Tuesday, December 30, 2008

Ο ΓΥΡΙΣΜΟΣ


Έβαλε το καλό του το σακάκι και ένα καπέλο μαύρο.
Του πήγαινε το μαύρο. Κοιτάχτηκε φευγαλέα στον καθρέφτη. Φευγαλέα, μπας και δει τίποτα στη ματιά του που τον τρομάξει. Κλείδωσε την εξώπορτα και άκουσε τον ήχο του κλειδιού να σεργιανίζει μέσα σε ένα άδειο σπίτι. Το άρωμα του πλανήθηκε λίγο στον διάδρομο της πολυκατοικίας. Λαμπάκια παντού. Χριστούγεννα.
Κρύο.
Από αυτά τα κρύα που σε κάνουν να τυλίγεις τις άκρες απ' τα μανίκια του πουλόβερ σου γύρω απ' τις χούφτες σου. Βγήκε στον δρόμο και τον χαιρέτησαν κάτι δέντρα παγωμένα και ένα βρεγμένο σκυλί που τον ακολούθησε μέχρι τη γωνία. Περπάτησε γρήγορα, κρύωνε.
Βρέθηκε στο γνωστό μεζεδοπωλείο, χωμένο μέσα στα αθηναϊκά σοκάκια, κάτουρα απ' έξω, μέσα ζέστη και γέλια. Κάθισε στο γνωστό τραπεζάκι, από κείνα που είναι για δύο άτομα μόνο, καρέκλες ξύλινες με πλεχτή ψάθα, κρασοπότηρα γρατζουνισμένα από τα πολλά "γεια μας", χαμηλός φωτισμός.
Τα παιδιά που είχαν το μαγαζί, φίλοι. Του ακούμπησαν μπροστά του ένα καραφάκι με ζεστό ρακόμελο και ένα μεζέ. "Χρόνια πολλά" του είπαν και εκείνος απλά τους χαμογέλασε. Έστριψε τσιγάρο και μέθυσε. Χάζεψε με την παρέα στο βάθος.
Κάποια στιγμή κάποιος είπε μεθυσμένα "καλή χρονιά" και τους έπιασε όλους γέλιο. Είχε περάσει η ώρα.

Κατά τις δύο, πήρε τον δρόμο του γυρισμού.
Το νερό είχε παγώσει στις λακκούβες. Γύρω από τα φώτα των δρόμων αραιή ομίχλη. Πέρασε δίπλα από έναν καμένο κάδο απορριμάτων, ένας τεράστιος σκοτεινός όγκος σαν πεσμένος γίγαντας μετά από λυσσαλέα μάχη. Πάνω στην καβουρνιασμένη επιφάνεια, κάποιος είχε γράψει με λευκό σπρέι: "Σκάστε όλοι. Μιλάει η φωτιά τώρα."
Πέρασε από το νεκροταφείο. Περπατώντας παράλληλα με τον μακρύ τοίχο του, σκέφτηκε πως εκεί μέσα είχε και κάμποσους δικούς του, συγγενείς και φίλους. Σταμάτησε να περπατάει, κοίταξε κατά τη μεριά των τάφων. "Καλή χρονιά" ψιθύρισε και ένιωσε αμέσως πολύ ανόητος. Το μυαλό του όμως επέμεινε και τον τράβηξε σε μονοπάτια φιλοσοφικά.
Να με ακούνε άραγε;
Έστριψε τσιγάρο με χέρια που έτρεμαν, το κράτησε στο στόμα του και έδωσε έναν σάλτο πάνω από τη μάντρα.
Μία θάλασσα από αναμμένα καντηλάκια, σαν μακάβρια ροκ συναυλία όπου οι θεατές κρατάνε ψηλά τους αναπτήρες τους με σκελετωμένα χέρια. Δύο μάτια στο σκοτάδι, καρφωμένα πάνω του τον παρακολούθησαν να περπατάει ανάμεσα στα μνήματα. Σε λίγο εμφανίστηκαν και άλλα ζευγάρια από φωτεινούς κύκλους, γατοθαμώνες των νεκρών. Δεν τους έδωσε σημασία. Βρήκε ένα μαυσωλείο με ένα μαρμάρινο παγκάκι απ' έξω, έκατσε. Για κάποιον λόγο, το κρύο είχε μειωθεί. Η παγωνιά του θανάτου εξουδετερώνει τον χειμώνα, είναι ζεστά τέτοια μέρη τις πιο κρύες μέρες.

"Έχεις άλλο τσιγάρο;" του είπε η κοπελιά που βρέθηκε δίπλα του.
Φορούσε άσπρο φόρεμα, επίσημο, αέρινο. Μακριά ξανθά μαλλιά, λευκό δέρμα, μάτια από σκοτάδι. Τον ενόχλησαν λίγο τα μάτια της, του θύμιζαν άδεια σκηνή θεάτρου. Της έδωσε τη καπνοσακούλα του.
"Δεν ξέρω να στρίβω" χαμογέλασε εκείνη. Της έστριψε τσιγάρο και την στιγμή που της το έδινε, ακούμπησε τα δάχτυλα της με τα δικά του. Ήταν ζεστά.
Καπνίσανε για λίγο σιωπηλοί. Μαζεύτηκαν γύρω τους οι γάτες, κάθισαν σε παρτέρια και σε σταυρούς απάνω, πίσω από ανθοθήκες - ακόμα και πάνω στις ταφόπλακες - και τους παρατηρούσαν με φλογισμένα μάτια.
Σαν πέρασε η ώρα, πέταξε το τσιγάρο της η κοπελιά και έσκυψε στο αυτί του. Κάτι του ψιθύρισε απαλά, έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια του. Τώρα το άγγιγμα της ήταν καυτό. Τον έγδυσε αργά, την άφησε. Γυμνή μπροστά του στάθηκε, σαν άγαλμα, ανέβηκε απάνω του, μπήκε μέσα της. Ιδρώσανε οι δυο τους, το φάντασμα και ο νεαρός, αχνίζανε τα κορμιά τους, τα βογγητά της ενόχλησαν τις γάτες που άρχισαν να δαγκώνονται και να σφυρίζουν. Στην κορύφωση του, τον έσφιξε μέσα στη κοιλιά της.
Ύστερα σηκώθηκε από πάνω του και ξάπλωσε ανάσκελα πάνω στις πέτρες και γέννησε τον καρπό του έρωτα τους. Άνοιξε τα πόδια της και βγήκε από μέσα της ένα μαυριδερό ον, ένα ατροφικό μωρό με ατσάλινα νύχια και καρφίτσες για δόντια, μάτια γάτας. Σκαρφάλωσε με ταχύτητα εντόμου στον ώμο του και έχωσε τα δόντια του στο δέρμα του νεαρού.
Άρχισε να τρέχει έντρομος. Το μωρό δεν ξεκολλούσε από πάνω του.

Στάθηκε μπροστά στη μάντρα και τέλειωσε το τσιγάρο του. Έφυγε πολλή ώρα μετά το τέλος της μακάβριας φαντασίωσης του. Πήρε τον δρόμο του γυρισμού και άφησε ένα κομμάτι του εκεί, αλαφιασμένο να τρέχει ανάμεσα σε νυχτωμένους τάφους.
Πιο κάτω, περνάει από παρκάκι δίπλα και τα μάτια του πιάνουν ένα ζευγάρι ημιφωτισμένο από τη λάμπα του δρόμου, μισό στο σκοτάδι μισό στο φως, να φιλιούνται, να αγκαλιάζονται. Εκείνος της ψιθυρίζει στο αυτί και νομίζει πως δεν ακούγεται ο χαζός μέσα στη σιγαλιά του χειμώνα.
"Σ' αγαπώ ζωή μου" της λέει στο αυτί.
Ακουμπάει το κεφάλι της στο στήθος του.
Στέκεται και τους χαζεύει, μεθυσμένος μέσα στις σκιές, δεν τον βλέπουν.
Της σηκώνει το πρόσωπο να δει τα μάτια της. Δεν του αρκεί η σιωπή της.
Κοιτάζονται.

Θολώνει το φως της λάμπας στα μάτια του, αρχινάει να περπατάει πάλι. Πριν απομακρυνθεί πολύ την ακούει να του απαντάει: "Κρυώνω"
Δεν χρειάζεται να γυρίσει για να δει την αγκαλιά. Σχεδόν την ακούει μέχρι που χάνεται.
Πήρε τον δρόμο του γυρισμού.

Και φτάνει σε ένα σπίτι μετά από μακρύ ταξίδι στη σκιά και στο κρύο. Εκείνο το βράδυ.
Βάζει το κλειδί στη πόρτα.
Φως από μέσα.

Ακούει τον διάλογο, δεν τον φαντάζεται.
Δεν στέκεται μόνος του σε ένα έρημο σπίτι, Πρωτοχρονιά.

"Που χάθηκες; Είναι αργά"
"Χάθηκα στις σκιές μωρό μου. Μα να 'μαι. Μην τρομάζεις.
Γύρισα.

Καλή χρονιά ζωή μου. "

Wednesday, December 24, 2008

ΜΕΓΑΛΟΚΟΥΒΕΝΤΟΛΑΤΡΗΣ


Σε ένα ξενδοχείο μέσα.
Τασάκι γεμάτο, η πλάτη πονάει. Πονάνε και τα πόδια. Χτυπάει η πόρτα και μου φέρνουνε τον καφέ που παρήγγειλα. Μία νέα κοπέλα που δείχνει κουρασμένη και αυτή.
Κουρασμένος και εγώ.

Γύρω το δωμάτιο ακατάστατο.
Έξω φυσάει.

Θα ανοίξω το παράθυρο να μπει ο άνεμος. Να τα παρασύρει όλα, να κάνει τα χαρτιά με τις σημειώσεις πουλιά, να φύγουνε από το δωμάτιο και να πετάξουνε στη πόλη, να τα μουσκέψει η βροχή και να τα ρίξει νεκρά πάνω στα κεφάλια των περαστικών. Να λιώσει το μελάνι από τις σελίδες και να γίνει μαύρα δάκρυα στα πρόσωπα τους.

Όχι.

Θα σταθώ απλά στο υπερυψωμένο μου μπαλκόνι και θα ουρλιάξω. Με χαρά και πλησμονή και καύλα και οργή και κούραση. Να με ακούσουν τα σκυλιά της πόλης και να με συναντήσουν με την φωνή τους.

Το παράθυρο ακόμα κλειστό είναι, όλο μεγάλα λόγια είμαι.
Μεγάλες κουβέντες.
Να πω λίγες ακόμα, μέχρι να πιάσει ο καφές και να ξυπνήσω.

Καλημέρα.
Αν με γνώρισες μέσα στα σκοτάδια μου, μη με κακοκαρδίζεις. Κέρνα με ένα ποτό και θα σου μιλήσω αληθινά. Είμαι μεγαλοκουβεντολάτρης, δεν είμαι ψεύτης.
Αν έχεις μείνει μαζί μου απ' τα παλιά, περίμενε λιγάκι. Ξανάρχονται οι μέρες που θυμόμαστε.

Και -αν και μισώ τις χαζές γιορτές- θα σου ευχηθώ καλή χρονιά.
Έλα να φάμε κουραμπιέδες και μελομακάρονα.
Να ντυθούμε καλά και να γιορτάσουμε.
Δεν πειράζει που ο κόσμος καίγεται.
Εμείς καιγόμαστε, η φωτιά μας απλά δεν κρατιέται άλλο μέσα.
Έλα να καούμε ολοκληρωτικά λοιπόν, να πέσουν από πάνω μας τα γύψινα καλούπια.

ΦΤΑΝΕΙ
Ομολογώ

Πέρασα χρόνια πιασμένος από κάτι γνώριμο, κάτι βολικό.
Το σχήμα μου το ορισμένο, οι αντιδράσεις μου οι αναμενόμενες, τα βλέμματα μου τα συγκεκριμένα.
Σε ύφαλο έφτασα με αχινούς. Τους έγλειψα και πρήστηκε η γλώσσα μου.

Ομολογώ

Πως παραδίνομαι πια στο καινούργιο και στο αναπάντεχο.

Μεγάλες κουβέντες.
Ωπ, έπιασε τώρα ο καφές και ξύπνησα.
Κουρασμένος χαμογελώ.

Βλέπεις, είμαι χαρούμενος που ορίζω πολύ λιγότερα από όσα νόμιζα.

Εμπιστοσύνη

:)

Thursday, December 04, 2008

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ


Θέλω να κάτσω να σου πω κάτι χρωστούμενα
και έτσι για αλλαγή
σήμερα το βράδυ θα πιστέψω σε σένα και θα τα πούμε
γιατί μου τη σπάει η σιωπή.

Άραξε
και άναψε τσιγάρο
αν καπνίζεις

Ένας τύπος σήμερα στον ηλεκτρικό, ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Σαραντάρης, ψηλός με μουστάκι και αφράτο γκρίζο μαλλί, σαν κουνουπίδι. Τρελό βλέμμα, χαμένο. Κάθεται και αμέσως λέει:

"Ἁχ, η μέση μου"
"Εντάξει" σκέφτομαι "ο άνθρωπος πονάει".
"Ἁχ, η μέση μου" ξαναλέει.
"Οκ, το πιάσαμε" μονολογώ μέσα μου και κοιτάζω ίσια μπροστά.
"Πονάει η μέση μου" ξαναλέει απροκάλυπτα και με κοιτάει. "Είμαι από τις τρεις στο δρόμο."

Μετά τον παίρνει ο ύπνος και κάπου τρεις στάσεις μετά, έχει γείρει πάνω στον ώμο μου και κοιμάται. Οι τριγύρω επιβάτες, έχουν σκάσει στα γέλια. Και για κάποιον λόγο αυτό με τσάντισε πολύ και έτσι από τσαμπουκά, τον άφησα τον τύπο να κοιμάται στον ώμο μου. Τον ξύπνησα για να κατέβω και του είπα καληνύχτα. Κανείς καριόλης δεν γέλασε τότε.
Θα θελα να μπορούσα να είχα πει σε όλους καληνύχτα.
Αλλά τουλάχιστον χάρηκα που τον άφησα να κοιμηθεί.

Εσύ ήσουν ε;

Μουνάκι.




Μία άλλη φορά, πρέπει να ήμουν δώδεκα, χτύπησε η αδερφή μου στο κεφάλι και έμεινε σπίτι δύο μέρες με ελαφριά διάσειση. Εντάξει θα μου πεις, ε, και;
Μόνο που ο πρώτος μαλάκας γιατρός που πήγε η μάνα μου, είδε ράγισμα στο κρανίο της αδερφής μου εκεί που ήταν απλά η ραφή του οστού. ΡΑΓΙΣΜΑ γαμώ το κέρατο μου.
Τρελάθηκε η μάνα μου.
Προσευχήθηκα εγώ.
Το ίδιο βράδυ.
Αντάλλαξα κάτι πολύ συγκεκριμένο για να γίνει καλά.
Καλά είναι.
Με κάνει υπερήφανο που βγήκαμε από την ίδια μήτρα, κάθε μέρα.

Εσύ ήσουν;

Τι έγινε, κρυφακούμε;
Οπότε έχεις ακούσει και όλα τα μπινελίκια.
Στα αρχίδια μου, συγγνώμες δε ζητάω, είσαι και συ μαλάκας.



Α, ένα απόγευμα σε μία στάση λεωφορείου θυμάσαι τι σου παρήγγειλα για τη μάνα μου;
Σαν τη δική σου καριόλη θα της φέρεσαι.
Γιατί δεν μπορεί, κάποια σε γέννησε και σένα.
Α, θυμάσαι που σου πα:" Κάνε ό,τι θες, μόνο μου μη μ'αφήσεις" ;
Αυτή σου η εμμονή, να διδάσκεις μέσα από τα αντίθετα, είναι που έχει γαμήσει τη δημοτικότητα σου.
Α, θυμάσαι που έφαγα χαλίκια και ξέρασα χολή και κρεμάστηκα πάνω από τάρταρα και ξέχασα το όνομα μου από τον πόνο;
Α, θυμάσαι ε;

ΠΩΣ ΝΑ ΜΗ ΘΥΜΑΣΑΙ ΡΕ ΜΠΑΣΤΑΡΔΕ
ΑΥΤΟ ΕΛΕΙΠΕ
ΑΦΟΥ ΗΣΟΥΝ ΕΚΕΙ

Εντάξει, χαλαρώνω.
Θες άλλο τσιγάρο;

Έχω κάτι ουλές στη πλάτη
Ευχαριστώ
Έχω ένα σπασμένο πόδι και μυωπία
Σε ευχαριστώ
Έχω μαύρα γυαλιά μπροστά στα μάτια μου, τους βλέπω όλους γκρίζους και θέλω να τους χρωματίσω όλους, αλλά τελικά δεν φταίνε οι άλλοι, εγώ πρέπει να βγάλω τα γυαλιά. Χμμμ.
Θενκς.

Έχω όμως και μερικές ψυχές που με σκέφτονται αληθινά και τρεις που θα είναι εκεί για μένα.
Έχω μία γάτα που με έχει ερωτευτεί και εγώ δε ζω μακριά της.
Έχω μία δουλειά που κάποτε ήταν όνειρο, τώρα το ζω.
Έχω πνοή.
Έχω

μία γαμημένη παρόρμηση να σε πνίξω.

Γελάς ε;

Παρόλο που δεν το 'χω ακόμα τελείως
να σου πω κάτι;

Είσαι θεός ρε.

