Monday, January 28, 2008

CHARCOAL SOUL

"Dead Anima"
by
Egggod


Αρχικά έβλεπε την ψυχανάλυση, ψυχοθεραπεία ή όπως αλλιώς σκατά το λένε, σαν αρρώστια. Έπρεπε να παραδεχτεί ότι δεν είναι καλά για να κάνει κάτι τέτοιο.
Μετά άρχισε να του μιλάει η σκιά του και παραδέχτηκε ότι δεν είναι καλά. Πήγε σε έναν ψυχολόγο για 3 μήνες. Τόσο άντεξε.

Μετά βρήκε μία ομάδα διαλογισμού και χώθηκε. Εκεί, διδάχτηκε την τεχνική του δημιουργικού οραματισμού. Ένα είδος διαλογισμού όπου έχεις τον έλεγχο των πραγμάτων, ένα μπέρδεμα υποσυνείδητου και επιθυμιών γεμάτο συμβολικά μηνύματα και αλλοπρόσαλλες εικόνες, ανησυχητικές στην αρχή. Για να βάλεις μία τάξη σε όλα αυτά, χρειάζεσαι ένα οδηγό. Το οδηγό σου, τον οραματίζεσαι χωρίς όμως να είσαι πολύ συγκεκριμένος. Απλά φτιάχνεις ένα καταφύγιο, ένα μέρος που μόνο εσύ ξέρεις και αράζεις εκεί και τον περιμένεις να φανεί.

Έφτιαξε μία καλύβα σε ένα βουνό γιατί του άρεσαν τα βουνά και περίμενε. Κάθε μέρα πριν κοιμηθεί, έκανε διαλογισμό, περιμένοντας τον οδηγό του. Κάποια στιγμή ήρθε. Ήταν ένας ινδιάνος. Ένας μαλλιάς πολεμιστής, πολύ μούρη.
Κάθε φορά που του μίλαγε η σκιά του, έκλεινε τα μάτια του και συναντούσε τον οδηγό του και εκείνος με τη σειρά του, τον ηρεμούσε, του θύμιζε πως οι σκιές δεν μιλούνε.

Για μερικά φεγγάρια πήρε και κάτι φάρμακα.

Για μερικά φεγγάρια η σκιά του, δεν του μίλαγε καθόλου.

Σκότωσε τον οδηγό του ένα βράδυ που τσαντίστηκε μαζί του. Περπατούσαν δίπλα δίπλα μέσα στο δάσος και μιλάγανε για την ψυχή. Ο ινδιάνος του είπε πως η ψυχή του ήταν σκοτεινή. Τσαντίστηκε και του άνοιξε το κεφάλι με μία πέτρα.
Σταμάτησε τον διαλογισμό από τον πόνο. Χτύπαγε το κεφάλι του στον τοίχο για δέκα λεπτά μέχρι να ξυπνήσει.

Τα τελευταία δύο χρόνια είναι κλεισμένος μέσα με φάρμακα. Στην αρχή της θεραπείας, η καλύβα του έμεινε έρημη, χωρίς επισκέπτες. Τον τελευταίο καιρό, βρίσκει δώρα έξω από την πόρτα της καλύβας. Ένα πακέτο τσιγάρα, περιοδικά, γλυκίσματα και σοκολάτες.

Την Πέμπτη, βρήκε ένα τσεκούρι με μία κορδέλα τυλιγμένο, κάρτα κολλημένη στη λαβή του.
"Από τον Θεό" έγραφε.

Να 'ναι αυτός ο νέος οδηγός του;
Θα του δείξει πώς να ξεφορτωθεί τις σκιές που τον κυνηγάνε, τις σκιές που του δίνουν φάρμακα και του μιλάνε με ενοχλητικές τσιρίδες;

Κάθεται στη γωνιά του, παίρνει τα φάρμακα του και χαμογελάει λίγο. Ίσα που φαίνεται η χαρά στο πρόσωπο του. Σε λίγους μήνες βγαίνει.

Δεν τον νοιάζουν οι φωνές και τα σκοτάδια που μιλάνε.

Αυτός περιμένει επισκέπτη.

