ταβέρνα. Φταίνε οι ταβέρνες που είναι κάτω από το μπαλκονάκι. Το μόνο φως, αυτό του δρόμου. Χτυπιέται το φως πάνω στο ποτήρι και σπάει σε χιλιάδες κομματάκια που κυλάνε στο σώμα του, στο ταβάνι, στο νωπό στρώμα. Το μαξιλάρι είναι ένα βρεγμένο μπαμπάκι κάτω από τα μαλλιά του. Θα το πέταγε και αυτό στο πάτωμα αλλά δεν θέλει να κουνηθεί-να μην χύσει τη λιμνούλα. Κόλλημα. Είναι ζαλισμένος. Έχει κάνει δύο τρίφυλλα. Πίνει και ουίσκι που ποτέ δεν πίνει ουίσκι. Ο ανεμιστήρας χορεύει. Σκάρτος είναι δεν κάνει δουλειά.
Κάποιοι στον δρόμο γελάνε και θυμάται και αυτός δικά του γέλια. Πάει να γελάσει με μία χύμα που είχε φάει ο κολλητός αλλά σπρώχνει το γέλιο κάτω, στη κοιλιά, να μην κουνήσει το νερό στο στήθος του. Το πουλί του είναι κόκκινο από την τριβή, το νιώθει να φλέγεται αλλά είναι ωραία φωτιά αυτή, την αφήνει να τον καίει.
Να γυρίσει από εκεί που ξεκίνησε ή να φύγει μία και καλή για αλλού; Χωρίς δουλειά και χωρίς όρεξη για δουλειά. Ζωγράφος είναι αλλά τα χρώματα του τον τελευταίο καιρό, του φαίνονται στεγνά, πηγμένα. Άμα πιάνει το πινέλο, μονάχα σκατά βγάζει. Τα τελευταία του λεφτά τα έφαγε σ' αυτό το μέρος. Σε μία γωνιά είναι αφημένος ο φάκελλος του, που κουβαλάει μαζί για να ζωγραφίζει. Και καλά ήρθε εδώ για έμπνευση. Άδεια τα χαρτιά μέσα στον φάκελλο, ακονισμένα όλα του τα μολύβια. Μικρά δόρατα που βγάζουν αίμα. Δεν θέλει να τα σκέφτεται. Πίνει ουίσκι προσεκτικά.
Άμα γυρίσει πίσω στην ασφάλεια, θα ντρέπεται αλλά θα έχει σπίτι. Στρωμένη δουλειά, καλά λεφτά, οικογενειακή αναγνώριση. Τι να κάνει; Να μην το σκέφτεται; Άντε γαμήσου! Πέντε χρόνια τώρα, γυρνάει σαν σκυλί. Ζωγράφισε τα πάντα, την Ευρώπη όλη. Οι κολλητοί ζηλεύουν την ζωή του. Ήπιε κρασιά με Γερμανούς και κοιμήθηκε σε μπουρδέλα, πάνω σε χοντρές πόρνες. Τον κάλεσε ο πρόεδρος καλλιτεχνικού φεστιβάλ στην Ολλανδία και εξέθεσε 5 κομμάτια του εκεί. Πήγε σε όλα τα νησιά της Ελλάδας και πρέπει να γάμησε σύνολο την ηλικία του σε γκόμενες. Τριάντα χρονών είναι. Έχει πουλήσει δουλειά του, τον έχουν κρεμάσει σε σπίτια λέμε. Έμεινε Θεσσαλονίκη και λίγο Κρήτη. Τις περισσότερες φορές μένει σε κάποια γκόμενα που τον μαζεύει. Το παίζει κοσμοπολίτης και βαθύς, αλλά τα ζιγκολίκια του τα έκανε. Δε γαμιέται. Ειλικρινά, πέντε χρόνια, από τα πινέλα του ζει, από τα μολύβια του. Αλλά τον τελευταίο καιρό, τα χαρτιά του μένουν άδεια. Τα πίνει όλα σε μπάφους και ξίδια. Και τρέχει να κρυφτεί από τον εαυτό του.

Ο ανεμιστήρας δεν λέει να ξεκολλήσει, γυρνάει ασταμάτητα, πιωμένος πρέπει να είναι.