Αλλά είναι σαν το σκάκι.
Πρέπει να δεις το σχέδιο του άλλου για να καταλάβεις τι πρέπει να κάνεις.
Το δικό σου δεν το 'χω ακόμα όλο.
Αλλά ειλικρινά σου μιλάω,

στην επόμενη παρτίδα την γάμησες κολλητέ.

Friday, November 28, 2008

ΚΟΛΑΖ


Κόκκινη ανάσα πάνω σε γαλάζιο σεντόνι.
Είναι καλοκαίρι.
Σημάδια από κραγιόν σε ένα σημείο στο μαξιλάρι. Ρούχα πεταμένα στο πάτωμα, ένα γεμάτο τασάκι στο κομοδίνο, ένα ποτήρι νερό, ένα βιβλίο.
Σκιές στον ουρανό τα πουλιά, προσπαθούν να ξεφύγουν από την καλοκαιρινή καταιγίδα που μαζεύεται, φουσκώνουν τα σύννεφα και πρήζονται, στέκομαι στο παράθυρο.
Η ώρα εφτά.

"Θα βρέξει"
"Μμμμ"

---

Μέσα σε ένα ταξί, σταματάμε σε φανάρι δίπλα σε ένα συντριβάνι. Μία νεαρή μητέρα κρατάει ένα τρίχρονο κοριτσάκι από τις μασχάλες. Κάνει ότι τη ρίχνει στο νερό και η μικρή γελάει. Ανάβει πράσινο.
Μα θέλω κόκκινο να μείνει το γαμημένο, λίγο ακόμα εκεί να χαζέψω την ευτυχία.
Πρόλαβα να τις χαρώ και τις δύο από τον καθρέφτη, μέχρι που χάθηκαν.
Το να κοιτάζεις πίσω καμιά φορά, σου φτιάχνει όλη τη γαμημένη μέρα.

---

Χάιδεψα ένα σκύλο ρε.
Τι να σου πω τώρα για αυτόν τον μόρτη;
Τεράστιος κόπρος, φουντωτός και περήφανος, Μοναστηράκι. Κάπου στο background η αγέλη, ξεχωρίζει αυτός και έρχεται, σφυρίζω για να παίξω αλλά δε μασάει, έρχεται και με σκουντάει με τη μουσούδα του, κάθεται στα πισινά πόδια και σηκώνει ποδαράκι.
Αλήθεια ρε! Σαν γαμημένη ταινία του Ντίσνεϋ.
Κάποιοι περαστικοί χαμογελάνε, μένω άναυδος, αυτός ανασαίνει με κρεμαστή γλώσσα.
Σαν να έλεγε:

"Γεια. Η μυρωδιά σου man -και sorry που επεμβαίνω- είναι λίγο πικρή. Κοίτα να τρως περισσότερο σίδηρο και γέλα λίγο. Άντε, φεύγω περιμένουν τα φιλαράκια μου."

Και σαν μαλάκα με άφησε, στη μέση του δρόμου.
Ένα μεγάλο μαύρο σκυλί που απομακρύνεται από έναν εμβρόντητο μαλάκα.

---

Βρήκα

δύο μεγάλα δάχτυλα
και τα έβαλα γάντια
και με τις τεράστιες δαχτυλούκλες μου
έξυσα λίγο τη μεμβράνη που τύλιγε τα μάτια μου
και είδα χρώμα
Τι εννοείς "ποιό χρώμα";
Άσπρο της γέννησης.

---

Α.
Είπα να αφήσω μούσια.
Έτσι. Να δω πως είμαι και με άσπρες τρίχες.

Έχω αφήσει πίσω μου, ένα τεράστιο μονοπάτι από βλέννα μαύρη, μύξα κολασμένη από το σύρσιμο μου.
Καμιά φορά το να κοιτάς πίσω, είναι αρκετό για να σε γαμήσει για χρόνια ολόκληρα.

---

Σε ένα χωριό στον μεσαίωνα, κάπου στην Ευρώπη, συνέβη το εξής θαυμαστό:

Βρήκανε λέει μέσα στα χωράφια τους έναν δαίμονα. Μικρόσωμο, με κέρατα και ουρά και οπλές. Τον πήγανε στη μέση του χωριού και τον κάψανε, αυτός να ουρλιάζει ακατάληπτες ασυναρτησίες στη κολασμένη γλώσσα.

Το γεγονός είναι υπαρκτό, σαν καταγραφή τουλάχιστον.

Ο δαίμονας ούρλιαζε: "Ευχαριστώ, ευχαριστώ"

---

Και σαν άλλος να κινεί το σώμα μου
σε πλησίασα με το ποτό στο χέρι και είπα

Καλησπέρα;
Να συστηθώ;
Είμαι αυτός που πριν από λίγο δεν υπήρχε καν, ούτε σαν σκέψη μα τώρα είναι εδώ, απλά πήρε τα ηνία και είμαι εγώ, εννοώ είναι εγώ. Μα είμαι εδώ.
Εγώ
Εδώ
Εγώ Εδώ
Τζζζχχχχ
τττττρρρττ
βζζζζτ
error code process
-T 3862 parameter invlaid---- initializing
543534
4535
6545756756567
^6575^^^^^^^^^^^//hwr.anamorph...2

Μπλέ οθόνη

Ε, restart.

Και ένα τσιγάρο μέχρι να μπουν τα windows.

Saturday, November 22, 2008

Το δεντράκι μας


Χτες γιορτάζανε οι Μαρίες.

Όταν την έπαιρναν τηλέφωνο κατά τον Αύγουστο μεριά να της ευχηθούν, έλεγε χαμογελαστά "Τον Νοέμβρη, τον Νοέμβρη"αλλά κατά βάθος γούσταρε που την έπαιρναν τόσοι πολλοί τηλέφωνο.

Νομίζω
ναι, είμαι σίγουρος
πως την πρώτη μου ζωγραφιά για μία γιορτή της, την έχω ακόμα
είχα ζωγραφίσει την ίδια κάτω από ένα δέντρο
με έναν μεγάλο ήλιο και με κάτι τεράστια, ατσούμπαλα γράμματα είχα γράψει μία ευχή
ευχή γιου

Να έρθω λίγο;
Στο δεντράκι από κάτω;
Να με πάρεις λίγο αγκαλιά μωρέ.
Που χάθηκες;
Έχω αρχίσει να ξεχνάω το πρόσωπο σου και ντρέπομαι λίγο.
Να έρθω λίγο;
Να πάρω εκείνο το κίτρινο κραγιόνι να φτιάξω τον ήλιο ακόμα πιο μεγάλο
να μην νυχτώσει ποτέ και εσύ να με κρατάς
να με κουνάς
και να μου ψιθυρίζεις πως όλα θα πάνε καλά;

Να σου θυμώσω;

Που δεν είσαι εδώ τώρα;
Να δεις πως πιάσανε τόπο οι γαμημένες σου ξυλιές;

Πώς να σου θυμώσω;
Αχ, πώς;

Thursday, November 20, 2008

ΒΡΕΓΜΕΝΟ ΝΕΟΓΝΟ


Ένα βρώμικο πεζοδρόμιο, βρεγμένο.
Προχτές το μετρό με κατέβασε με τσαμπουκά στο Σύνταγμα. Είχε πορεία λέει, δεν κατεβάζει Ευαγγελισμό. Ποτάμια παντού, νερό να αδειάζει απάνω μου σαν εξωκοσμικός καταρράκτης. Κάτω απ' την ομπρέλα μου, με πιάσαν τα κλάματα. Έβαλα και γω λίγο νερό σε έναν βρεγμένο κόσμο.
Έχασα τον δρόμο μου, ξεκίνησα για αλλού και γύρισα πίσω, τα 'χασα, στάθηκα στη μέση της πλατείας σαν μικρό παιδί. Γύρω μου να τρέχουν όλοι, κάποιοι να με σκουντάνε, βρώμικο πεζοδρόμιο.

Το πήρα απόφαση.
Άρχισα να περπατάω.
Θα βραχώ που θα βραχώ, δεν τη γλυτώνω.

Να με έβλεπες.
Ένας σωστός κύριος.
Το κεφάλι ψηλά και ας βρέχει.
Ένας σωστός άντρας.

Ένα μικρό
φοβισμένο αγόρι
που περπατάει
στη πλατεία Συντάγματος
και πίσω του έχει αφήσει ένα τεράστιο κέλυφος, άδειο, σπασμένο.

Μέσα σε μία τεράστια λίμνη από αίμα.

Είπαμε.

Βρώμικο πεζοδρόμιο.

Wednesday, November 19, 2008

ΑΙΝΙΓΜΑ

Τι γίνεται όταν δύο φοβεροί εγωισμοί συναντηθούν σε ένα στενό γεφύρι;

Όχι αλήθεια ρωτάω.

Τι γίνεται;

Monday, November 17, 2008

ΟΥΡΑΝΟΣ


Θέλω να γίνω ουρανός.
Να με προσκυνάνε αυτοί που προσεύχονται νομίζοντας πως μιλάνε σε κάποιον θεό πέρα από μένα.
Θέλω να είμαι ουρανός.
Να απλώνομαι, να τεντώνομαι, να αράζω πάνω στις πλάτες της γης, να με ζωγραφίζουν και γω να χασμουριέμαι.
Να κλαίω άμα θυμώνω και όταν σκοτεινιάζω, να έχω για φακό μου το φεγγάρι.
Να ματώνω στο τέλος των καιρών και όλοι οι ερωτευμένοι να πίνουν κρασί στο όνομα μου. Να είμαι γκρίζος στις κηδείες και μοβ στα ηλιοβασιλέματα.
Θέλω να γίνω ουρανός.
Μα μόνο χώμα είμαι.
Όχι.
Θέλω να είμαι ουρανός από χώμα και αν είναι βλάσφημο αυτό τότε

βλάσφημο να με πούνε.

ΚΡΥΣΤΑΛΛΙΝΟΣ ΙΣΤΟΣ


"Ακροβατούμε αγαπητέ.
Σε έναν ιστό από σάλια μέλισσας, γλιστράμε απάνω του, ο ιστός είναι ένα μονοπάτι. Από κάτω λουλούδια, οπότε και να πέσουμε, δεν τρέχει τίποτα. Ο αέρας είναι κρύος, παγώνει τον σαλιωμένο ιστό και τον κάνει κρυστάλλινη λεπίδα, εμείς απάνω του να παλεύουμε για ισορροπία.
Δεν βαρέθηκες να αγχώνεσαι;
Σταμάτα να κάνεις σαν ηλίθιος και πέσε.

Λουλούδια είναι από κάτω."

ΑΝΑΣΑ ΣΕ ΜΑΛΑΚΟ ΜΑΞΙΛΑΡΙ


Κοιμήσου.

Και εγώ θα στείλω λευκοστόλιστους ιππότες να φυλάνε τις ανάσες σου, αυτές που κλέβεις για να θρέψεις τα όνειρα σου, κλεφτές ανάσες πάνω σε μαλακό μαξιλάρι. Κι' αν τύχει και ξυπνήσεις απότομα, δεν θα με δεις. Μπορεί να στέκομαι μπροστά σου, αλλά δεν θα είμαι εκεί.

Σιγά μη βρω το θάρρος να σου ζητήσω να με αφήσεις να σε δω να κοιμάσαι.

ΜΟΝΑΧΑ ΤΟ ΠΙΑΝΟ


Σιωπή σαν βούτυρο, να την αλείψω απάνω μου να με φάω για πρωινό.
Μαυροκόκκινη σιωπή σαν κακό έντομο που ξεπηδάει από ένα ντοκιμαντέρ στη τηλεόραση, εκεί που είσαι αραγμένος, σε τσιμπάει και σκέφτεσαι: μαλάκα έχω κάψει τελείως, βλέπω μαυροκόκκινα έντομα να πηδάνε από την τηλεόραση και να με τσιμπάνε.
Σιωπή μέσα στο δωμάτιο, στο σπίτι. Ένα χαζό, απογευματινό φως κάνει τις κάσες απ'τις πόρτες να γυαλίζουν θαμπά. Μια μυρωδιά από κάτι χαλασμένο. Βρεγμένα χόρτα ίσως. Ο ιδρωμένος μου λαιμός κολλάει, μυρίζει άρωμα από χτες. Η πλάτη μου ρουφηγμένη μέσα στην αγαπημένη μου πολυθρόνα, τα πόδια μου ψηλά. Τζάκι αναμμένο. Ένα χρυσό υγρό μέσα στο ποτήρι που κρατάω στο δεξί μου χέρι, στο αριστερό μου ένα πεθαμένο τσιγάρο.
Η φωτιά. Τρίζει, τσινάει και διαμαρτύρεται, σπάει τη σιωπή. Δεν υπάρχει σιωπή. Μονάχα ξύλα που τρίζουν, κάρβουνα που πονάνε. Το σπίτι αντηχεί φωτιά, μονάχα ένα πιάνο λείπει τώρα.
Όχι, δεν λείπει μόνο το πιάνο και το ξέρεις.
Αλλά εγώ θα κάνω σαν να λείπει μόνο αυτό και θα την δω αυτάρκης. Θα δω ταινία μέσα στις φλόγες, έχω μεθύσει.
Θα δω κορμιά γυμνά.
Θα δω ένα γέλιο.
Θα δω την άκρη ενός ώμου μπροστά από ένα πρωινό παράθυρο.
Που και που, το σινεμά χρειάζεται καύσιμα, το ταΐζω με κλαριά που μου τσιμπάνε τα χέρια. Τώρα βραδιάζει, πρέπει να σηκωθώ, να ανάψω κανα φως, δεν σηκώνομαι και το σπίτι μαυρίζει, το μόνο φως αυτό απ'το τζάκι.
Μεσαίωνας.
Σκοταδισμός και εγώ να πίνω στο επίκεντρο.
Απ'έξω περνάνε κάτι παιδιά, μιλάνε έντονα όπως μιλάνε οι έφηβοι που θέλουν να ακουστούν, μου χαλάνε το σινεμά μου, με βγάζουν απ' τις φλόγες και με πάνε πίσω, τότε που φώναζα και γω με κοκορίσια φωνή.
Όλο λέω να σηκωθώ, μα έχω βολευτεί.
Μιά νυσταγμένη άνεση αγκαλιάζει το μυαλό μου, θα είναι το μεθύσι. Φέρνω ανθρώπους στο δωμάτιο, οικοδεσπότης γίνομαι και να με συμπαθάτε για το αχούρι. Μιλάω κανονικά και στο τέλος συμφωνώ με όλους, δεν χαλάω καρδιές εγώ, λίγη παρέα θέλω. Μετά, ώρα μετά, ακούω τη φωνή μου και νιώθω τόσο ηλίθιος. Όχι γιατί μιλάω μόνος μου, αλλά γιατί κάθε φορά που το κάνω, έχω τις καλύτερες συζητήσεις της ζωής μου. Όλοι με καταλαβαίνουν και εγώ τα λέω όλα, όπως τα νιώθω.
Σταματάω να μονολογώ, καταντάει γελοίο.
Ξανά σιωπή.
Ξανά η φωτιά να τη σπάει.
Δαγκώνω τα χείλη μου ο τρελός να μην με πάρει ο ύπνος. Παγωμένος παρά τη φωτιά, μέσα στο σκοτάδι παρά το φως, υπνωτισμένος, δαγκώνομαι. Όχι γιατί φοβάμαι μη δω εφιάλτες.
Αλλά γιατί στο όνειρο δεν μπορώ να προσποιηθώ ότι από αυτή τη νύχτα,
μου λείπει μόνο το πιάνο.

Ποιός το γαμάει το πιάνο;

Όχι αυτός που το κουρδίζει σίγουρα.

Σκάω.
Σιωπή.
Φωτιά.

Wednesday, November 05, 2008

Η ΑΓΝΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ



Κάθε λέξη που θα πούμε ένα στράβωμα, μία παρανόηση, κάτι που έχει ήχο και βάρος, σπάει τσιμέντο.
Κάθε λέξη.

Γιατί να μη μιλάμε μόνο με αγκαλιές;

Κάθε πράξη ένα αντίκτυπο, γιατί έκανες αυτό που έκανες και τι εννοούσες και να σου εξηγήσω και πάρε τύψεις να 'χεις να πορεύεσαι, μα δεν ήθελα-

Γιατί απλά να μην δεχόμαστε τον άλλον;
Γιατί απλά να μην δέχομαι εμένα; Φτου ρε πούστη μου. Κόλλησε το μηχάνημα. Restart.

Κάθε μαλακία μία ενοχή. Κάθε λάθος λέξη ή πράξη, ένα βαρίδι αυτοτιμωρίας που με τραβάει στο βυθό και ρε μαλάκα μου, έχει τέρατα μιλάμε εκεί κάτω, τα μεγάλα λευκά τους μάτια γυαλίζουν μέσα στα απύθμενα σκοτάδια περιμένοντας. Και εγώ, φορτώνω βαρίδια και τα πλησιάζω.
Καταδύομαι προς τους αιώνιους τιτάνες.

Ένα
μαχαίρι
ΚΑΠΟΙΟΣ
χριστιανός
να
κόψω
το γαμημένο
δίχτυ.