Wednesday, January 23, 2008

GREY LADY


Μία γκρίζα κυρία ήρθε και στάθηκε δίπλα μου την ώρα που ετοίμαζα τον πρωινό μου καφέ. Πρωινό μαγευτικό και σπάνιο, από τα λίγα που δεν έχω τίποτα να κάνω, πουθενά να τρέξω, θα μείνω με τη ρόμπα και τις παντόφλες που μου έκανε δώρο το μωρό μου, θα βάλω μουσική στον υπολογιστή και θα αράξω, να ξεκουράσω το σώμα μου και το μυαλό μου, να γράψω τίποτα, να χαζέψω την γάτα μου που κοιμάται σαν άνθρωπος τώρα τελευταία, γερνάει κιόλας, πόσο ζούνε οι γάτες;

Που λες, χωρίς να με ρωτήσει η κυρία, πήρε λίγο από τον καπνό μου και άρχισε να στρίβει ένα παχύ τσιγάρο λες και ήταν το τελευταίο της. Πόσο μου τη σπάει να μην με ρωτάνε οι άνθρωποι όταν πρόκειται να χρησιμοποιήσουν τα πράγματα μου. Παραξενιά; Δεν ξέρω, εγώ έτσι μεγάλωσα. Σεβασμό το λέω εγώ γιατί αυτή την κοινοκτημοσύνη δεν την πολυκαταλαβαίνω, ειδικά όταν μόνιμα δανείζεσαι αλλά δεν δανείζεις. Λαμόγιο.

Προσπάθησα να την αγνοήσω και να συνεχίσω να φτιάχνω τον καφέ μου μπας και ξενερώσει και φύγει, αλλά αυτή στρογγυλοκάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και άναψε το παχύ της τσιγάρο. Ρούφηξε τον καπνό με τρόπο που με αηδιάζει, ξέρεις αυτόν που τα μάγουλα τραβιούνται προς τα μέσα και κατά την εκπνοή βγαίνει μαζί με τον καπνό και ένα βογκητό ψευτοηδονής, κάτι σαν "αβββχουυυ". Σταύρωσε τα πόδια της και κάτω από το γκρίζο φόρεμα της, φάνηκαν δύο λευκές γάμπες με σοβαρό πρόβλημα κιρσών. Πώς σκατά λέγεται αυτό, φλεβίτιδα; Αυτό τέλος πάντων. Έχει βαμμένα μαλλιά, οι ρίζες της φαίνονται, κάποτε πρέπει να ήταν ωραία γκόμενα αλλά τώρα έχει γεράσει και το κρύβει. Το άρωμα που φοράει είναι εμετικό. Το κραγιόν της είναι σαν αίμα περιόδου αρκούδας, η μάσκαρα της έχει σβολιάσει πάνω στις βλεφαρίδες της. Τα νύχια της κάποτε ήταν βαμμένα κόκκινα, τώρα είναι βρώμικα και χτυπημένα, τα μισά μασημένα, τα δάχτυλα της κίτρινα από την νικοτίνη. Τι αναίδεια! Μα τι θέλει μέσα στο σπίτι μου; Γιατί δεν φεύγει;

Ετοίμασα τον καφέ μου και κάθισα στο τραπέζι μαζί της. Πίνω λίγο καφέ και στρίβω και 'γω τσιγάρο. Αυτή με κοιτάει συνέχεια, το βλέμμα της αηδιαστικά λάγνο. Ρε μπας και την έχω γαμήσει εγώ αυτήν και δεν το θυμάμαι;

"Σ' έχω γαμήσει εσένα;" την ρωτάω και απολαμβάνω το ξενέρωμα στο πρόσωπο της.
"Δεν θυμάσαι;" με ρωτάει σχεδόν πληγωμένη. Το χέρι της που κρατάει το τσιγάρο ψιλοτρέμει. "Τι να θυμάμαι;"
"Που έλεγες το όνομα μου κατά τη διάρκεια;" Ναζιάρικο νεύμα, δεν της ταιριάζει καθόλου. Και το όνομα της; Πώς σκατά την λένε; Πόσο είχα πιει;
"Εγώ και συ; Είσαι σίγουρη;"
Μισοκλείνει τα μάτια της, Γκρέτα Γκάρμπο στο πιο βλαχέ.
"Έχω ακόμα τα σημάδια σου απάνω μου"
Ρουφάω καφέ. Ανάβω το τσιγάρο μου και την ξανακοιτάω. Μα ρε πούστη μου, που την ξέρω εγώ αυτήν;