Πεινάει αλλά δεν παίζει να σηκωθεί τώρα. Στα πλευρά του τρέχουν κάτι σταγόνες, λίγες είναι αλλά μεγάλες, τον γαργαλάνε. Άμα ζωγράφιζε τώρα το ταβάνι, θα του έκανε άστρα να γίνει ουρανός, τόσο μαύρο είναι. Μια σκιά ολόκληρο, το φως απ' έξω δεν το φωτίζει. Μαύρο και όλο το δωμάτιο, μία τρύπα όλο, θα μπορούσε να είναι τριάρι, δεν φαίνονται τα όρια του. Μία λωρίδα μόνο από την μπαλκονόπορτα που πιάνει το πάτωμα, το κρεβάτι και αυτόν. Και λίγο τοίχο.

Πάει λίγο πίσω.
Οι γλουτοί της ακουμπούσανε στη κοιλιά του, τα χέρια της στο προσκέφαλο, τα μαλλιά της μέδουσα. Η καμπύλη της πλάτης της, κάποια στιγμή έγινε τσουλήθρα στον παράδεισο. Μάζεψε νερό, κύρτωσε και έχυσε το νερό στα πλευρά της, έσταξε στο στρώμα. Την επόμενη λιμνούλα δεν την άφησε να χαθεί. Την ήπιε όλη.
Τώρα αυτή γυρνάει, είναι από πάνω και τον καβαλάει. Τα ζει αυτά ή τα ζωγραφίζει, είναι σε κανα σοκάκι ημίνεκρος από την μαστούρα και τα ονειρεύεται; Από πάνω της, φόντο ο ανεμιστήρας πάνω στο μαύρο ταβάνι, ένας ανεμιστήρας καρφωμένος πάνω στον ουράνιο θόλο. Ανασηκώνεται και την αγκαλιάζει, είναι μέσα της βαθιά και της τραβάει τα μαλλιά, αυτή μπήγει τα νύχια της στο κεφάλι του, πονάει.

Κάτι εκεί κάτω αντιδράει. Έρχεται στο τώρα.
Χαμηλώνει το ποτήρι και το ακουμπάει πάνω στη φωτιά. Αφήνει μια γραμμή από νερό πάνω στην κοιλιά του. Η λιμνούλα ζει ακόμα, δεν την χάλασε η φαντασίωση. Εστιάζει το βλέμμα του στην απέναντι γωνία από το κρεβάτι. Καπνός ξεμυτίζει από το σκοτάδι και μπαίνει στη λωρίδα του φωτός. Κενό. Κι άλλος καπνός. Κενό. Ανάσα. Κι άλλος καπνός.

Μία βροχερή μέρα βρέθηκε στα Ζαγοροχώρια, ζωγράφιζε ένα πλάτανο σε ένα νεκροταφείο. Μαστουρωμένος ήτανε, γιατί έτσι όπως ζωγράφιζε, έγινε ένα με όλα, του είπανε τα Πράγματα ότι όλα καλά, όλα καλά θα είναι. Έγινε ένα με όλα αλλά μάλλον ήταν από την μαστούρα μωρέ. Ένιωσε ασφάλεια εκείνη την μέρα, ένιωσε το νοτισμένο χώμα να του ποτίζει το αίμα.

Τελειώνει το ποτό του. Αφήνει το ποτήρι να πέσει στο στρώμα, τα παγάκια σκορπίζουν στο σεντόνι. Σηκώνει τα χέρια του και τα τεντώνει προς την σκοτεινή γωνιά. Ένα σώμα σηκώνεται από το σκοτάδι, ένας δαίμονας, μία λάμια. Πωωω, είναι κομμάτια λέμε. Το σώμα της φανερώνεται με το που μπαίνει στη φωτεινή λωρίδα, μια θεά που κατέβηκε σήμερα στον κόσμο και ας μην έχει το τέλειο σώμα. Είναι η θεά σήμερα. Το σώμα της είναι τέλειο.

Νωχελικά, τον καβαλάει πάλι και σκύβει στον λαιμό του. Κουνάει την λεκάνη της. Οι ξυρισμένες της τρίχες είναι θάνατος. Νέφτι στα κόκκινα σκέλια του. Και έτσι ξαφνικά, θέλει να ζωγραφίσει πάλι.
Αυτή τη ζωή, αυτό το τώρα. Να πάει να γαμηθεί η ασφάλεια. Ο αέρας δεν μυρίζει ταβέρνα πια, μυρίζει το σώμα της και γίνεται ο αέρας που αναπνέει. Τον δαγκώνει στον λαιμό και το χέρι της κατεβαίνει.