"Δεν έχει μαχαίρι κολλητέ"

Οκ. Και γω παραδίνομαι.
Αφήνω το παραφουσκωμένο με τύψεις δυχτάκι μου, να με πάει κάτω.
Μία αγνή παράδοση σαν οργασμός.
Τα μέλη μου μέσα στο νερό χαλαρώνουν, οι τελευταίες μου μπουρμπουλήθρες χορεύουν μπροστά στα μάτια μου και πάνε προς την επιφάνεια, εκεί που μία βάρκα περιμένει και πάνω της γίνεται πάρτι.
Βούλιαζε εσύ μαλάκα.

Παράδοση.
Τώρα το φως τριγύρω μπλεδίζει και σιγά σιγά, σβήνει.
Τώρα σκοτάδι του βυθού.
Δεν είμαι μόνος.

Καθώς μπροστά μου ανοίγει ένα τιτάνιο, ψαρίσιο, λευκό μάτι, καταριέμαι τον μαλάκα που μου είπε ότι μόνο αν αντιμετωπίσω τα σκατά μου θα τη βγάλω καθαρή.

Ρε συ
για κάτσε

μήπως σήμερα να φάμε ψάρι;

Monday, November 03, 2008

Χαρούμενες σκέψεις
Να βρούμε έναν τρόπο να χαμογελάσουμε λίγο
Έλα καρδιά μου

Λοιπόν, παραλίγο να πατήσω μία κουράδα σκύλου σήμερα. Μα δεν τη πάτησα οπότε δεν είναι πολύ αστείο.
Τι άλλο;
Α.
Μισώ, ΜΙΣΩ τις μεγάλες συσκευασίες μπέικον. Τις ανοίγεις για να πάρεις τέσσερις φέτες και την επόμενη χαλάνε και μυρίζουν ψοφίμι. Τα συντηρητικά που έχουν δεν είναι αρκετά καλά μάλλον....
Ο μαλάκας που ανακάλυψε τα πουκάμισα, ελπίζω να σαπίζει στη κόλαση. Είναι προφανές ότι απλά τα ανακάλυψε, αλλά δεν ασχολήθηκε ποτέ να τα σιδερώσει, το μουνί.
Α,
υπάρχει ένα νόημα τελικά στο να σκουπίζεις και κάτω από τα έπιπλα.
Ποιο είναι δεν θα το μάθω ποτέ, αλλά δεν μπορεί...
Η γάτα μου χτες, έβαλε τη βρωμοπατουσάρα της μέσα στο στόμα μου ενώ κοιμόμουνα.
Μάλλον παραμιλούσα.
Ή έγλυφα αόρατα βυζιά και είπε να παίξει με τη γλώσσα μου, ξέρω γω.
Μου ξέρασε το φρεσκοπλυμένο μου παντελόνι.
Έκλαψα λίγο.
Φόρεσα το βρώμικο ξανά.

Ξέχασα το παντζούρι ανοιχτό και με ξύπνησε μια γαμημένη αχτίδα του ήλιου.
"Καφέ!" φώναξα ακόμα μέσ' τον ύπνο.
Η γάτα με κοίταξε με νόημα.
Σηκώθηκα να φτιάξω τον καφέ μου.

Δεν είχα γάλα.



Δεν είχα γάλα.


ΛΟΛ

Sunday, November 02, 2008

ΤΟ ΚΑΚΟ ΧΑΡΜΑΝΙ


Πάμε για κείνο τον καφέ; Ξέρω και πως τον πίνεις, θα σου τον παραγγείλω εγώ.
Θα σε περιμένω τυλιγμένος στο καινούργιο μου παλτό, δεν το 'χεις δει αυτό, είναι ποζάτο, όπως μ' αρέσουν.
Τώρα που η πόλη έχει αρχίσει, χειμωνιάτικα να ομορφαίνει και τα σκυλιά είναι βρεγμένα. Δεν θέλουμε γυαλιά ηλίου, τα σύννεφα κάνουν δουλειά. Μυρίζει τσιμέντο και γλάστρες και αραιά και που, στις ωραίες γειτονιές άμα τις ξἐρεις, γιασεμί και νυχτολούλουδο. Οι μαγαζάτορες ξεθαρρεύουν και στοιχηματίζουν κάθε μέρα αν θα βραχούν τα τραπεζάκια, το κύριο θέμα συζήτησης τους, ανησυχούν και μιλάνε και υπολογίζουν και έχουν να ασχολούνται, ο χειμώνας τους κρατάει με τα παιχνίδια του και έτσι συνεχίζουμε όλοι.
Τώρα που λες, να πιούμε εκείνο τον καφέ.

Ή, να σου πω.

Θα πάω εγώ να τον πιω τον καφέ.
Και άμα δω παιδιά να παίζουν θα χαμογελάσω.
Και άμα δω να τα μαλώνουν θα σκοτεινιάσω.
Και άμα περάσει χαδιάρα γάτα, θα την κοιτάξω πολλή ώρα στα μάτια.
Και όταν κουραστώ, θα φύγω.

Μερικοί καφέδες, είναι για να τους πίνεις μόνος.

Αυτά τα γαμημένα χαρμάνια, πρέπει να τα απαγορεύσουν.

Friday, October 31, 2008

Μικρό Θεατρικό


Α: Ε, που πάς;
Β: (σταματάει ακριβώς πίσω του, κάνει νούμερο μίμας όπου βγαίνει από ένα ασανσέρ και στέκεται δίπλα του, ο φωτισμός αλλάζει) Πάω για μέσα.
Α: Δεν μπορείς. Ήδη έχεις πάει αρκετά. (τραβάει αόρατο πιστόλι και πυροβολεί τον Β στο στήθος.)
Β: (αντιδρά κωμικά και αφού κάνει ότι χωνεύει τη σφαίρα, τη κλάνει και την βάζει στο στόμα του. Φτύνει στη παλάμη του ένα "αόρατο" σφυρί, κοπανάει τον Α.)
Α: (βγάζει "καρούμπαλο") Μην επιμένεις, ήδη σε έχω αφήσει αρκετά. (τυλίγει "αόρατο"σκοινί στον λαιμό του Β και τον πετάει από την άκρη γκρεμού.)
Β: (κάνει ότι πέφτει, προσγειώνεται πάνω σε αεροπλάνο, πετάει γύρω από τον Α, τον βαράει με τα πολυβόλα του σκάφους που τώρα είναι μαχητικό, σταματάει δίπλα του, ο Α κείτεται νεκρός με τα πόδια ψηλά.) Ότι και να κάνεις, έχω ήδη μπει (στρίβει προς την αρχική του πορεία) οπότε όπως έλεγα. Πάω για μέσα. (χάνεται από το φως, μένει για λίγο το πτώμα του Α επί σκηνής, σκοτάδι.)

ΤΕΛΟΣ








Ε, που πας;

Wednesday, October 29, 2008

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝ (Γ)


Έφτασα στη Γλυφάδα με ταξί.
Στη πορεία, ο ταξιτζής ήθελε κουβέντα, αλλά εμένα μου αρκούσε η βρεγμένη πόλη, χόρευε σαν τρελή στο παράθυρο και μου έδειχνε μόνο τα φώτα της. Σχήματα δεν προλάβαινα να δω, μόνο τα χρώματα της πόρνης πόλης που με χάζευε από το παράθυρο, ούρλιαζε κάτι και μετά χανόταν πάλι.
Μετά από λίγο, ο ταξιτζής σταμάτησε τη προσπάθεια και στραβωμένος κοίταζε μόνο μπροστά, σε όλη τη πορεία. Του 'έδωσα τα λεφτά και δεν μίλησε. Τον χάλασα τον κακομοίρη.
Πήγα και κάθισα στην άκρη του μόλου, σε ένα μέρος κοντά στο στάδιο, τσιμέντο παντού, τεράστιοι κύβοι σαν κοιμισμένοι τιτάνες, στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, μέσα στη νύχτα, οι πιο κάτω να χάνονται μέσα στο νερό και να πνίγονται, να υπομένουν το βάρος των υπόλοιπων καβατζωμένων αδερφών τους.
Οι κύβοι που λες.
Ο μόλος.

Η βροχή

είχε σταματήσει από ώρα, αλλά είχε προλάβει να βαφτίσει τα πάντα με τα υγρά της, πόρνη και αυτή.
Πόρνη πόλη
Πόρνη βροχή
Βρομούσε το τσιμέντο στην άκρη του μόλου χυμένες μπύρες και χαρτόνι. Και η θάλασσα. Μαύρη, πεινασμένη. Πίσω μου μόνο φώτα πόλης. Ο μόλος, μια κωλότρυπα σκοταδιού στο κέντρο ενός φωτεινού κύκλου. Ξέρεις, από εκείνα τα μέρη που το φως φτάνει στο πρόσωπο σου, βλέπεις ίσα που να βρεις τον αναπτήρα σου και ακούς τα γλέντια και τις φωνές από μακριά. Το χειρότερο είδος μόνου.
Περισπούδαστοι φαφλατάδες σε πάρτι και συνεστιάσεις, λένε ότι το χειρότερο είδος μόνου είναι ο "μόνος ανάμεσα σε πολλούς". Αλλά κάνουν λάθος. "Μόνος δίπλα σε άπειρους, σε αμέτρητους" και θα με θυμηθείς.
Έτσι ήταν ο μόλος και το φως του.

Πέρασαν χρόνια πολλά από εκείνο το βράδυ, που γνώρισα τον γκριζομάλλη βασιλιά στο όνειρο μου εκείνη τη νύχτα. Είδα λέει ότι στάθηκε από πάνω μου και με έβρισε, με είπε αξιολύπητο, ήταν τρανός αυτός λέει μέσα στο όνειρο μου, από κάπου μακριά είχε έρθει για να μου πει αυτές τις λέξεις και καλά στο όνειρο μου καταλάβαινα πως αυτός ήμουν εγώ αλλά πιο γέρος και δεν ξέρω τι-χάος. Πλάκα είχε το όνειρο.
Κάθισα δίπλα στη θάλασσα και σκέφτηκα τον βασιλιά.

Είμαι γέρος πια, τα κόκαλα μου πονάνε.
"Που 'σαι βρε λυκοτόμαρο;" μου έλεγε ο πατέρας μου όταν τον έπαιρνα τηλέφωνο. Τι λέξη. Λυκοτόμαρο.
Έζησα.
Δεν έχει σημασία τι έκανα. Τι πέτυχα, που λάθεψα.
Έζησα. Ή τουλάχιστον, γέμισα με τόσες δικαιολογίες τη ζωή μου, που μπορώ να με κοροϊδεύω.
Άρα, έζησα.
Οπότε άντε γαμήσου.

Κάθισα στο κρύο τσιμέντο, γύρω ιώδιο και αλάτι. Διάλεξα τη συγκεκριμένη μέρα, γιατί είχε πανσέληνο, όποτε γέμιζε το φεγγάρι κάτι πάθαινα. Άναψα ένα τσιγάρο τσαλακωμένο, το ξέθαψα απ' την κωλότσεπη μου, μ' έπιασε βήχας με τη πρώτη τζούρα.
Θέλησα να γράψω ένα βιβλίο, εκεί όπως ήμουν καθισμένος. Το έγραψα μέσα στο κεφάλι μου και το ξέχασα. Μου πήρε ώρα. Μετά ένιωσα άβολα. Σηκώθηκα και πήγα πιο κοντά στο νερό.

Δίπλα μου στάθηκε η Μωμπ.

"Δεν έχω όρεξη για τις κουβέντες σου μάγισσα."
"Τι σε βασανίζει πρίγκιπα μου; Μίλησε μου και εμείς οι γριές, έχουμε τρόπους να παίρνουμε τα βάσανα απ' τις καρδιές των νέων."
"Τους ξέρω τους τρόπους σου. Και αυτό που εμένα με τρώει δεν μπορείς να το κάνεις καλά."
"Γιατί δεν μου λες, να δω η γριά τι μπορώ να κάνω."
"Πήγαινε κάνε τις μυστικές δουλειές σου και άσε με."
"Πες μου πρίγκιπα και σου υπόσχομαι-"
" ΕΙΜΑΙ ΚΕΝΟΣ ΓΡΙΑ"
"Τι εννοείς;"
"Ἑννοώ, ότι τα βράδια σαν πλαγιάζω δεν βλέπω όνειρα και τα λίγα που βλέπω, είναι φριχτοί εφιάλτες. Εννοώ ότι τα φαγητά δεν έχουν γεύση, το κρασί είναι νερό. Κάθε πρωί είναι μια βλάσφημη καινούργια αρχή, κάθε νυχτιά είναι λύτρωση γιατί τα πάντα κρύβονται και τίποτα δεν είναι φανερό. Κάθε χάδι ένα αγκάθι, κάθε χαμόγελο μια μάσκα τρόμου που δεν με φοβίζει, μοναχά με αηδιάζει. Όλα τα προσφιλή μου πρόσωπα είναι ξένα, οι φωνές τους άγνωστες."
"Μη με πλησιάζεις."
"Με φοβάσαι μάγισσα;"

Φοβήθηκα το μαύρο το νερό και έκανα λίγο πίσω. Ήπια δύο γουλιές από το φλασκί που κουβαλούσα μαζί μου. Ζέστανε λίγο το μέσα μου. Γάτες ούρλιαξαν κάπου μακριά.
Είχα γενέθλια τη μέρα που στάθηκα στον μόλο.
Χρόνια μου............πολλά.
Πολλά;
Όχι.
Αληθινά και όσα είναι.

Βουτάω σε ένα σκοτεινό ποτάμι, τα αδέρφια μου γύρω μου. Είμαστε όλοι γυμνοί. Πανσέληνος. Έχω γενέθλια σήμερα. Το νερό είναι παράξενα ζεστό ή μήπως είναι το αίμα μου, που βράζει; Βράζει με ... κάτι.
Μια θηλυκιά τυλίγει τα πόδια της γύρω μου. Με δαγκώνει παιχνιδιάρικα στον λαιμό. Μπαίνω μέσα της και το ποτάμι τώρα αδειάζει, είμαστε οι δύο μας, οι άλλοι αποτραβήχτηκαν με ευλάβεια, ρίχνοντας κλεφτές, ζηλιάρικες ματιές. Θέλει να με εξουσιάσει, παλεύει και δαγκώνει και αν αφεθώ θα γίνω σκλάβος, θέλω τόσο πολύ να παραδοθώ, την αρπάζω απ' τα μαλλιά και γρυλίζει. Την έχω ακινητοποιήσει, μαλλιά τραβηγμένα πίσω, λαιμός τεντωμένος, μέσα της δυνατά, μέσα στο νερό, πανσέληνος που μας φωτίζει. Με δέχεται και κάθε φορά που αποτραβιέμαι πριν ξανασυρθώ μέσα της, λευκά κορδόνια από τα υγρά μας κολυμπάνε μακριά με νωχελικές κινήσεις, σαν σκουλήκια από μαργαριτάρια.
Ο οργασμός μας γίνεται της αγέλης ρυθμός και όλοι ουρλιάζουμε μαζί.
Ησυχία.
Έχει κοιμηθεί πάνω στον ώμο μου τώρα, κρέμασε το κεφάλι της, τα βρεγμένα μαλλιά κουβέρτα μου, μέχρι τη μέση, ακόμα μέσα στο νερό που κυλάει. Απαλά. Τη νανουρίζω. Στέκομαι στην όχθη, βρεγμένος, εκείνη ακόμα τυλιγμένη απάνω μου, κοιτάζω τους αδερφούς μου και είμαι πλήρης.
Αλλαγή.

Είμαι κωλόφαρδος.
Όσες φορές είπα "σ' αγαπώ" το εννοούσα.
Τις λίγες φορές που πιάστηκα στα χέρια με κάποιον, το ήθελα.
Ένα πρωί που γύρισα από χοντρό μεθύσι, κάθισα στο καβαλέτο μου και ζωγράφισα το αριστούργημα μου, σε ένα χαρτόνι 35 επί 50. Δεν το ξεπέρασα ποτέ, ποτέ δεν το είδε ανθρώπου μάτι. Το κρατάω ακόμα φυλαγμένο στον πάτο της ντουλάπας, το βγάζω και το κοιτάω καμιά φορά, όταν σκοτεινιάζει το βλέμμα μου και δεν χαμογελάω για καιρό.
Κοντά σε ένα πολύ γνωστό μνημείο, πάνω σε έναν αρχαίο κορμό, παράνομα, χάραξα δύο ονόματα. Ακόμα εκεί είναι, πέρασα προχτές, οι χαρακιές γίνανε φλέβες και πήρανε ζωή, πρησμένες πια χτυπούν τα ονόματα στο πέρασμα του χρόνου.
Αλλαγή.