Βγάζει το γκρίζο σανδάλι της και σέρνει το πόδι της πάνω στη γάμπα μου. Ξέρει να τα δουλεύει τα ποδοδάχτυλα της, αυτό είναι αλήθεια. Τη κοιτάω και δεν μιλάω. Γύρω από τα μάτια της έχει ρυτίδες που προσπαθεί να κρύψει με στρώματα επί στρωμάτων μπογιάς. Ένα καυλωμένο πτώμα. Γκρίζα.

Μου 'ρχονται στο μυαλό γκρίζες μέρες, συννεφιά, καπνός τσιγάρου μπαίνει στο μάτι μου και τσούζει, δακρύζω και σκουπίζω τα μάτια μου στη ρόμπα μου και μόλις την ξανακοιτάω έχει αλλάξει, έχει την μορφή που είχε τότε όταν της την έπεσα. Πιο νέα αλλά ίδια. Και τώρα την θυμάμαι. Ήταν ερωμένη μου για ένα διάστημα. Την γάμαγα όπου και όποτε μπορούσα, σε κάθε ευκαιρία. Το αποτέλεσμα ήταν αυτή να κολλήσει και να μην ξεκολλάει, να την έχει δει Οφηλία και εγώ ο Τρομέος της. Θυμήθηκα και το όνομα της.

"Μωρή καύλα Μοναξιά, εσύ είσαι;"
"Το 'ξερα ότι θα με θυμηθείς" Λάγνα ικανοποίηση, γερασμένος αισθησιασμός. Μα τι της είχα βρει Θεέ μου;
"Ε και τι θες τώρα ρε συ και έρχεσαι και με ξετρακιάζεις; Πρωινιάτικα; Ε;"
"Ποτέ δεν σε ξέχασα"
"Είμαι γλυκοτσούτσουνος, αυτό είναι αλήθεια"
"Γιατί είσαι τόσο σκληρός;"
"Γιατί μπορώ"
"Είσαι μαλάκας"
"Και συ είσαι γκρίζα, τι να κάνουμε τώρα;" Σιγά μην της χαριστώ της σακοράφας. Ουστ!

Σηκώθηκε με μία κίνηση μπαλετική, πρώτα η λεκάνη και οι γοφοί, μετά το υπόλοιπο σώμα. Έκανε να φύγει μα σταμάτησε στη πόρτα και γύρισε να με κοιτάξει. Δεν θα την άφηνα να έχει την τελευταία κουβέντα.

"Και αν θες να ξέρεις, προσποιήθηκα όλες τις φορές!" Μα τι μαλακία ατάκα είπα; Δε γαμιέται. Γύρισε πληγωμένη και πήρε τον πούλο. Ελπίζω ανεπιστρεπτί.

Ε, εντάξει κάποτε την γούσταρα, το ομολογώ. Όλοι κάνουμε μαλακίες. Το άρωμα της έμεινε για λίγο στον χώρο φέρνοντας μου αναγούλα. Άνοιξα παράθυρα, άναψα και άλλο τσιγάρο. Πήγα στο συρτάρι μου και έβγαλα ένα ημερολόγιο από εκείνες τις ημέρες. Στη πρώτη σελίδα με κεφαλαία γράμματα: "Μοναξιά κενή ερωμένη, γιατί σ' αγαπώ τόσο παράφορα;"

Μα καλά, πόσο μαλάκας ήμουν;

Wednesday, January 09, 2008

ΑΝΤΙΟ ΦΛΑΤΣ


Ο Φλάτς πολέμησε για να κερδίσει μία θέση μέσα στο βαγόνι του μετρό.
Κάθισε και έσφιξε απάνω του την σακούλα με τα ψώνια. Μετρό. Ένα τεράστιο, παραλληλόγραμμο κουτί που σε πάει γρήγορα στο κέντρο της Αθήνας. Σταθμοί μετρό. Τεράστια τσιμεντένια κουτιά από μέταλλο και γυαλί. Χιλιάδες άνθρωποι να μπαινοβγαίνουν.
Ψαχούλεψε ένοχα τη σακούλα και έβγαλε από μέσα ένα μικρό κουτί, από χαρτόνι. Το καινούργιο του bluetooth.