Την φέρνει τούμπα απότομα, τώρα είναι αυτός ο εξερευνητής.
Και θέλει να ζωγραφίσει.

Πάει η λιμνούλα.......

Στον Roland. Σε εκείνο το ποτό που του χρωστάω ακόμα.

Monday, February 04, 2008

ΕΛΙΤ ΑΓΕΛΕΣ


Με χαβανέζικο πουκάμισο, ριγέ παντελόνι με τιράντες, παπούτσια με λυτά κορδόνια και καπέλο αλα Μάικλ Τζάκσον.

Στο μπαράκι, παραλία με αγέλη ελίτ.
Οι ελίτ αγέλες είναι οι γαμάτες παρέες. Οι παρέες που ξέρεις ότι άμα βγεις μαζί τους, τη βραδιά θα τη θυμάσαι. Δεν είναι ανάγκη να τους ξέρεις χρόνια. Αρκεί που οι ψυχές σας θα γνωρίζονται από παλιά.

Είναι πολύ ανεβασμένος. Το χαβανέζικο πουκάμισο το έχει να ανεμίζει, από μέσα να φαίνεται το λευκό φανελάκι και οι τιράντες. Δεν ντύνεται έτσι. Για χαβαλέ το έκανε, να γουστάρει. Έφαγε πολύ δούλεμα για το ντύσιμο μιλάμε. Αλλά είναι ανεβασμένος τώρα, γιατί γελάει με όλα. Έτσι είναι αυτός.

Έχουνε βγει. Hot μέρος σε hot νησί. Για λίγο τα πάντα έχουν παγώσει, οι δουλειές, οι μαλακίες. Έχουνε πάει εκεί να αποδράσουν, από κάτι τρέχουν, καταφύγιο ο ένας στον άλλον βρήκαν και δεν γνωρίζονται πολύ καιρό. Είναι καμιά δεκαριά άτομα. Είναι ελίτ αγέλη. Όλοι ηθοποιοί στο επάγγελμα. Καταλαβαίνεις τι γίνεται άμα βγαίνουν. Διακοπές. Ε, τι να λέμε....

Η βραδιά έχει προχωρήσει και ο ίδιος πιστεύει ότι δεν μπορεί να ανέβει περισσότερο. Είναι στα 5 ποτά και τα χρώματα είναι μικροί οπτικοί οργασμοί. Οι μυρωδιές στις ανάσες είναι όλες κανέλα. Οι υπόλοιποι είναι στα 7 ποτά και βάλε. Μόνος αυτός δεν αντέχει το ποτό. Δεν πειράζει, δε χαλιέται. Βασικά χαλιέται, αυτό είναι το θέμα.
"Οικονομικό" τον φωνάζουν οι άλλοι και γελάει.
Η μουσική βαράει δυνατά. Μιλάνε και χορεύουν, βασικά χορεύουν όλοι μαζί, δεν έχει ζευγάρια η παρέα περιέργως. Δεν γνωρίζονται καιρό, το επάγγελμα τους έφερε μαζί. Γύρω ο κόσμος χορεύει ξέφρενα, όλοι στη τελετουργία της νύχτας δοσμένοι, να ξορκίσουν την μέρα με μανία θαρρείς. Τους καταλαβαίνει και χορεύει με όλους. Ουρλιάζει, γελάει, χοροπηδάει, αγκαλιάζει, ιδρώνει, κάποιοι τον βαράνε στον ώμο και κάτι του γελάνε στο αυτί, λέει "ναι" και γελάει και χορεύει και χορεύει, τώρα κάποιος του δίνει ένα σφηνάκι και το ρουφάει, θεέ μου θα ξεράσει αλλά τι να κάνει, δεν μπορεί να σταματήσει, είναι τόσο ανεβασμένος, χαρούμενος, τους αγαπάει όλους.