Στέκομαι στα τέσσερα, το τρίχωμα μου ζεστό με προφυλάσσει, παρατηρώ τους άλλους που κοιμούνται χορτασμένοι. Φρόντισα για αυτούς. Είναι ασφαλείς. Τώρα η νύχτα. Για μένα, μόνο εμένα. Δέντρα και κρύα γη, φυλλώματα στα μάτια μου και θόρυβοι που είναι όμως μουσική. Ένα τρομαγμένο πουλί, ταράζεται στον ύπνο του από το πέρασμα μου, με νιώθει και ανατριχιάζει το φτέρωμα του, σκούζει σιωπηλά και εγώ το ακούω, εκεί ψηλά στο σκοτάδι. Κορμοί που ανασαίνουν και τρίζουν. Άνεμος. Νυχτολούλουδα που κάνουν έρωτα με τη μύτη μου και με ερεθίζουν, αγγέλων δάχτυλα το άγγιγμα τους καθώς τα ποδοπατώ.
Νερό που κυλάει.
Ένα ύψωμα.
Μία ατέλειωτη νυχτερινή θέα πάνω από ένα δάσος που κοιμάται, το φεγγάρι ακόμα ψηλά. Γύρω, ο κόσμος. Ψιθυρίζει κάτι και τώρα όλοι οι θόρυβοι γίνονται ψαλμός. Τα αστέρια στο ουρανό, όσα επιτρέπει η Μάνα σελήνη να φανούν, είναι μάτια θεών. Τώρα, εδώ, σε αυτό το ύψωμα, εγώ, ο Λύκος, ΞΕΡΩ.
Καταλαβαίνω για μία ΜΟΝΟ στιγμή τα ΠΑΝΤΑ.
Και όλα σε εμένα είναι καθαρά.
Για μία μόνο στιγμή.
Και κάνω το μόνο πράγμα που μπορώ.
Ουρλιάζω.
Για αυτό ουρλιάζουν οι λύκοι.
Αλλαγή.

Πάω πίσω, στη νύχτα της γέννησης μου. Είμαι μέσα στο δωμάτιο.
"Που πας; Τι κάνεις;"
Ένα νεκρό σώμα, μια σταματημένη καρδιά.
"ΣΤΑΜΑΤΑ. ΓΥΡΝΑ ΠΙΣΩ."
Ένας λύκος ουρλιάζει και εγώ μπαίνω μέσα στο μωρό. Παίρνω μαζί μου και τον μόλο, και το αριστούργημα μου που είναι ακόμα στη ντουλάπα μου. Και όλα τα χάδια που δέχτηκα.
Και ξαναζώ τη ζωή μου.
Αλλά αυτή τη φορά, αλλάζω κάτι.
Δεν μπαίνω ποτέ στο δάσος, είμαι ο Τριστάν ο βασιλιάς των ανθρώπων, κενός αλλά γεμάτος, δεν έτρεξα ποτέ μαζί με τους λύκους, συμφιλιωμένος αλλά επαρκής.
Δεν ούρλιαξα ποτέ σε φωτεινά φεγγάρια το όνομα μου.
Σιωπή.

Κοιτάζω τον νέο στα μάτια και του λέω την αλήθεια.
Και πάω πίσω στη γέννηση του.
Και χώνομαι στο σώμα του.
"ΠΟΥ ΠΑΣ; ΣΤΑΜΑΤΑ."
Είμαι ο Τριστάν.
Ο άνθρωπος. Ο λύκος.

Και σε κάθε γεμάτο φεγγάρι
μέχρι το τέλος της ζωής μου
για μία μόνο στιγμή
ξαναθυμάμαι την αλήθεια

και τότε κάνω το μόνο πράγμα που μπορώ.

Sunday, October 26, 2008

Γύρισα σπίτι σήμερα.
Ήταν μια καλή μέρα μετά από πολύ καιρό.

Σαν συναχωμένος μαλάκας κλαίω πάνω από την άμμο της γάτας.
Είναι που ήταν μια καλή μέρα.

Και θα θελα να τη μοιραστώ.

Thursday, October 09, 2008

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝ (Β)

by Egggod

Στάθηκε στη μέση της αυλής και άφησε το ζεστό αίμα να τρέξει στο στήθος του. Αχνιστό νέκταρ, χύθηκε από το στόμα του στο πηγούνι του και μετά, αγκάλιασε ζεστό τον λαιμό του και από εκεί, έβρεξε όσα από τα μαλλιά του ακουμπούσαν στους ώμους του και κύλησε πορφυρό πάνω στο στέρνο του. Ένα θηλυκό της αγέλης πέρασε και τον δάγκωσε ελαφριά στον λαιμό, το χέρι της τυλίχτηκε στο πέος του. Αμέσως έφυγε και πήγε να κυνηγήσει κάποιους άλλους, παίζοντας μαζί τους, παίζοντας με όλους, γρυλίζοντας. Ο Τριστάν την κοίταξε και χαμογέλασε. Τα δόντια του κόκκινα, στην ανθρώπινη του μορφή τώρα.

Έτσι χαμογελούσε λίγο πριν, μπροστά στο κρεβάτι της Μωμπ.

Κατάφεραν να μπουν στον πύργο, όταν πια ο Τριστάν φώναξε την μητέρα του και είπε στους φρουρούς ποιος ήταν. Η βασίλισσα γεννάει του είπανε. Μα τον έβαλαν μέσα οι ανόητοι φρουροί γιατί τον αναγνώρισαν. Νόμισαν πως θα διπλασιάσουν τη χαρά της βασιλικής οικογενείας με το καινούργιο αυτό μαντάτο. Ο Τριστάν γύρισε.
Τους σκότωσε όλους ο -από καιρό- χαμένος πρίγκιπας. Σκότωσε τον πατέρα του, τον βασιλιά, πριν προλάβει να τραβήξει το σπαθί του. Έκοψε τον λαιμό της μάνας του και ξέσκισε με τα δόντια του το νεογνό που ήταν στην αγκαλιά της. Δεν στάθηκε ούτε ένα δευτερόλεπτο, καμία τύψη δεν σκίασε το δολοφονικό βλέμμα του, ήπιε καλά το αίμα των δικών του.
Ύπουλα, οι λύκοι με τις ανθρώπινες μορφές, σκότωσαν όλους τους φρουρούς, δεν άφησαν ούτε τις μαγείρισσες, τις υπηρέτριες και τα παιδιά τους. Σκότωσαν τους αυλικούς και τους κηπουρούς και τους σταβλίτες. Μαύροι και γκρίζοι λύκοι που γινήκαν άνθρωποι στο ανοιγοκλείσιμο του ματιού, όρμησαν μέσα από την νυχτιά και πλύνανε το κάστρο σε αίμα, ότι λευκό τριαντάφυλλο υπήρχε στους απέραντους κήπους, κόκκινο έγινε- να αχνίζουν τα λουλούδια στο φεγγάρι.
Να αχνίζει και το στέρνο του αρχηγού και αδερφού τους, πρώτος στη σφαγή ο Τριστάν, στη μαύρη του ψυχή καμία αποστροφή, καμία μετάνοια, κανένας οίκτος.
Έτρεξε μέσα από το αίμα και το σκοτάδι ο Τριστάν και ανέβηκε τα σκαλιά που οδηγούσαν στο δωμάτιο της Μωμπ. Διέλυσε την πόρτα και την βρήκε να στέκεται στο περβάζι του παραθύρου, να τον κοιτάει στα μάτια, είχε ακούσει τον χαμό η γριά, κατάλαβε τη μοίρα της.
"Δεν θα με φας εμένα Λύκε" του είπε και έκανε να βουτήξει στο κενό. Κινήθηκε ο Τριστάν σαν του ανέμου την πνοή και την άρπαξε πριν χαθεί, με γρύλισμα άγριο την πέταξε στο κρεβάτι της και στάθηκε από πάνω της.
"Θα σε φάω γριά. Αλλά πρώτα, θα σε απολαύσω"της είπε και της χαμογέλασε. Όση ώρα κάτω τρέφονταν οι λύκοι, τα ουρλιαχτά της μάγισσας βαφτίζανε τη νύχτα. Οι λίγοι που επέζησαν εκείνης της βραδιάς, φέρανε τη φωνή της γριάς μέχρι το νεκροκρέβατο τους.

Στάθηκε στη μέση της αυλής. Τα ουρλιαχτά τώρα είχαν κοπάσει. Σιγά σιγά, οι χορτασμένοι αδερφοί του, τον κυκλώσανε.
"Όσοι δεν έχουν πεθάνει, αλλάξτε τους. Να γίνουν σαν και εμάς. Μετά ελάτε όλοι στη κεντρική σάλα, όπου θα ανάψουμε φωτιές και θα γλεντήσουμε. Σήμερα η οικογένεια μας μεγαλώνει. Αύριο, το υπόλοιπο βασίλειο, σε λίγο όλη η χώρα. Ο νόμος του Λύκου θα υπερισχύσει αδέρφια μου. Σας το λέω εγώ ο Τριστάν, ο βασιλιάς σας."
Έτσι μίλησε ο σκοτεινός άντρας, που έφυγε παιδί για το δάσος.
Εκείνο το βράδυ γλεντήσανε οι λύκοι. Γιορτάσανε τα κορμιά τους πάνω σε γούνες, μπροστά από μεγάλες φωτιές. Ήπιαν κόκκινο βασιλικό κρασί, πετάξανε κάτω κάδρα και σκίσανε σεντόνια. Γυμνοί περιφέρονταν στους διαδρόμους όπου αραιά και που, ένα πτώμα ξεπρόβαλε κάτω από κάποιο έπιπλο ή να-κρεμασμένο πιο πέρα από τα έντερα του. Το όργιο κράτησε μέχρι το πρωί.
Ο λυκοβασιλιάς, γλέντησε και αυτός με τη ψυχή του.
Το πρωί, γεμάτος κρασιά και αίμα, τυλίχτηκε με μια μαύρη βελούδινη κουβέρτα, ασημένια κλωστή να πλέκει κλαδιά πάνω στην επιφάνεια της, το σούρσιμο της πάνω στις κρύες πέτρες, ένας ψίθυρος.
Πήγε και στάθηκε στο μπαλκόνι του παλατιού, αυτό που δέσποζε πάνω από όλη την επικράτεια, ο ήλιος να ξημερώνει πάνω στο αγριεμένο πρόσωπο του. Κοίταξε γύρω του, το βασίλειο.
Και γρύλισε ο Τριστάν.

Και περάσαν χίλια χρόνια.

Όσοι στο φως του Λύκου περπατούν, γερνούν και κάποια στιγμή πεθαίνουν, αλλά όχι με ανθρώπινους ρυθμούς. Έτσι και ο Τριστάν, μεγάλωσε και τα μαλλιά του γκρίζαραν. Και το βασίλειο του απλώθηκε, μέχρι τα πέρατα της γνωστής γης, όλοι σχεδόν λυκάνθρωποι, οι λίγοι άνθρωποι παρίες, σκλάβοι ή τροφή.
Μία κοινωνία λύκων, με μπουρδέλα όπου το εξεζητημένο ήταν να πας με ανθρώπινη γυναίκα.
Με εμπόριο και πολιτισμό αλλά καθόλου ιδιοκτησία, ομαδικές οικογένειες και τεράστια κοινόβια, με δωρεάν εργασία αλλά απόλυτη ισότητα. Όσοι ταιριάζαν με κάποιο θηλυκό, ταιριάζανε για όλη τους τη ζωή. Αυτοί έφευγαν από τα κοινόβια και στήνανε δικό τους σπιτικό, ανέρχονταν στην κατηγορία του "Ὁύματαρ", του Ταιριασμένου.
Μια κοινωνία λύκων.
Μία τεράστια αγέλη.
Και πάνω από όλους ο αρχηγός.
Ο Τριστάν.

Αιώνες ολόκληρους μόνος, αμέτρητα θηλυκά να περνούν από το κρεβάτι του αλλά πάντα μόνος, πάντα άδειος να κοιτάει τον ήλιο να ανατέλλει και να μην αντέχει τις καινούργιες μέρες που ξημερώνουν, τη νύχτα να προτιμάει-πάντα.
Νύχτα ήταν όταν τον πλησίασε ο στρατηγός του και παλιός φίλος, ο Ντάρνακ.

"Βασιλιά μου, γιατί πάλι μόνος κάθεσαι στο σκοτάδι; Δεν σε τραβάει το γλέντι που μέχρι εδώ ακούγεται;"
"Άλλα πράγματα με τραβούν παλιέ μου φίλε."
"Σαν τι, Τριστάν; Μίλησε μου και έχω αρκετά καθαρό κεφάλι για να σε ακούσω και να προσέξω τα λόγια σου"
"Ἁμφιβάλλω για τη νηφαλιότητα σου, ωστόσο κάθισε μαζί μου για λίγο."
Πήρε μία καρέκλα και κάθισε δίπλα στον βασιλιά του ο άντρας, γελώντας. Μπροστά τους ζεστή φωτιά, μυρωδιά από ξύλο γύρω τους. Καθίσαν για λίγο σιωπηλοί, ο Ντάρνακ να περιμένει.
"Φεύγω αδελφέ."
"Όπου και να πας βασιλιά μου θα έρθω μαζί σου"
"Εσύ θα έχεις άλλες έγνοιες. Κάποιος πρέπει να πάρει τη θέση μου."
"Τα λόγια σου με μαυρίζουν αδελφέ. Μήπως θες να βγούμε στο δάσος, να αλλάξουμε μορφή, να κυνηγήσουμε τροφή και να ξεχαστούμε; Είναι γλυκιά η λήθη της Μορφής. Όταν είμαστε Λύκοι, είμαστε χαρούμενοι."
"Και όταν είμαστε άνθρωποι, πονάμε, ναι. Αλλά θα φύγω, το έχω αποφασίσει και εσύ θα με διαδεχθείς. Το που θα πάω, δεν θα το γνωρίζει κανείς. Αλλά είναι κάτι που με καλεί, κάτι που πρέπει να γνωρίσω. Φεύγω με την αυγή."
"Και το βασίλειο; Ο κόσμος που εσύ δημιούργησες Τριστάν; Μετά από όσα έκανες, δειλιάζεις, φεύγεις;"
Πετάχτηκε απάνω ο Τριστάν, αναποδογύρισε η καρέκλα του, έλαμψαν τα δόντια του στο φως της φωτιάς και ο Ντάρνακ έσκυψε γρήγορα το κεφάλι. Ο βασιλιάς δεν χρειάστηκε να ξαναμιλήσει. Ακούμπησαν τα μέτωπα τους οι δύο άντρες και μείνανε έτσι για κάμποση ώρα.
Ύστερα ο Ντάρνακ με βαριά καρδιά, έφυγε.

Το πρώτο φως του ήλιου, βρήκε τον Λύκο στις πύλες του κάστρου, ντυμένο σε μαύρο δέρμα, μακρύς μανδύας να στολίζει την αγέρωχη μορφή του, μακριά γκρίζα μαλλιά να λούζουν τους ώμους του. Έφυγε για το δάσος ο Τριστάν και πέρα από αυτό.

Εδώ τελειώνει η ιστορία του.
Η ιστορία του βασιλιά των λύκων, του νεκρογεννημένου Τριστάν, που άφησε τον κόσμο των ανθρώπων και άλλαξε τον κόσμο όλων, που χάραξε το σημάδι του στη ιστορία του βασιλείου, μύθοι γράφτηκαν με τα κατορθώματα του, ποιήματα και τραγούδια πλουτίσανε τους άθλους του και την ζωή του και έγινε σύμβολο ο Τριστάν, να τον θυμούνται όλοι, να τον φοβούνται και να τον σέβονται.
Θέλω να σας πω για τη γενιά του Ντάρνακ και για την Επανάσταση των ανθρώπων.
Θέλω να σας πω για τις τελευταίες στιγμές του Τριστάν στο Ρουμπινένιο Ποτάμι και την κυρά του Δάσους.
Θέλω να σας πω για την τελευταία, άγνωστη μάχη του βασιλιά.

Αλλά η ιστορία έχει ζωή δική της.

Θέλω

να ανάψω το τσιγάρο μου εδώ και μισή ώρα, αλλά δεν μπορώ να κουνηθώ. Το αλκοόλ έχει ποτίσει τα μόρια μου και αύριο πρέπει να σηκωθώ νωρίς, τώρα όμως απλά κάθομαι εδώ -που είμαι, στο πάτωμα; Έχει πανσέληνο σήμερα, χέστηκα, αυτά είναι για τους ερωτευμένους. Έναν αναπτήρα.
Το βασίλειο μου για έναν αναπτήρα.
Τι είναι αυτή η ουσία στο μάγουλο μου; Εμετός; Ξεραμένα δάκρυα; Χέστηκα.

Σέρνομαι μέχρι το κρεβάτι.
Και πάνω που σβήνω το φως, ακούω μια φωνή -κάποιος είναι όρθιος στο κεφάλι του κρεβατιού.
"Είσαι αξιολύπητος" μου λέει ο γκριζομάλλης βασιλιάς.

Τα γαμημένα δόντια του λάμπουν, σαν να μην έχει καπνίσει ποτέ.

Και τώρα εγώ, που μπορεί και να πεθαίνω, μέσα στη μαστούρα μου, την έχω δει κοκκινοσκουφίτσα, ω, τι μεγάλα δόντια που έχεις μαλάκα.

Και αρχίζω να γελάω.

Αυτός απλά με κοιτάζει, με μάτια από λάβα.

Wednesday, October 01, 2008

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ ΤΟΥ ΤΡΙΣΤΑΝ (Α)


Μια φορά και έναν καιρό,
σε μία παραμυθένια χώρα,
ζούσε ένας πρίγκηπας.

Τον έλεγαν Τριστάν και γεννήθηκε νεκρός.
Το μικρό του σωματάκι βγήκε παγωμένο από τη μήτρα της μητέρας του, ένα μικρό, ακίνητο σώμα βουτηγμένο στο αίμα, να γυαλίζει στο φως των κεριών σαν πλάσμα του βυθού, σαν κάτι που άνηκε σε απύθμενα βάθη, λευκό.
Ζαλισμένη η μητέρα του ζήτησε να τον κρατήσει στην αγκαλιά της. Η γριά μαία κοίταξε τον βασιλιά της που στεκόταν παραδίπλα, περιμένοντας. Εκείνος με τη σειρά του, βλοσυρός και αποκαρδιωμένος, γύρισε το βλέμμα του στη μάγισσα του παλατιού, την Μωμπ. Με το λευκοντυμένο της κεφάλι, η μάγισσα ένευσε αρνητικά, ένα νεκρό παιδί είναι κακό σημάδι, όλοι το ήξεραν.