Τι κόσμος. Bluetooth και mp3, i-pod και τετραπύρηνοι υπολογιστές, notebooks και LCD οθόνες με full HD ανάλυση, ATI Radeon και 64-bit, Wii, PS3 και X-Box, κινητά 3G, ADSL, rooters και access points, flash drives kai USB. Όλα τους, κουτιά ηδονής και ευχαρίστησης. Ο Φλάτς ήταν γκατζετάκιας.

Βγήκε από το μετρό, βγήκε από το τσιμεντένιο σταθμό και μπήκε σε ένα κίτρινο κουτί με ρόδες για να πάει σπίτι του. Πλήρωσε 2.70 ευρώ. Μπήκε στο σπίτι του, ένα όμορφο και μικρό κουτί διακοσμημένο από τα ΙΚΕΑ. Άνοιξε το χαζοκούτι, πάτησε το κουμπί λειτουργίας του υπολογιστή του, έβγαλε τα ρούχα του και τα πέταξε πάνω στον καναπέ, τάισε το μίζερο το ψάρι του με το βρώμικο νερό του και κάθισε στο σαλονάκι του αφού πρώτα έβαλε ένα ποτήρι κόκα κόλα. Με παιδική χαρά, ξετύλιξε το καινούργιο του παιχνιδάκι, άνοιξε το μικρό κουτί και έβγαλε τις οδηγίες. Το bluetooth ακουστικάκι τελευταίας ντιζαϊνιάς, ήθελε 7 ώρες φόρτισης την πρώτη φορά. Πάει το παιχνίδι. Το χαμόγελο χάθηκε από το πρόσωπο του Φλάτς. Έβαλε το γκαντζετάκι να φορτίζει και χάζεψε λίγο τηλεόραση. Μετά κάθισε στον υπολογιστή του (όλος ο κόσμος μέσα στο κουτί με το ποντίκι παραδίπλα να περιμένει)
και τσέκαρε αν ήταν κανένας μέσα στο msn. Κανείς. Τσέκαρε το μπλογκ του και το myspace του. Κανένα καινούργιο μήνυμα, αδιάβαστα τα κείμενα του.

Σε ένα συρταράκι κρυμμένο, έχει λίγο χόρτο ο Φλατς. Ανοίγει το κουτί-γραφείο-ΙΚΕΑ, βγάζει από μέσα ένα μικρό κουτάκι ξύλινο, από το μοναστηράκι και καλά ινδιάνικο. Φτιάχνει ένα μονοφυλλάκι και το καπνίζει ενώ καθαρίζει τα νύχια των ποδιών του. Δεν την ακούει από τον μπάφο. Σηκώνεται και πάει και κοιτάει το bluetooth του. Δεν έχει φορτιστεί ακόμα αλλά τι ωραίο και γυαλιστερό που είναι. Πεινάει λίγο. Σε ένα κουτί πάνω στον πάγκο της κουζίνας, ένα χτεσινό κομμάτι πίτσα. Το τρώει και ξαναγυρνάει στον υπολογιστή του να δει αν κατέβηκε η ταινιούλα που είχε βάλει το πρωί. Δεν έχει πολλούς seeders, η ταινιούλα αργεί. Παίρνει ένα κουτί χαρτομάντιλα και κάθεται στον καναπέ. Την παίζει για περίπου 9 λεπτά αλλά δεν καταφέρνει να χύσει. Όλες οι γκόμενες που φαντασιώνεται ο Φλάτς, δεν θα του μιλούσαν ποτέ, δεν θα τον κοιτάγανε ποτέ.