Να πάρει ανάσα, μισή ώρα χορεύει ξέφρενα, οι κοπέλες της παρέας δεν καταλαβαίνουν τίποτα, του δίνουν αυτές και καταλαβαίνει, δεν σταματάνε, ένας κολλητός κοιτάει μία, μετά αυτόν και του κλείνει το μάτι. Γελάνε μαζί καλοπροαίρετα, κολλάνε τα κεφάλια και ουρλιάζουν γιατί αυτό είναι ζωή, αυτή η μικρή παγωμένη στιγμή μέσα στον χρόνο που δεν έχει τίποτα σημασία και όλα είναι μοναδικά και σημαντικά. Πίνουν και άλλα σφηνάκια. Να πάρει ανάσα, ακουμπάει στο μπαρ και ζητάει ένα νερό, καθώς πίνει μία από τις κοπέλες τον σκουντάει στον ώμο, την κοιτάζει με νερό να στάζει από το πηγούνι του, ωπ τώρα έβαλε το στρόμπο, γελάνε και οι δύο, θεέ μου πως γελάνε, με τις φασματικές φάτσες τους μέσα στο φως που αναβοσβήνει, τον αγκαλιάζει και του λέει για ένα στοίχημα.

Δεν καταλαβαίνει στην αρχή, κάτι σοβαρό λέει αυτή, μισοκλείνει τα μάτια για να ακούσει καλύτερα.
"Πρόκληση" του φωνάζει πάνω από την μουσική, τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του, ο ιδρώτας του λαιμού της στο στόμα του, η μυρωδιά της κάτι κλεμμένο από Ντε Σαντ.
"Να δώσεις show στο επόμενο κομμάτι, να το συζητάνε για χρόνια σ' αυτό το μπουρδέλο και κερνάω το επόμενο ποτό"

Δίνει show. Γελάνε όλοι με την καρδιά τους. Κερνάνε και άλλα ποτά, ο ένας τον άλλον, χορεύουνε.

Το μαγαζί είναι σχεδόν πάνω στην άμμο, βγαίνει χορεύοντας να πάρει ανάσα. Ο κόσμος αραιώνει προς τα έξω, έχει ξαπλώστρες, κάποιοι χορεύουν, κάποιοι χαμουρεύονται. Κάθεται, είναι γεμάτος, είναι ζαλισμένος αλλά περνάει τέλεια.
Βγάζει τον καπνό του να στρίψει ένα τσιγάρο, πωω θέλει ένα ποτήρι νερό αλλά σιγά μην πάει να φέρει νερό από το μπαρ, καπνίζει και ζαλίζεται, έχει και φεγγάρι που είναι σαν το στρόμπο μέσα, αναβοσβήνει μανιακά το άτιμο, είναι χάλια τώρα και μια βαριά θλίψη τον τυλίγει.

Νιώθει τους μηχανισμούς ασφάλειας της ψυχής του να ρίχνουν το ρελέ. Τέτοια ευτυχία δεν είναι για ένα σώμα, όχι σε ένα βράδυ. Νιώθει λίγο μόνος και ξαφνικά σκάει κολλητός με δύο ποτήρια νερό. Βάζει τα κλάματα και ο κολλητός παθαίνει σοκ, σε λίγο κλαίνε μαζί και μιλάνε για τον θάνατο και για αγάπη και για το σύμπαν και τον θεό. Είναι ζαλισμένος και ξαλαφρωμένος τώρα που έκλαψε. Γυρνάει και ξερνάει δίπλα απ' την ξαπλώστρα, χωρίς θόρυβο, απλά γέρνει και αφήνει τους δαίμονες να βγούνε. Ο άλλος παθαίνει νευρική κρίση γέλιου. Ξερνάει και λέει "μαλάκα" ταυτόχρονα. Ξερνάει και γελάει.

Ως δια μαγείας, το πάρτυ μεταφέρεται στην παραλία με την λίγη μουσική που φτάνει από το κλαμπ. Έχουνε μπει μέσα με τα ρούχα. Είναι και άλλος κόσμος δίπλα τους, κι άλλες αγέλες, ουρλιάζουνε όλες μαζί, πλατσουρίζουν και φιλιούνται και αγκαλιάζονται. Μαλακία κάνανε. Βγαίνουν έξω χωρίς πετσέτες και το δαγκώνουνε κανονικά, τα αγόρια αγκαλιάζουν τις κοπέλες και αγκαλιάζονται όλοι μαζί.

Εκεί.
Ώπα.
Στοπ.
Cut.
Φινίτο.

Το βλέπεις;
Έτσι απλά. Μέσα σε απόλυτη ευτυχία, απόλυτη, σαρωτική ευτυχία.
Δέκα άνθρωποι αγκαλιασμένοι κάτω από το φεγγάρι, βρεγμένοι να τουρτουρίζουν.

Δέκα άνθρωποι αγκαλιασμένοι κάτω από το φεγγάρι, βρεγμένοι να τουρτουρίζουν.

Τέλος.