"ΔΩΣΤΕ ΜΟΥ ΝΑ ΤΟΝ ΚΡΑΤΗΣΩ" φώναξε η βασίλισσα. Της έδωσαν το παγωμένο σωματάκι και το φύλαξε στον κόρφο της.
Και τότε ένας λύκος από κάπου μακριά, μέσα από τα δάση που περιτριγύριζαν το κάστρο, ούρλιαξε προς το κρυμμένο φεγγάρι και μαζί του, έβγαλε την πρώτη του κραυγή και ο μικρός Τριστάν. Ξαφνικά το νεογνό ήταν ζωντανό - σαν από θαύμα. Όλοι μέσα στο δωμάτιο αναφώνησαν έκπληκτοι, χάρηκε ο βασιλιάς που απέκτησε διάδοχο, ευτυχισμένη η βασίλισσα γελούσε τραντάζοντας το μωρό στην αγκαλιά της, η μαία έτρεξε να πει το θαυμαστό μαντάτο στις υπηρέτριες που περίμεναν απ' έξω, να το μάθουν όλοι, ο πρίγκηπας ζει και είναι υγιής. Όλοι ήταν χαρούμενοι.
Μονάχα η Μωμπ πήγε και στάθηκε στο παράθυρο σκεφτική, τρομαγμένη. Το θολό από τον καταρράκτη βλέμμα της ανίχνευσε τη νύχτα, τα σκοτεινά δάση. Η έκλειψη τώρα τελείωνε.
Κακό σημάδι, σκέφτηκε. Οι θεοί να μας προστατεύουν από το κακό.

Αλλά οι θεοί, σπάνια στρέφουν τα αυτιά τους προς τις γριές τις μάγισσες που ξέρουν πολλά και έχουν ζήσει ακόμα περισσότερα.

Τα χρόνια πέρασαν και ο Τριστάν μεγάλωσε. Ένα πανέμορφο αγόρι με ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια, πυκνά φρύδια που ενώνονταν στο μέτωπο. Ο Τριστάν ο σκοταδογεννημένος, έλεγε ο λαός. Ο λυκαδελφός.
Και η Μωμπ, γριά, κουρασμένη, να τον παρατηρεί, να τον προσέχει.

Τραγουδούσαν οι άνθρωποι στα χωράφια:
Με ουρλιαχτό του λύκου και από νυχτιάς πνοή
Γεννήθηκε ο Τριστάνος, της έκλειψης παιδί

Στα 19 του, ο πρίγκιπας επισκέφτηκε τη γριά μάγισσα στη κάμαρα της. Ιστοί παντού και καζάνια μαυρισμένα. Σκελετοί ζώων και δέρματα, φιαλίδια και παλιά βιβλία με γραφές ξεχασμένες να στολίζουν τις σκοροφαγωμένες σελίδες τους. Στο τζάκι έκαιγε μια δειλή φωτιά, η μάγισσα προτιμούσε το σκοτάδι.
"Θέλω να βρω την ψυχή μου μάγισσα" της είπε χωρίς προστριβές.
"Δεν μπορείς να βρεις κάτι που δεν ήταν δικό σου για να χάσεις" απάντησε η Μωμπ.
"Άσε τα παιχνίδια μάγισσα και σε έχω δει πως με κοιτάζεις. Ξέρεις ότι δεν είμαι ολόκληρος. Τα βράδια το δάσος με καλεί, μια γλυκιά φωνή μου τραγουδάει να γυμνωθώ και να τρέξω στα δέντρα ελεύθερος. Τη μέρα περιπλανιέμαι μόνος, μακριά από των ανθρώπων τις φωνές και την ανακατωσούρα των λέξεων τους. Μα σαν πέσει το βράδυ, διψώ να τρέξω μακριά, να βρω ένα ξέφωτο και να ουρλιάξω από χαρά που όμοια της δεν έχω αισθανθεί. Είμαι άδειος μάγισσα και την ψυχή μου αναζητώ. Πες μου τι να κάνω και μην με περιπαίζεις. Το ξέρω πως δεν με συμπαθείς και πρόβλημα δεν έχω. Ούτε και γω σε λογαριάζω για τίποτα σπουδαίο του λόγου σου."
Την κοίταξε βαθιά και πρόσθεσε: "Τα μάγια σου δεν πιάνουν σε μένα"
Σηκώθηκε η μάγισσα από τα γούνινα σκεπάσματα της και κοίταξε τον νεαρό στα μάτια, μάτια λύκου, μάτια ζώου θανατηφόρου.
"Τότε να πας εκεί που σε καλούν" του είπε και η καρδιά της πετάρισε με το θάρρος της το περίσσιο. "Να πας και αν είναι γραφτό, πάλι κοντά μας θα γυρίσεις."
Χάρηκε ο νεαρός και έκανε να φύγει, μα τον σταμάτησε η χαμηλή φωνή της Μωμπ, στης πόρτας το κατώφλι.

"Μα και πίσω να μην ξαναρθείς, πάλι γραφτό σου θα 'ναι."

Με παγωμένη τη καρδιά, έφυγε τη νύχτα ο Τριστάν και χάθηκε στο δάσος.
Και δεν τον ξαναείδε ποτέ κανείς, για πολλά χρόνια.
Για νεκρό τον θεώρησαν οι γονείς του, νεκρό τον είχαν και οι χωριάτες, οι αυλικοί και ο κόσμος όλος. Το όνομα του σιγά σιγά ξεχάστηκε.
Το μαύρο πένθος της βασίλισσας, έσπασε με μια καινούργια γέννα. Αγόρι υγιές, άξιος διάδοχος του θρόνου, ευλογημένο με γερή κράση. Το κλάμα του γέμισε το παλάτι τη νύχτα της γέννησης του. Λύκος κανείς δεν ήχησε εκείνη τη νυχτιά.
Η Μωμπ ήταν ευχαριστημένη.
Μα σαν πήγε το βράδυ στην κάμαρα της και ξάπλωσε, είδε άσχημο όνειρο που το θεώρησε οιωνό.

Είδε

να τρέχω μέσα στα δέντρα με την αγέλη μου, ελεύθερος. Με δέχτηκαν σαν όμοιο τους, δεν με έκριναν όπως κάνατε εσείς οι άνθρωποι, με τις ονομασίες σας και τα καχύποπτα σας βλέμματα. Με αγκάλιασαν και κάθε πανσέληνο, παίρνουμε ανθρώπινες μορφές και γιορτάζουμε τη νέα σελήνη κάνοντας έρωτα πάνω στη γη. Κυνηγάμε όταν πεινάμε και κοιμόμαστε σε ζεστές τρύπες μέσα στο χώμα όταν πέφτει ο χειμώνας. Το σκοτάδι είναι κρυψώνα, όχι απειλή. Έρχομαι γριά, να πάρω πίσω αυτό που μου ανήκει. Έρχομαι με τα αδέλφια μου να διεκδικήσω τον θρόνο μου. Και όποιος προσπαθήσει να με σταματήσει, θα πεθάνει. Σήμερα έχει πανσέληνο γριά. Και είμαι κοντά...

Με ουρλιαχτό φοβερό ανασηκώθηκε η Μωμπ στο κρεβάτι της. Σταμάτησε να ουρλιάζει λαχανιασμένη, μα το ουρλιαχτό συνεχιζόταν. Δεν κατάλαβε η γριά στην αρχή. Νόμιζε πως το όνειρο την τρέλανε.

Με φρίκη συνειδητοποίησε η γριά την καταδίκη όλων τους.

Ήταν λύκος αυτός που ούρλιαζε κάπου κοντά, έξω απ' του σκοτεινού κάστρου τα τείχη.
Πριν ακόμα σβήσει, κι άλλες λυκοφωνές συνάντησαν τη μία και έγινε αποτρόπαιος θρήνος το τραγούδι τους.

Από το μικρό παραθύρι, της φάνηκε της μάγισσας πως η σελήνη χαμογελούσε με κακία.

Wednesday, September 24, 2008

ΣΥΝΑΝΤΗΣΕ ΜΕ


"Shadow Man"
by
Egggod


Ήταν ένας άνθρωπος.
Να ξεκινήσω έτσι την ιστοριούλα. Να μετρήσω κάθε λέξη και να μου δώσεις την προσοχή σου γιατί κάθε γαμημένο πράγμα που λέω πρέπει να το αναλύω.
ΉΤΑΝ
γιατί δεν είναι πια.
ΈΝΑΣ
γιατί είναι ένας ενώ θα ήθελε πολύ να είναι δύο.
ΆΝΘΡΩΠΟΣ
γιατί τον καταράστηκε η Μωμπ και δεν ήταν σκύλος ή ψαράκι ή μια γαμημένη πέτρα σε ένα σκωτσέζικο λιβάδι.

Και αυτός ο άνθρωπος μια μέρα περπατούσε σε έναν εξοχικό δρόμο και ξαφνικά σταμάτησε να περπατάει. Κοίταξε γύρω του και συνειδητοποίησε το τοπίο που τον περιέβαλε. Και τον τρόμαξε η ομορφιά, έγινε η ομορφιά δίνη και τον ρούφηξε. Πράσινα λιβάδια και δέντρα αιώνια και μια λίμνη στον ορίζοντα, καθρέφτης του ουρανού. Πουλιά να κρύβονται σε δροσερά κλαδιά και χορτάρι που μυρίζει γέννηση και αέρας που ψιθυρίζει ερωτόλογα, είσαι εδώ; Σε έφερα καρδιά μου;
Χώμα βρεγμένο, νωπό που μοσχοβολάει. Σύννεφα. Όχι απειλητικά, αθώα. Από αυτά που θα ξάπλωνες με κάποια και θα τα έβλεπες να σχηματίζουν λαγουδάκια και λουλούδια. Ένα ρυάκι κάπου τραγουδάει.
Ένα φάντασμα παιδιού, τρέχει με έναν χαρταετό.
Ένα χαρούμενο σκυλί πηδάει μέσα στα χόρτα και κυνηγάει μικρά ζωάκια.

Στέκεται ο άνθρωπος- ο άντρας- και μένει σιωπηλός.
Και βλέπει

στάχτη παντού και καμένους κορμούς και μια στέρφα λίμνη.
Πτώματα πουλιών και σκελετούς από όνειρα. Βλέπει

τάφους και γοτθικά ξωκλήσια, να χτυπούν οι καμπάνες τους και να καλούν για προσευχή. Τι άλλο έχει μείνει; Η προσευχή είναι το σωσίβιο του άπιστου και η δικαιολογία του πιστού. Βλέπει μαύρο ουρανό και κόκκινα σαν αίμα σύννεφα. Το ρυάκι είναι από δάκρυα. Οι μυρωδιές είναι αμαρτωλές.

Έφυγε η καρδιά έξω απ' το σώμα.
Πήγε ταξίδι μακρινό και πήρε μαζί της αναμνήσεις, σάρκα και λόγια που ειπώθηκαν σε λήθαργο μέσα. Σε λήθαργο καλό, αποχαυνωμένο λήθαργο μετά από έρωτα.

Ένα κερί
ένα φιλί
και δάχτυλα μέσα στα μαλλιά μου.
Ένα μπουκάλι άδειο και καπνό στα πνευμόνια μου.

Θα σε ανταλλάξω με βρωμιά.
Θα σε ξεράσω σε σοκάκια πρόστυχα.

Και κάθε φορά θα σου ζητάω συγνώμη. Μέχρι να βαρεθείς τις δικαιολογίες μου. Μέχρι να βαρεθώ και γω εμένα και επιτέλους να πάω να βρω το λιβάδι που μου αξίζει.

Να σε καλέσω να το γιορτάσουμε μαζί....

Monday, September 22, 2008

ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ 2


Σε βρήκα. Χωρίς να ξέρω τα προηγούμενα μας, την ιστορία που βαραίνει τόσο ελαφριά τα πεπρωμένα μας. Πέσαμε για πολύ αλλά κράτησε τόσο λίγο. Σαν νεροτσουλήθρα στις διακοπές, θες να ανέβεις ξανά και ξανά γιατί ποτέ δεν χορταίνεις αλλά οι βόλτες σου είναι συγκεκριμένες, το εισιτήριο είναι για δέκα μόνο.
Πέσαμε με υπέρλαμπρα φτερά να πλαταγίζουν, σε φως φεγγαριού λουσμένοι, μέσα από σύννεφα γεννημένοι.
Και ζήσαμε, Θεέ τι ζήσαμε και ΠΩΣ.
Σε βρήκα όμως.
Με βρήκες.

Σε αυτές μας τις ενώσεις είναι που θυμόμαστε από τι είμαστε φτιαγμένοι, στις πρώτες γνωριμίες και στις πρώτες αγκαλιές, στα πρώτα δάκρυα, στα πρώτα βλέμματα, φίλοι και εραστές, γονείς και δάσκαλοι, κατακτητές, βιαστές και δολοφόνοι, όλοι οι ρόλοι που έχουμε διαλέξει για να μάθουμε, να κερδίσουμε, να ξεπεράσουμε ή να ενστερνιστούμε. Σε αυτό το χωμάτινο σχολείο που μυρίζει πατημένα σταφύλια.

ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΕΛΙ ΠΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΜΕ ΝΑ ΚΡΥΦΤΟΥΜΕ
αλλά που να κρυφτείς
σε ποια γωνιά να στρέψεις το πρόσωπο σου;
Αφού έχουμε δώσει ραντεβού πάνω σε σύννεφα.

Ο λαός λέει ότι μοίρα δεν υπάρχει, ότι εμείς γράφουμε το ριζικό μας.
Ναι, εμείς το γράφουμε. Αλλά το γράφουμε με μελάνι από ουρανό και πάπυρο από όνειρα, αγγέλων ποίηση.

άγγελε

Δεν με πειράζει που δαίμονας θες να 'σαι.

Θα γίνω λίγο δαίμονας και γω τώρα.
Να ζήσω τα σκοτάδια μου και να τρίξω πάνω στη σάρκα μου γυαλί και άμμο. Γιατί φτερά δεν έχω να σε τραβήξω πάνω, μόνο κάτω τώρα.

Και θα ονειρευτώ και γω -όπως και συ- ότι η πτώση μου θα γίνει πτήση.
Μην μου κλαις για τα αντίο που λες.

Όλα καλωσορίσματα θα γίνουν εκεί πάνω.

Όλα τα αντίο, καλωσορίσματα θα γίνουν σε λιγάκι.

Σε μια ανάσα.

Sunday, September 21, 2008

ΣΚΟΥΡΙΑΣΜΕΝΕΣ ΠΑΝΟΠΛΙΕΣ


Σε ένα μεγάλο τραπέζι, καθισμένοι άνθρωποι, ποτά μπροστά τους, το μαγαζί είναι μεσαιωνικής διακόσμησης. Σαν μία στρογγυλή τράπεζα στη σύγχρονη εποχή. Μόνο που το τραπέζι δεν είναι στρογγυλό και οι ιππότες είναι ασφαλιστές, καθηγητές και δημόσιοι υπάλληλοι, web designers και τεχνικοί υπολογιστών.
Κουβεντιάζουν φωναχτά για να ακούνε ο ένας τον άλλον αλλά οι κουβέντες τους είναι κενές, κάτι για να περάσει η ώρα, ήρθαν εδώ από συνήθεια, ερχόντουσαν παλιά-όταν δεν είχαν εμφανιστεί οι φαλάκρες και οι άσπρες τρίχες στη παρέα.

Σκουριασμένες πανοπλίες ρομαντικών εποχών.

Βρέχει και το νερό κάνει τα σκουπίδια στη πόλη να μυρίζουν. Κάποιος παντρεύτηκε. Κάποιοι έκαναν παιδιά, περίεργο. Υποτίθεται ότι τα παιδιά είναι χαρά. Στα πρόσωπα των νέων γονιών όμως δεν βλέπεις χαρά. Έχουν βάλει τους παππούδες να φυλάνε το μικρό για να έρθουν σήμερα εδώ. Για να μιλήσουν για το τίποτα, να καπνίσουν ελεύθερα και να ντυθούν καλά, παράταιρα καλά για την περίσταση, για ένα ποτάκι βγήκαμε. Για αυτούς είναι η έξοδος του μήνα όμως. Του χρόνου πάλι. Οι νέοι γονείς μιλάνε συνέχεια για τα μικρά τους. Πόσες φορές χέσανε και ποιο κωλομάγουλο λερώθηκε περισσότερο και ποια λοσιόν χρησιμοποιούν για τα εξανθήματα. Πόσο κάνουν τα καροτσάκια.
Οι κοπέλες που ακόμα δεν έχουν γίνει μητέρες, ακούνε με ενδιαφέρον και κοιτάνε τους γκόμενους τους με νόημα. Ανεπαίσθητα βλέμματα που τα πιάνεις με την άκρη του ματιού σου. Οι γκόμενοι μιλάνε για playstation και ποδόσφαιρο και για ταινίες.
Το τραπέζι είναι διάσπαρτο με κινητά και καπνοσακούλες και αναπτήρες.
Και θέλω τόσο πολύ να ξεράσω ότι ποτό έχω πιει.
Είμαι στο τρίτο.
Δεν μιλάω με κανέναν, δεν μου μιλάει κανείς. Κοιτάζω τα διακοσμητικά σπαθιά στους ξυλοντυμένους τοίχους και θέλω να αρπάξω ένα και να αρχίσω να κόβω κεφάλια. Να αρχίζω να ξεκοιλιάζω υποκριτές και προδότες και αλήθεια, νιώθω άσχημα που την έχω δει έτσι. Ο "και καλά" μαύρο πρόβατο, ο επαναστάτης, ο αληθινός. Κοιτάζω το κορμί μου, βλέπω μια σκουριασμένη πανοπλία, μια χαρά ταιριάζω εδώ, σκάσε λοιπόν.