Στις δέκα παρά ο Φλάτς βγαίνει στο μπαλκόνι, βράδυ. Όλη η πόλη τριγύρω, άπειρα φωτεινά κουτάκια. Ακόμα και ο ουρανός με τα άστρα του που δεν φαίνονται, κουτί του μοιάζει του Φλάτς.
Στις δέκα και κάτι, μπαίνει μέσα και βάζει τζαζ στο high-end στερεοφωνικό του. Από ένα μεταλλικό κουτί, βγάζει ένα 38άρι και δαγκώνει τη κάννη. Στις δέκα και κάτι ο Φλάτς, τινάζει τα μυαλά του πάνω στον μοναδικό πίνακα του σαλονιού που δείχνει κάτι χρωματιστά κουτιά που διασταυρώνονται. Μοντέρνα τέχνη. Ο Φλάτς την έκανε γκραν γκινιόλ.

Κι' έτσι ο άνθρωπος που λέγαν Φλατς
ταξίδι πήγε στο ΕΚΕΙ
μεν τα μυαλά του κάναν πλάτς
αλλά αυτός αδιαφορεί

Κουτιά δεν βλέπει, δεν πονά
μονάχα παίζει σαν παιδί
με γκατζετιές καλοπερνά
σ' ένα παράδεισο LCD

Στον Φλάτς να πείτε ρε παιδιά
να μη μασάει, να χαρεί
και θα διαλέξουμε γι' αυτόν
το πιο ευρύχωρο κουτί.

Friday, January 04, 2008

3 ΦΛΟΥΡΙΑ


Κέρδισα 3 φλουριά αυτή τη χρονιά.

Φλουρί. Τι αστεία λέξη. Από που να βγαίνει;
Και καλά δεν σε νοιάζει αν θα το κερδίσεις, αλλά δεν σε χαλάει κιόλας άμα σου κάτσει. Αλλά 3; Σε 3 διαφορετικές πίτες, σε 3 διαφορετικά μέρη, 3 διαφορετικά νομισματάκια με περίμεναν μέσα στο ψωμένιο κρεβατάκι τους, την ώρα που το μαχαίρι περνούσε από δίπλα τους, να βγουν στο φως, να τα κρατήσω ψηλά μέσα σε χειροκροτήματα και αγκαλιές.

Και καλά δεν με νοιάζει αν θα μου πέσει το φλουρί. Αλλά πώς γίνεται και όλοι μαζεύονται γύρω από την πίτα όταν την κόβουν, κοιτάνε με προσμονή και μόλις κάτσει σε κάποιον το φλουρί, η πίτα ξεχνιέται, κανείς δεν την τρώει, τα κομμάτια αφήνονται πάνω σε χαρτοπετσέτες. Έχει και λίγη μελαγχολία το φλουρί, θυμίζει κάτι από "Κάλπικη Λίρα" με τον Χορν. Τι death ταινία ήταν αυτή! Με έχει στιγματίσει, στον λαιμό μου έχει κάτσει από μικρό παιδάκι. Στο τέλος της ταινίας την πετάει στον δρόμο και βγαίνουν τα γράμματα, δεν τρέχει να προλάβει την Λαμπέτη, να την αρπάξει και να την φιλήσει και ας έχει κάνει και τρία κουτσούβελα η πουτάνα.

Ταυτόχρονα με το κοσμοϊστορικό γεγονός των τριών φλουρίων(ε) λένε ότι φέτος θα είναι και η χρονιά των αιγόκερων(ε). Διπλή τύχη δηλαδή καθώς και γω Αιγόκερως είμαι. Αλλά ποιος πιστεύει στα αστέρια; Ωροσκόπο Κριό. Λένε για λεφτά και επιτυχία.
Άντε, τώρα μένει να με κουτσουλίσει ένα περιστέρι, να βρω ένα τετράφυλλο τριφύλλι και να χέσω μία κουράδα σε σχήμα καρδιάς.

3 φλουριά.

Το ένα θα το βάλω κάτω από το μαξιλάρι μου.
Το δεύτερο θα το βάλω μέσα στο πορτοφόλι μου.
Το τρίτο θα το δώσω στη φεγγαροναράϊδα μου εκεί πάνω, να πάει να το φυτέψει στο φεγγάρι, να ανθίσει η ευχή μου για όλους, να την βλέπουνε κάθε νύχτα πριν ξαπλώσουν.

Ποιος πιστεύει στα φλουριά;

Φέτος, εγώ.