Οι φίλοι οι παλιοί αλλάζουν θέσεις, για να πούνε τις ίδιες ιστορίες σε διαφορετικά πρόσωπα, οι γκόμενες έτσι και αλλιώς μιλάνε όλες μαζί. Βαβούρα. Κάπνα. Ζαλίζομαι αλλά νιώθω πως δεν είναι το ποτό. Μπορεί και να είναι. Παρατηρώ πρόσωπα και θυμάμαι μπουγέλα σε καλοκαιρινές νύχτες και ελεύθερα κάμπινγκ, κιθάρες και μαλλιά μέχρι τον κώλο. Σκέφτομαι που έχουν πάει τα νοίκια. Σκέφτομαι τι σκατά σύνταξη θα πάρω. Σκέφτομαι ότι πρέπει να βάλω λεφτά στην άκρη.
Τι μου συμβαίνει; Κάποιος μου έκανε ξόρκι. Ποια μαύρη τρύπα με ρούφηξε ξαφνικά;
"Τι άλλα;" μου λέει κάποιος που με έχει ξαναρωτήσει άλλες εννιά φορές το ίδιο πράγμα. Χαμογελάω για να μην δαγκώσω.

ΤΙ ΑΛΛΑ ΡΕ ΓΑΜΗΜΕΝΕ; ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ.
ΕΙΜΑΙ ΕΔΩ ΚΑΙ ΚΑΘΟΜΑΙ ΤΟΣΗ ΩΡΑ ΚΑΙ ΣΕ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΩ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΤΙ ΝΑ ΠΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΤΑ ΗΛΙΘΙΑ ΝΕΑ ΣΟΥ ΤΑ ΕΧΟΥΝ ΑΚΟΥΣΕΙ ΟΛΟΙ ΑΠΟ ΔΕΚΑ ΦΟΡΕΣ, ΞΑΝΑΓΥΡΝΑΣ ΣΕ ΜΕΝΑ ΚΑΙ ΜΕ ΡΩΤΑΣ ΤΙ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΔΕΝ ΒΛΕΠΕΙΣ ΟΥΤΕ ΕΣΥ ΟΥΤΕ ΚΑΝΕΙΣ ΟΤΙ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟ ΤΡΑΠΕΖΙ ΜΑΣ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΔΡΑΚΟΣ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ, ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΝΑ ΜΕΘΥΣΟΥΜΕ ΑΡΚΕΤΑ ΟΛΟΙ ΜΑΣ ΓΙΑ ΝΑ ΣΚΑΣΕΙ ΜΥΤΗ ΚΑΙ ΝΑ ΜΑΣ ΚΑΤΑΣΠΑΡΑΞΕΙ, ΝΑ ΜΑΣ ΜΑΣΗΣΕΙ ΜΕ ΞΥΡΑΦΕΝΙΑ ΔΟΝΤΙΑ, ΝΑ ΜΗΝ ΒΡΟΥΝΕ ΟΥΤΕ ΤΡΙΧΑ, ΜΑ ΚΑΛΑ ΔΕΝ ΤΟΝ ΒΛΕΠΕΤΕ ΤΟΝ ΔΡΑΚΟ ΡΕ; ΞΥΠΝΑΤΕ ΡΕΕΕΕΕΕ, ΞΥΠΝΑΤΕ ΜΗ ΠΑΡΩ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΓΔΥΘΩ ΚΑΙ ΑΡΧΙΣΩ ΝΑ ΟΥΡΛΙΑΖΩ ΣΤΑ ΜΟΛΥΣΜΕΝΑ ΤΥΜΠΑΝΑ ΣΑΣ ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΟΥ ΠΟΥ ΤΟ ΕΧΩ ΞΕΧΑΣΕΙ ΤΟΣΗ ΩΡΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ-

"Πες ρε. Τι άλλα;"
"Τίποτα μωρέ. Τα ίδια."

Ξαφνικά πέφτει σιωπή. Μέχρι και η μουσική χαμήλωσε. Εξαντλήθηκαν τα θέματα, έχει πάει μία η ώρα και όλοι περιμένουν...κάτι. Κάποιος να πει αυτό που όλοι σκέφτονται, μα κανείς δεν τολμάει. Ούτε εγώ. Και τότε αρχίζει κάποιος να λέει ανέκδοτο.
Ανέκδοτα θέλετε μαλάκες;
Πάρτε έναν καθρέφτη.

Χαιρετώ, πληρώνω και φεύγω.
Ψιλόβροχο, ευπρόσδεκτο. Δεν κινδυνεύει το τσιγάρο που έχω στα χείλη μου. Μυρίζω τα δέντρα και την άσφαλτο. Αλλά κάτι με βαραίνει ρε πούστη μου, τι σκατά-
Η πανοπλία μου είναι και το σπαθί μου το στομωμένο.
Σε μια λακκούβα μέσα τα πετάω και κατουράω το αλκοόλ που έχω πιει από πάνω τους.
-Βασιλιά μου, δεν το βρήκαμε το Γκράαλ, άδικα τόσα χρόνια εκστρατείας.
-Δεν πειράζει νέε μου. Αρκεί να περάσατε καλά, να ζήσατε και να γελάσατε.

Ώχου μωρέ και τι μαυρίλα είναι αυτή. Κάθομαι σε ένα παγκάκι και περιμένω. Με το πρώτο φως της αυγής, ξαναγυρίζω στη λακκούβα. Ακόμα εκεί είναι η πανοπλία, ποιος θα την έπαιρνε άλλωστε; Την ξαναφοράω και παίρνω τον δρόμο για το σπίτι, βρεγμένος.

-Κάτσε ρε βασιλιά να ξαναρίξω μια ματιά και που ξέρεις; Αμέσως να το ρίξουμε στο δράμα. Περίμενε ντε.

Με πήρε στο κατόπι μια αγέλη από βρωμόσκυλα.
Μάλλον μυρίσανε το κάτουρο στη πανοπλία.

Wednesday, September 10, 2008

ΤΡΙΑ ΓΕΜΑΤΑ ΦΕΓΓΑΡΙΑ


Ένα καλοκαίρι.
Με δόντια κοφτερά, ξεκολλάει τώρα από πάνω μου, πρόλαβα και κρύφτηκα μέσα σε εσοχή, πήρε μαζί του κομμάτια -αλλά είμαι εδώ. Κρυμμένος αλλά ζωντανός, χασκογελάω παρανοϊκά με την μέθη της επιβίωσης, εκεί έξω από την προστασία της σπηλιάς κάτι ανασαίνει βαριά. Με περιμένει.

Να ποτίζω τη γαρδένια.

Να χαμογελάω.
Να είμαι "καλός".
Να είμαι κάτι άλλο.

Γύρισα χιλιόμετρα πολλά, έχασα μέρη, ονόματα και μυρωδιές, ένα γινήκαν όλα και κάπου ξύπνησα σε ένα αυτοκίνητο που πήγαινε με 160. Στην άσφαλτο, το αίμα μοιάζει μαύρο. Πετρέλαιο λες και κοιτάς αλλού.
Φλαμίνγκο στο ένα πόδι κάπου στον βορά, αετοί στη Πελοπόννησο και γκρεμοί της Κρήτης. Κάστρα παρατημένα, του Μιστρά και του Μεγάλου Μάγιστρου στη Ρόδο, ο δρόμος των ιπποτών και η εθνική των κουρασμένων, με νυσταγμένες φάτσες να ρουφάνε απαίσιους καφέδες δίπλα σε ζητάδες. Μία γερασμένη πόρνη στον Πύργο.
Τρία γεμάτα φεγγάρια.
Τρία γεμάτα φεγγάρια αρκούν για να χάσεις το μυαλό σου.
Ο ιδρώτας πάνω στον σβέρκο, οι αναθυμιάσεις στα πεζοδρόμια και η "Αραμπέλλα" στον Θερμαϊκό. Και πίσω μου να με ακολουθεί σταθερά εκείνος. Μία φιγούρα είναι, μία σκιά.
Ένα καλοκαίρι με δόντια είναι και με έφτασε.

Να ποτίζω τη γαρδένια.

Να χαμογελάω.
Να είμαι "καλός".
Να είμαι κάτι άλλο.

Αλλά έτρεξα και κρύφτηκα στην εσοχή του φθινοπώρου και τώρα είμαι ακόμα εδώ. Και γελάω παρανοϊκά.
Η γαρδένια νεκρή, μάλλον από μέρες. Την έκαψε το φως.
Καλύτερα.
Άραγε να ουρλιάζουν οι γαρδένιες όταν καίγονται;

Κάτι είναι εκεί έξω και ανασαίνει βαριά. Ωραία. Τώρα που ξαπόστασα, θα βγω απ' τη κρυψώνα.
Να δείξω τα δικά μου δόντια.

Το καλοκαίρι πήρε μία νίκη.

Αλλά τώρα, έχω τον χειμώνα με το μέρος μου....

καλό
χειμώνα

Saturday, August 16, 2008

IN EXTREMIS 2

"Ένας ωκεανός από πίσσα. Μαύρο υγρό.
Αν μόλις έχεις έρθει από παραλία με τα μαγιό σου και τις βρεγμένες πετσέτες σου και τα αντηλιακά σου, γύρνα πίσω. Εδώ έχει σμέρνες. Εδώ έχει τίγρεις."
David Hetchens

Μονοπάτια.
Άπειρες, μικρές διαδρομές που διασταυρώνονται, ενώνονται και συμπορεύονται. Μερικές φορές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Άλλες φορές για λίγο. Μονοπάτια από άσφαλτο και χώμα και αγκάθια και ρόδα και καμιά φορά από νερό και πολύ πιο σπάνια από φως και ενίοτε από σκατά και φωτιά.
Άνθρωποι ρε χαζέ.
Σε μένα μιλάω, μη πετάγεσαι εσύ.

Κάποτε σου είπα πως είμαστε όλοι ένα. Κάπου ανήκουμε. Για κάπου είμαστε. Και όλοι έτσι λέμε, για να φτιάχνουμε το καταστατικό της ύπαρξης μας και να το καταχωρούμε στα "προς ανάλυση". Μόνο που η ανάλυση αργεί και δεν έρχεται και μένεις με τα κατακτηθέντα να τα κοιτάς, να τα ξεσκονίζεις και πράξη να μην τα κάνεις ποτέ, κωλοφαφλατά. Και μπλέκουν τα μονοπάτια και παίρνεις και άλλες πληροφορίες
πέτα αυτές που δεν χρειάζεσαι
ταξινόμησε
κρίνε
νιώσε
μάθε
μάθε
επιτέλους χριστέ μου...

Μάσκες.
Καταρχήν να ξεκινήσουμε με τις δικές σου. Τις αποτρόπαιες, τις φρικιαστικές με τα δόντια και τα στραβά μάτια και εκείνη που είναι η πιο όμορφη από όλες, η Κρυψομάσκα, έτσι θα την πω. Αυτή δεν έχει μάτια ή στόμα, δεν έχει χαρακτηριστικά, είναι ένα δέρμα πάνω από το δέρμα σου, μία μεμβράνη που καλύπτει ήχους και εικόνες.
Σπάσε τις μάσκες λες συνέχεια και γιουχου - ναι!, πάμε για απελευθέρωση και άλλες τέτοιες μαλακίες ενώ μία μάσκα θα είσαι πάντα. Και μετά είναι οι μάσκες των άλλων.
Όμορφα πρόσωπα, φιλικά, ερωτεύσιμα πρόσωπα που σε τραβούν και σε εξιτάρουν.
Κολλητοί.
Και έτσι και σηκωθούν λίγο οι μάσκες και των δύο, βγαίνουν δαίμονες, κλεισμένοι από καιρό, διψασμένοι για αίμα, για σάρκα, δεν παίρνουν αιχμάλωτους οι δαίμονες αυτοί. Τι ωραία καυλωτική ένωση που συμβαίνει όταν μοιράζεσαι τους δαίμονες σου με τα τέρατα του άλλου. Εκεί δεν υπάρχει πισωγύρισμα, θα χάσεις μέλη, θα χάσεις οστά, θα ξεσκίσεις και θα ξεσκιστείς.

Μα πιο πολύ λατρεύω όταν με πατάς την ώρα που είμαι κάτω. Να 'σαι καλά. Το μεγαλύτερο μάθημα είναι αυτό και είμαι ευγνώμων. Σκατά, θα μιλήσω αληθινά.
Σε ευχαριστώ για τις συμβουλές και τα αστεία.
Τώρα πάρε το μονοπάτι σου και ξεκουμπίσου από τον δρόμο μου. Δεν χρειάζομαι πόδι στον σβέρκο μου, μια αγκαλιά ζήτησα και όπως εγώ είμαι ανίκανος να την δώσω, άλλο τόσο είσαι και εσύ. Δεν το βλέπεις; Δεν πειράζει. Καλή τύχη αν και χλωμό το κόβω.
Λέξεις.
Πόσο με κουράζουν.
Πόσο έχω μιλήσει.
Ακούνε μόνο τα ποτήρια και τα τασάκια στους καφέδες. Οι άνθρωποι απλά θέλουν να μιλάνε. Καιρός να ακούσω...τι; Κανείς δεν έχει τίποτα σοβαρό να πει, όλοι λένε θεωρίες. Καιρός να κουφαθώ.

Ας χαθούμε λίγο στην ναρκισσιστική φύση μας και ας αυνανιστούμε με τους ωραίους στόχους μας και τα όνειρα μας και τον χαρακτήρα μας τον πλασμένο. Σιωπή!
Μωρά!
Μέχρι να σου αλλάξουν πάνα, απλά βύζαινε.
Ίδρωνε
Τρέχα
Κόπιασε να πάρεις το βραβείο στο τέλος της διαδρομής και βάλε τρικλοποδιά στον δίπλα σου μη φτάσει πρώτος.
ΕΠΕΒΑΛΕ ΑΠΑΝΩ ΜΟΥ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΣΟΥ
ΛΕΙΑΝΕ ΤΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ΜΟΥ ΜΕ ΤΑ ΚΟΦΤΕΡΑ ΣΟΥ ΜΑΧΑΙΡΙΑ
ΜΠΑΣ ΚΑΙ ΤΑΙΡΙΑΞΟΥΜΕ
Μπας και δεν μείνουμε μόνοι.

Μη με παρεξηγήσεις, μπορεί να είναι και φάση αλλά
μόνοι είμαστε.
Απλά τραβάμε κοντά μας άλλα μονοπάτια για να πιστοποιούν ότι υπάρχουμε, διαφορετικά δεν θα το γνωρίζαμε.

Είμαι
όλα αυτά που ονειρεύτηκα και ακόμα τα περιμένω
όλοι εκείνοι που αγάπησα
όλες οι σκέψεις μου που με οδηγούν στον γκρεμό
είμαι ένα σπασμένο χέρι ενός ζωγράφου
είμαι μία μαλακία τραβηγμένη αγχωτικά σε τουαλέτα καλοκαιρινού κλαμπ, έξω βαράει η μουσική και όλοι διασκεδάζουν.

ΜΙΚΡΟ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΙΝΤΕΡΛΟΥΔΙΟ
-Ρε να σε ρωτήσω κάτι;
-Φυσικά
-Τη παλεύεις;
-Όχι, καθόλου
-Ε, άι γαμήσου

Και κάτι τελευταίο και κλείνω.

ΥΠΟΤΑΞΟΥ
επιτέλους
στην αδυσώπητη δύναμη του αβγού.
ΚΑΤΑΛΑΒΕ
πως το κέλυφος δεν σπάει σιγά σιγά. Κάθε φορά που βγάζεις ένα κομματάκι, η τρύπα προς το ΕΞΩ κλείνει από διεργασίες που παρακινείς εσύ μόνος σου και καλά κάνεις, πρέπει να προστατευτείς. Υπομονή.

Σε μαύρισα;
Δεν πειράζει.
Το μαύρο είναι όλα τα χρώματα μαζί.

Sunday, July 20, 2008

WHY SO SERIOUS?


Ο Heath Ledger μπαίνει στο πλάνο και κολλάνε τα μάτια σου απάνω του. Γελάει, γλύφει τα χείλια του σαν σαύρα και ξύνεται.
Μιλάει και κινείται σαν δαιμονισμένος, κάτι είναι μέσα του που τον τρώει.
Ρόλος; Ψέμματα;
Ή κάτι άλλο;

Δεν με νοιάζει.
Εμένα με στοιχειώνει η ατάκα-σήμα κατατεθέν του, που επαναλαμβάνει στο έργο και που αυτή τη περίοδο μου ταιριάζει.

Στη τελευταία του ερμηνεία, ρωτάει τους πάντες μέσα από το πανί και κλείνει το μάτι σε αυτούς που ακούνε.

WHY SO SERIOUS?

Έλα ντε.

Άντε γαμίδια.

Thursday, July 17, 2008

ΑΓΑΠΗΜΕΝΑ ΜΟΥ ΣΥΜΠΛΕΓΜΑΤΑ


Να μου μιλάς.

Χτες είδα ένα φεγγάρι πάνω από μια θάλασσα. Νευρίασα που δεν θα ξαναδώ το ίδιο φεγγάρι. Ναι, θα δω άλλα, πολλά φεγγάρια, αλλά αυτό ποτέ ξανά.
Η κτητικότητα μου.

Ήπια γλυκό κρασί με φίλους και γέλασα με την καρδιά μου. Μελαγχόλησα γιατί τώρα τελευταία δεν γελάω όσο θέλω.
Η κατάθλιψη μου η γαμημένη.

Άκουσα εκείνο το τραγούδι που είναι γραμμένο με ψυχή. Έσπασα πράγματα μέσα στο δωμάτιο και έκοψα το χέρι μου.
Ο θυμός μου που με διοικεί ακόμη.

Έφαγα φαγητό πάνω από τον νεροχύτη της κουζίνας. Μία κονσέρβα με ντολμαδάκια, φρυγανιές και σαλάμι αέρος. Αυτά βρήκα στα ντουλάπια και στο ψυγείο. Α, και λίγο βούτυρο. Όπως έτρωγα, είδα από το παράθυρο έναν τύπο στο απέναντι μπαλκόνι να με κοιτάει. Τα πέταξα όλα στα σκουπίδια και κάθισα στο πάτωμα να καπνίσω. Ναι στο πάτωμα, οι πολυθρόνες μυρίζουν θαλπωρή που δεν τη θέλω. Με είδα με το τρίτο μου μάτι άξαφνα, εκεί που καθόμουν κάτω και άρχισα να γελάω σαν μαλάκας.
Η μοναξιά μου.

Το βράδυ, λίγο πριν ξημερώσει, έχω παρέα. Άμα κλείσω τα μάτια μου και συγκεντρωθώ, έρχονται φωνές και μου γεμίζουν το κεφάλι. Μιλάω μόνος μου, με πιάνουν τα τικ μου και ανακατεύω συνέχεια τα μαλλιά μου σαν να έχω φαγούρα. Ξύνω το αριστερό μου πόδι χωρίς να με τρώει, έχω κάνει μία μικρή πληγή που την ματώνω κάθε τόσο. Ξαπλώνω αγκαλιά με τέσσερα μαξιλάρια και όταν ξυπνάω, είναι όλα στο πάτωμα. Δεν τα ξεσκονίζω πριν τα βάλω πίσω.
Η σχιζοφρένεια μου.

Δεν φέρνω κόσμο στο σπίτι πια.
Μια μέρα ήρθε ένας φίλος και δεν έκατσε πολύ. Μιλήσαμε για διάφορα αλλά καταλάβαινα πως δεν μου έλεγε αυτό που ήθελε να μου πει.
Στεναχωρώ τον κόσμο και ας μου λέει ο κόσμος να μη λέω μαλακίες και πως είναι στο μυαλό μου και ξεκόλλα.

Να μου μιλάς.
Ακούς εαυτέ μου;

Γιατί χαίρομαι που με έχω χάσει τόσο πολύ για πρώτη φορά.
Και θέλω να ακούσω ό,τι έχεις να μου ξεράσεις.

Έτσι ώστε, όταν με ξαναφτιάξω,
να διαλέξω καλύτερα υλικά.
Η προσμονή μου.

Η προσμονή μου που με κρατάει.

Monday, July 14, 2008

ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ


Η νύχτα έχει γίνει ασφυκτική, το δωμάτιο ένα κελί σε κάποιο επίπεδο της κόλασης, αν κλείσω τα μάτια μου μπορώ να συγκεντρωθώ και να ακούσω ουρλιαχτά βασανισμένων, μην είναι δικά μου τα ουρλιαχτά, μέσα στο κεφάλι μου;
Εκεί που το σώμα μου ακουμπάει στο σεντόνι, λίμνες.
Τα μαλλιά μου φίδια.

Σηκώθηκα και ντύθηκα ελαφριά, να περπατήσω ήθελα, να πάω στο πάρκο που είναι κοντά στο σπίτι μου, να απολαύσω λίγη από την δροσιά των δέντρων. Σε εκείνο το πάρκο κάποτε νομίζω πως συνάντησα τον Μαύρο. Του ξέφυγα όμως, μπορεί και να τον ονειρεύτηκα και τώρα, γύριζα εκεί χωρίς φόβο, να κάνω τις σκέψεις μου να χαθούν μέσα στη νύχτα και στα φύλλα, τις σκέψεις που δεν με αφήνουν να κοιμηθώ τα βράδια. Τώρα που όλα έχουν συμβεί και έχει περάσει καιρός και ξανασκέφτομαι εκείνη τη βραδιά, ξέρω πως και πίσω να γύριζα, θα τα ξανάκανα όλα. Δεν υπάρχει κάτι που θα μπορούσε να με αποτρέψει από το να κάνω εκείνη την βραδινή βόλτα.
Ο αέρας είναι ζεστός αλλά σαφώς καλύτερα από το σπίτι. Είναι αργά. Όλοι κοιμούνται. Ανάβω τσιγάρο και στα ακουστικά που έχω χώσει στα αυτιά μου, παίζει μια μουσική ήρεμη, να συμβαδίζει με την ατμόσφαιρα του σώματος μου. Φτάνω στο πάρκο, πεύκα και κυπαρίσσια στέκονται ακίνητα μέσα στο σκοτάδι, διάσπαρτες λάμπες κάνουν τη νύχτα πιο πυκνή αντί να τη διαλύουν. Θέλω να βρω ένα παγκάκι αλλά το μάτι μου πιάνει μία κίνηση μέσα στις σκιές, ένας αναπτήρας που δεν ανάβει, κάποιος ξαναπροσπαθεί. Να πάω να του δώσω τον δικό μου αναπτήρα;
Πάνω από την μουσική ξεχωρίζω άλλον θόρυβο, κάτι σαν κλάμα, σαν λυγμό και γέλια. Βγάζω τα ακουστικά και στέκομαι. Αφουγκράζομαι, κοιτάζω αθέατος.

Ποιος με έστειλε εκεί; Γιατί τυχαία, τέτοια πράγματα δεν είναι. Κάποιος με κάλεσε. Εσύ μικρέ μου; Εσύ ήσουν; Το κλάμα σου έφτασε στα όνειρα μου; Ήρθε η ψυχούλα σου και βρήκε την δική μου, άδεια και η δικιά μου, γέμισε από σένα και αισθάνθηκε-τι; Δεν με νοιάζει. Θα τα ξανάκανα όλα.
Προσπαθώ να ξεχωρίσω. Δύο φιγούρες, δύο τύποι κάτω από ένα δέντρο, χωμένοι στα σκοτάδια. Άγριες κινήσεις, ο ένας κρατάει έναν αναπτήρα και κάτι λέει, ο άλλος κρατάει κάτι άλλο, σχετικά μικρό, κουνιέται στα χέρια του και αυτός γελάει σιγανά. Λυγμοί.
Σαν τους λυγμούς που κάνει ένα σκυλί όταν του κλείνεις τη μουσούδα με τη παλάμη σου.
Ο αναπτήρας ανάβει και σβήνει. Ανάβει και σβήνει και φρίκη γεμίζει τα κόκαλα μου, το στομάχι μου τώρα είναι ένα τεράστιο αγκάθι. Μου πέφτει το τσιγάρο αλλά δεν με νοιάζει. "Τελείωνε ρε μαλάκα" λέει αυτός που κρατάει το κουτάβι.
Ο αναπτήρας επιτέλους ανάβει και στο λιγοστό φως του, αποκαλύπτεται ένα μακάβριο θεατρικό σκηνικό μπροστά μου, ένα όνειρο και καθώς κοιτάζω ανήμπορος σκέφτομαι ότι αν φύσαγε λίγο ο αναπτήρας δεν θα άναβε ποτέ, αλλά δεν φυσάει, το σύμπαν είναι ακίνητο, τα δέντρα ακίνητα, σοκαρισμένα βλέπουν και αυτά.

Μέσα μου ξύπνησε κάτι, όχι απαραίτητα καλό, κάποιο ζώο, λύκος θαρρώ πως ήταν. Η άσχημη πλευρά του λύκου. Ξεκίνησα να τρέχω, μας χώριζαν δεκαπέντε μέτρα. Δεκαπέντε μέτρα ανάμεσα σε εμένα και τα τέρατα που έχουν λούσει με υγρό για αναπτήρες το κουτάβι. Το μυρίζω καθώς πλησιάζω, καθώς η απόσταση μικραίνει αλλά είμαι μακριά. Δεν πρόλαβα να φωνάξω. Δεν πρόλαβα, ίσως γιατί δεν το πίστευα.

Μία λάμψη φωτίζει το πάρκο, η λάμψη τρέχει και έχει φωνή και ουρλιάζει. Μου δίνει φως η λάμψη για να δω τα πρόσωπα τους. Δύο τέρατα στην ηλικία μου, δεν με έχουν δει, ετοιμάζονται να τρέξουν, γελάνε, το κουτάβι φλέγεται και κοπανιέται στο χώμα και ουρλιάζει. Πέφτω με ορμή πάνω στο κτήνος με τον αναπτήρα. Σωριαζόμαστε κάτω και εκείνος δεν αντιδρά, έχει τρομάξει γιατί εγώ δεν έχω βγάλει άχνα, ξεπήδησα μέσα από το σκοτάδι σαν κάτι...τι; Δεν με νοιάζει τίποτα. Δεν υπάρχουν συνέπειες για τις πράξεις μου, μια λύσσα μόνο, θα την σβήσω αυτή τη λύσσα, θα ξεδιψάσω μέσα της. Τον πιάνω από τα μαλλιά και χτυπάω το κεφάλι του στο χώμα, τρίχες του μένουν στα χέρια μου, τον ξαναπιάνω και χώνω τους αντίχειρες μου στα μάτια του. Ο σύντροφος του με γραπώνει και με πετάει από πάνω του. Κάτι λένε. Εγώ δεν έχω βγάλει άχνα. Κοιτάζω το κουτάβι. Στριφογυρίζει στο γρασίδι και η φλόγα σβήνει, χάνεται και εκείνο μένει ακίνητο αλλά ζωντανό, σιωπηλό, τρέμει. Τώρα είναι οι δύο τους απέναντι μου, με περικυκλώνουν. Χαμηλώνω το βάρος μου. Δεν έχω καν λαχανιάσει.
Μου ορμάνε ταυτόχρονα.
Κάποιος από τους δυο, δεν ξέρω αν ήταν αυτός που έριξα στο χώμα, με πιάνει από τον λαιμό, με πνίγει, ο άλλος μου κοπανάει με τις γροθιές τα πλευρά. Κάποιο από όλα το νιώθω να σπάει. Πιάνω τους αντίχειρες που πιέζουν τη καρωτίδα μου. Τους λυγίζω προς τα πίσω, τους νιώθω να υποκύπτουν στη πίεση, δύο κλαράκια είναι που τα σπάω χωρίς να το σκεφτώ. Ο ένας φονιάς ουρλιάζει τώρα και με αφήνει. Ο άλλος με πιάνει από τα πόδια και με ρίχνει στο έδαφος. Του αρπάζω τα αυτιά και φέρνω το κεφάλι του στο ύψος του στόματος μου, σαν εραστές, ξαπλωμένοι στο χώμα. Βρωμάει αλκοόλ και απλυσιά, ξινισμένος ιδρώτας. Κλείνω τα δόντια μου γύρω από τη μύτη του. Του την επιστρέφω αμέσως, να μην του λείψει, του τη φτύνω στη μούρη. Ουρλιάζει και αυτός τώρα. Πέφτει κάτω και σφαδάζει, βρίζει και η γεύση του αίματος που έχω στο στόμα μου, είναι ανησυχητικά γλυκιά. Αυτός με τους σπασμένους αντίχειρες στέκεται από πάνω μου. Κάνω να σηκωθώ αλλά με κλωτσάει στο πρόσωπο. Δεν προλαβαίνω να αντιδράσω. Μία μεγάλη καμπάνα ξεκινά να χτυπά στο πίσω μέρος του κρανίου μου. Πάω να στηριχτώ στα χέρια μου για να σηκωθώ και τότε αυτός, σηκώνει ψηλά το πόδι του και κατεβάζει το παπούτσι του στο αριστερό μου γόνατο. Το νιώθω να σπάει και ταυτόχρονα να ξεκολλάει, κάτι αφύσικο συμβαίνει εκεί κάτω, παίρνει μία αποτρόπαια κλίση και σταματάει αυτόματα να αποκρίνεται όλο μου το άκρο. Δεν αφήνω ακόμα τον πόνο να με βρει. Κρύβομαι, σηκώνω το χέρι μου και τον αρπάζω από τα σκέλια, πιέζω, πιέζω με δύναμη όχι δική μου και αυτός μου βαράει τα χέρια αλλά δεν τον αφήνω, θέλει να μου βαρέσει το πρόσωπο, πετυχαίνει το δεξί μου μάτι αλλά φευγαλέα, σαν κορίτσι. Τον κάνω κορίτσι, όταν νιώθω κάτι στο χέρι μου να ενδίδει, σαν δύο δαμάσκηνα που πάνε να γλιστρήσουν και τα φυλακίζω και μετά τα λιώνω. Τα νιώθω να σπάνε, να συνθλίβονται και ο τύπος με ένα τελευταίο ουρλιαχτό λιποθυμάει. Ο άλλος με τη κομμένη μύτη, βογκάει, κλαίει νομίζω. Φτύνω αίμα και σέρνομαι στο κουτάβι.
Μυρίζει ψησταριά. Έχει κουρνιάσει και το αγγίζω. Τρέμει ολόκληρο, σαν να είναι φτιαγμένο από σεισμό. Αλλά ζει.
Ζω και γω.
Ζούμε.
Από μακριά φωνές.
Αφήνω τώρα τον πόνο να με βρει.
Με βρίσκει πρώτα η νύχτα και σταματάω να είμαι, ο λύκος χάνεται και μαζί του τα πάντα.

Ο μούργος είναι δίπλα μου εδώ και έναν χρόνο. Φοράει κάλυπτρο στο ένα του ματάκι, σαν πειρατής. Έτσι τον φωνάζω. Πειρατή. Εγώ πια περπατάω με μπαστούνι. Οι τύποι είναι ακόμα μέσα. Ο κυρ Λευτέρης που είδε όλο το σκηνικό και που ήρθε και μάρτυρας, είπε ότι δεν κράτησε πάνω από δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Εμένα μου φάνηκε λιγότερο. Μια ανάσα.
Τα βράδια ο Πειρατής κοιμάται στο κρεβάτι μου.
Τη μέρα δεν ξεκολλάει από κοντά μου.
Δεν αφήνει άλλον να πλησιάσει, είναι δύσκολο σκυλί, δαγκώνει. Τον καταλαβαίνω όμως. Καμιά φορά βλέπει εφιάλτες ο κακομοίρης και πιάνει τα ποδαράκια του μες τον ύπνο του και τα δαγκώνει. Τον ξυπνάω και μου γλύφει τα δάχτυλα.

Και καμιά φορά
άμα έχει καλό φεγγάρι
πηγαίνουμε οι δύο μας και καθόμαστε στο πάρκο.
Εκείνου, του ξεφεύγουν άθελα του, μουγκρητά, μέσα από το στέρνο του βαθιά.
Κοιτάζει το σκοτάδι και γρυλίζει.

Και γω πάλι, σαν άνθρωπος,
ξέρω ακριβώς τι νιώθει. Σκύβω τότε στο αυτάκι του και του ψιθυρίζω με απόλυτη αγάπη.

"Θα τα ξανάκανα όλα Πειρατή."

Πανάθεμα με, ορκίζομαι πως με καταλαβαίνει.

Wednesday, June 25, 2008

ΤΟ ΣΑΛΙ


Το έπλεξε η γιαγιά μου εφτά αιώνες πριν.
Η γιαγιά μου ήταν από τη Σμύρνη και έτσι.
Η γιαγιά μου με έλεγε "Τζιέρη μου".
Την βλέπω ακόμα στα όνειρα μου.

Ήταν σαν κάπα μαγική, πλεγμένο με χοντρή κλωστή σε σχήμα τεράστιας μαργαρίτας. Καφέ, ομόκεντροι κύκλοι που ενώνονταν μεταξύ τους με χοντρές καφετιές φλέβες, σαν ιστός, σαν κάτι βγαλμένο από παραμύθι. Το φόραγα απάνω μου και ήμουνα ο Χάρι Πότερ με την κάπα που τον κάνει αόρατο, ήμουνα άλλοτε ο Σούπερμαν και καμιά φορά φάντασμα.

Σύρθηκα στο πάτωμα και το έτριψα το σάλι μέχρι που ξέφτισε, αλλά ποτέ,
κανείς,
δεν το πέταξε.

Κοιμήθηκα απάνω του μπροστά στο τζάκι και πλάκωσα την αδερφή μου, όταν έκανε πως μου το παίρνει.
Σε εκείνο το σάλι, πλεγμένο με τραγούδια και μυρωδιά από σκόρδο σε μια παλιά κουζίνα.
Το πρώτο μου γατάκι, κοιμήθηκε πάνω σε αυτό το σάλι. Το γατάκι με κόλλησε έναν μύκητα που έκανε όλα μου τα μαλλιά να πέσουν. Το γατάκι το πήρε ο διάολος.
Το σάλι κανείς δεν το πέταξε.

Καμιά φορά, η μάνα μου το φόραγε όταν έβλεπε τηλεόραση τον χειμώνα. Κάπνιζε και πήγαινα και ξάπλωνα απάνω της και το σάλι μύριζε τσιγάρο και μάνα.
Μύριζε φαγητό και ιδρώτα.

Το σάλι γενικά μύριζε διάφορα.

Και το βρήκα προχτές.

Σε ένα άδειο δωμάτιο, σε ένα άδειο σπίτι, με την τωρινή γάτα μου να με κοιτάζει σαν χαζή. Αναδιοργάνωνα τις ντουλάπες.
Όταν ξαφνικά αδειάζουν οι μισές ντουλάπες του σπιτιού, έχεις πολύ χώρο για να απλώσεις τα ρούχα σου.

Να απλώσεις τα ρούχα σου για να μην κοιτάς άδειες ντουλάπες.

Και εκεί που κατεβάζω, ούτε και γω ξέρω τι από μία ψηλή ντουλάπα, να το! Το καφετί έκτρωμα που με συνόδευε πάντα. Το πήρα και χωρίς να σκεφτώ, το 'χωσα στη μούρη μου. Μύριζε ακόμα...κάτι.

Η γάτα μου νιαούρισε ανήσυχη.
Τι μύριζε;

Μύριζε....

μάνα
τσιγάρο
φαγητό
βρωμιά
σκόνη


και
κάτι ακόμα ρε πούστη μου.....

Α, ναι.
Το βρήκα τι μύριζε.

Πόση ώρα έκλαιγα θα με ρωτήσεις.

Δεν ξέρω.
Μου φάνηκε σαν να περάσαν 32 χρόνια.

Friday, June 20, 2008

ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ


Χτες πέρασα μπροστά από ένα φαρμακείο. Είχε ένα διαφημιστικό πόστερ στη βιτρίνα του, κάτι για τη γήρανση.

Τέρμα οι ρυτίδες ή κάτι τέτοιο.
Μετά, πιο κάτω, βρήκα ένα νεκρό σπουργίτι στο πεζοδρόμιο. Ήταν άθικτο, ανέπαφο, σαν να είχε σταματήσει να πετάει ξαφνικά, σαν να μην το τράβαγαν πια τα θέλγητρα του ανέμου. Σαν να έκλεισε τα φτερά του και να ξάπλωσε εκεί για να το βρω εγώ.
Πήρα το μετρό και κατέβηκα Μοναστηράκι. Πήγα Ψυρρή. Κόσμος πολύς, θάλασσες από ανθρώπους, με έκαναν να αισθάνομαι πιο μόνος από ότι πραγματικά είμαι. Αρώματα, παρέες, μουσικές.
Πουτάνες. Τις χάζεψα λίγο παραπάνω απ' ότι συνήθως.
Μαγαζιά με χαμηλωμένα φώτα, αλκοόλ να ρέει παντού, ταβέρνες και ρεμπετάδικα, μία καντίνα με βρώμικα, σκυλιά χαζεμένα από την ζέστη και τον κόσμο, να ξαπλώνουν στη μέση του δρόμου, άρχοντες σε μία πόλη που παλεύει για ανάσα. Κάθισα μόνος μου σε ένα μεζεδοπωλείο και παρήγγειλα τσίπουρο, ένα καραφάκι. Και δεν πίνω τσίπουρο. Έβγαλα το σημειωματάριο μου.

Να σου γράψω.

Γύρω μου το χάος, θέλω να με καταλάβεις.
Κάτι τύποι δίπλα μου τσακώνονται για τη σύνθεση της εθνικής. Στη μύτη μου φτάνει μυρωδιά από χασίσι. Μυρωδιά από ιδρωμένους σβέρκους και γυναικείους λαιμούς και τσίκνα από τα παραδίπλα φαγάδικα. Μυρωδιά από ζωή.
Τι αντίθεση!
Εγώ εκεί καθισμένος, με ένα μασημένο στυλό στο χέρι, μπροστά σε μια άδεια σελίδα από ένα κενό σημειωματάριο. Ξεκίνησα να γράφω μετά το τρίτο καραφάκι. Μία κοπελιά ήρθε και μου ζήτησε αναπτήρα. Όμορφη ήταν. Όπως όλες οι γυναίκες.

"Τι γράφεις;"
"Σημείωμα αυτοκτονίας"

Γελάσαμε και κάθισε. Η παρέα της ήταν μερικά τραπέζια παρακάτω. Αρχίσαμε να μιλάμε και να πίνουμε. Ήταν στη Καλών Τεχνών, δεύτερο έτος. Μου είπε το όνομα της και τι μουσική ακούει, που συχνάζει και ποια ταινία την έκανε να κλάψει, μου είπε εφτά εκατομμύρια πράγματα που με άφησαν παγερά αδιάφορο.
Πέρασε η ώρα, με κάλεσε να πάμε Φιλοπάππου, με κιθάρες, να γιορτάσουμε την πανσέληνο. Κοίταξα τη γραμμένη σελίδα μπροστά μου. Τι είχα γράψει; Θολά τα γράμματα, μυρμήγκια που δεν ησυχάζουν.
Ακολούθησα τη παρέα μεθυσμένος.
Σκαρφαλώσαμε σε βράχια κάτω από το φεγγάρι και ξεκίνησε η μουσική. Τριγύρω, μέσα στα δέντρα, κάφτρες από τσιγάρα, άλλες παρέες, που και που ένα γελάκι. Οι φωνές των παιδιών που τραγουδούσαν, έγιναν με την ώρα ύμνοι λατρευτικοί, έχασα τη γη και χάθηκα στο φεγγάρι. Ξάπλωσα πίσω.

Φύγανε και με αφήσανε εκεί. Εντάξει, δεν τους κακοκαρδίζω, ούτε που με ήξεραν άλλωστε, μεθυσμένοι και αυτοί.
Πήρε να χαράζει.
Ο ουρανός έγινε γκρίζος, πουλιά ξυπνήσανε, έντομα περπατούσαν απάνω μου και εγώ ανάσκελα, άνοιξα τα μάτια μου.
Και εκεί, δίπλα μου, πάνω στον βράχο, ένα σπουργίτι να με κοιτάει.
Μην είναι το σπουργίτι από το πεζοδρόμιο; Ψυχοπομπούς τα λέγανε στα αρχαία χρόνια, συνόδευαν τις ψυχές στον κάτω κόσμο. Πήγα να σηκωθώ και γύρισε το σύμπαν ανάποδα, ο ουρανός από κάτω, το χώμα απάνω. Γύρισα στο πλάι και άδειασα τα σωθικά μου. Τρόμαξε το σπουργίτι και έφυγε μακριά.
Δεν πήρε τίποτα μαζί του.
Την ψυχή μου ακόμα την έχω.

Μα να σου ορκιστώ δεν μπορώ, πως για μια στιγμή δεν ευχήθηκα να την έπαιρνε μαζί του.
Σκούπισα το πρόσωπο μου με την γραμμένη σελίδα.

Πήρα τον δρόμο του γυρισμού.
Γεμάτος χώματα και ξερατά.
Πώς με κοιτάγανε οι περαστικοί.
Και εγώ τους κοίταγα και χαμογελούσα.
Πέρασα και από το πεζοδρόμιο το γνωστό, αυτό που σου 'λεγα. Το σπουργίτι δεν ήταν εκεί, κάποιος θα πρέπει να το μάζεψε. Κάποιο παιδί σε ένα μακάβριο παιχνίδι, σαν τρόπαιο ζωής, σαν φαντασία σήψης.

Ή πέταξε.
Αναστήθηκε.
Έμεινε εκεί λουσμένο όλο το βράδυ στο φως της Εκάτης, πήρε ζωή και έφυγε για ουρανούς.

έμεινε εκεί
ξαπλωμένο ώρες πολλές στο φεγγαρόφωτο μέσα
ξαναγεννήθηκε και έφυγε

Και παρόλο που σκιά δεν έχω και ας μεσουρανεί ο ήλιος,
να πάρω το παράδειγμα του θέλω και να το κάνω πράξη.

Να φύγω για ουρανούς
Να φύγω για ουρανούς

Tuesday, June 17, 2008

ΟΜΟΡΦΗ ΠΕΙΝΑ


Μεσημέρι.
Τραβηγμένο παντζούρι.
Ένα καναρίνι σε διπλανό μπαλκόνι κελαηδάει. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι τα καναρίνια τραγουδάνε. Δεν τραγουδάνε. Ουρλιάζουνε τη σκλαβιά τους. Έχεις ακούσει καναρίνι ελεύθερο να τραγουδάει; Έχεις δει καναρίνι ελεύθερο;

Τα καναρίνια κλαίνε.

Αλλά εκείνο το μεσημέρι, το καναρίνι στο διπλανό μπαλκόνι κελαηδούσε.
Το έπιασε η μυρωδιά που έβγαινε από το δωμάτιο.
Κορμιά.
Τριβή.
Ιδρώτας.

Ξυπνήσανε νωρίς το πρωί και μείνανε στο κρεβάτι.
Αυτή να παίζει μαζί του, να τον βασανίζει, να του απαγορεύει την πολυπόθητη κορύφωση και αυτός να χάνει το όνομα του. Και το δικό της.
Τώρα είναι πάνω του ξανά.
Χορεύει στη κοιλιά του και αυτός θέλει νερό. Τα σκέλια πονάνε και των δύο. Σαν να βλαστημάνε τη θνησιμότητα τους με τα κορμιά τους.
Τώρα είναι ξαπλωμένοι και λαχανιάζουν.
Τώρα είναι ξανά μέσα της και την κοιτάει στα μάτια.
Του έρχεται να μιλήσει δυνατά μα είναι μεσημέρι.
Εκείνη θέλει να του πει με λέξεις τι της ψιθυρίζουν τα σπλάχνα της, αλλά δαγκώνει τα δάχτυλα της.
Νερό τρέχει από πάνω του και την τσούζει στα μάτια της.

Πιο πριν ήταν μέσα και τσακωνόντουσαν.
Δυο μέρες πριν, χόρευαν σε ένα μαγαζί.
Μα τώρα ο χρόνος έχει αλλάξει.
Κάμποσους αιώνες πριν, πήγανε για βόλτα με ένα άλογο.
Σε έναν βωμό τον θυσίασε, εκείνη ιέρεια, αυτός παγανιστής βασιλιάς που υποκύπτει στη θέληση της τριαδικής Μάνας.
Σε ένα τοιχάκι από ξερολιθιές, της άφησε ένα γράμμα γραμμένο πάνω σε πάπυρο.
Σε ένα πλοίο το σκάσανε για μία άλλη ήπειρο, μαζί.

Τα θυμάται όλα αυτά εκείνος και βλέπει στα μάτια της πως και εκείνη τα γνωρίζει.
Αλλά δεν λένε τίποτα.
Αφήνουν το καναρίνι να τα πει όλα.

Περάσανε οι ώρες, κάνουν τσιγάρο, εκείνη όρθια στο παράθυρο, εκείνος στο κρεβάτι. Το καναρίνι έχει κοιμηθεί ή απλά σώπασε, κουρασμένο. Και εκείνοι έχουν κουραστεί αλλά χαμογελάνε.
Απογευμάτιασε.
Για ώρες δεν έχουν μιλήσει.

"Έλα ξανά κοντά μου" της λέει και είναι η φωνή του αγχωμένη.
Γυρίζει και τον κοιτάζει και είναι αυτό το βλέμμα που μυρίζει ζωή.

Το βλέμμα που δηλώνει ότι δεν θα χρειαστεί να της το ξαναπεί.

Η όμορφη ΠΕΙΝΑ.

Sunday, June 08, 2008

ΤΑΤΟΥΑΖ


Μελάνι πάνω σε δέρμα.

Εγώ διαλέγω τις εικόνες που θα με στιγματίσουν.

Εγώ πληρώνω.

Βάλε χρώματα πολλά αρχηγέ. Τα λεφτά δεν είναι θέμα. Κυρίως μπλε. Και μαύρο. Πολύ μαύρο. Και κόκκινο.

Βάλε


ένα παιδί μέσα σε μία αυτοσχέδια σκηνή από σεντόνια και καρέκλες, σε παιδικό δωμάτιο. Γύρω πετάνε τέρατα, μεσ' τη σκηνή φακός αναμμένος. Βάλε και το μυστικό το γέλιο που ξεφεύγει κάτω από τα σεντόνια και χαλάει το σκοτάδι.


Στη πλάτη μου θέλω φτερά. Αλλά πρόσεξε. Θέλω τα πούπουλα να είναι άνθρωποι που κρατιούνται χειροπόδαρα. Θα σχηματίζουν δύο τεράστιες φτερούγες που θα καταλήγουν χαμηλά.

Τι είπες;

Θα πονέσει τόσο μεγάλο σχέδιο;

Δεν πειράζει.

Ξεκίνα.


Στα χέρια μου θέλω δύο φίδια, να γεννιούνται από τα νύχια μου, να σκαρφαλώνουν μέχρι τους ώμους μου, οι γλώσσες τους να γλύφουν τον λαιμό μου.


Στο στήθος μου, κάνε χέρια tribal να χορεύουν.


Στα πόδια μου, κάνε κέλτικα δέντρα να ανεμίζουν. Βάλε εκεί μέσα και έναν νεαρό να κάνει έρωτα σε μία μικρή, απόγευμα. Βάλε στο βάθος έναν σταυρό και μία θάλασσα.


Χτύπα στο πρόσωπο μου μία μάσκα .

Τελετουργική.

Αρχαία.

Να' ναι η μάσκα της αρχαίας κωμωδίας που ξεκαρδίζεται.

Όχι, όχι.

Της τραγωδίας που πονάει.

Βασικά, κάνε το πρόσωπο μου μισό - μισό. Να κλαίει και να γελάει μαζί.


Για τέλος,

ζωγράφισε πάνω στα βλέφαρα μου χείλια.

Στα αυτιά μου, τραγούδια.

Στο στόμα μου, δάκρυα.


Κάνε με πίνακα, να με περιφέρω.

Να φωνάζω ότι ζω.

Saturday, June 07, 2008

ΑΓΓΕΛΩΝ ΣΙΩΠΗ


Έπεσε μέσα σε νερό, βαθύ νερό, σκοτεινό, νυχτιά ήταν.
Από φως, σκοτάδι.
Τον μάζεψε ένας ψαράς που ήτανε εκείνη την ώρα στα ανοιχτά. Τον τύλιξε με μάλλινη κουβέρτα. Του έτριψε τα χέρια και του παραμέρισε τα μακριά μαλλιά από το πρόσωπο.

Δεν είχε στόμα ο άγγελος.

Στη πλάτη του, δυο πληγές, γέμιζαν τη βάρκα με αίμα, ξαπλώνανε τα ψάρια πάνω στο αίμα και πολεμάγανε για αέρα, ανάσανε βαθιά ο άγγελος και τους έκλεψε την πνοή, πεθάναν τα ψάρια, γυάλινα τα μάτια τους πια. Ο ψαράς τον πήγε σπίτι του, τον έβαλε δίπλα στη φωτιά να ζεσταθεί, ξύπνησε η γυναίκα του ψαρά και τρόμαξε, την πήρε αγκαλιά αυτός και πήγανε στο δωμάτιο της μικρής να δούνε αν ξύπνησε.
Έμεινε μόνος ο άγγελος και έκλαψε, δίπλα στη φωτιά, τα δάκρυα του σβήσανε τα πυρωμένα κάρβουνα.

Κρυμμένο τον κρατήσαν, μακριά από ανθρώπων μάτια, του δώσανε ρούχα και παπούτσια. Περάσανε τα χρόνια και κρυμμένος έμεινε, η μικρή έπαιζε μαζί του στην ακρογιαλιά και όταν μεγάλωσε του διάβαζε βιβλία και ποιήματα. Και κάθε βράδυ ο άγγελος, που ποτέ δεν κοιμόταν, ποτέ δεν έτρωγε, καθόταν δίπλα στη φωτιά και την έσβηνε με τα δάκρυα του.

Γεράσαν οι ψαράδες, μεγάλωσε η μικρή και έγινε γυναίκα, σφιχτό το δέρμα της, τα κόκκινα μαλλιά της μία φλόγα, αυτή τη φλόγα δάκρυα δεν τη σβήνουν. Ερωτεύτηκε τον άγγελο, πέρναγε μαζί του τα δειλινά, αγνοούσε τους γαμπρούς από το χωριό, οι γέροντες θυμώναν.

Ένα σούρουπο του είπε "Σ' αγαπώ" και ο άγγελος τη φίλησε.

Ένα σούρουπο θάψανε τον γέρο και αργότερα, σούρουπο πάλι, θάψανε δίπλα του και τη γριά. Ο άγγελος φίλησε την κοπελιά.
Εκείνη τον αγκάλιασε.
Και πάνω στους φρεσκοσκαμμένους τάφους σμίξανε, άγγελος και άνθρωπος, από σκοτάδι φως.

Ένα δειλινό, τον βρήκε όρθιο να στέκεται στη πόρτα της κάμαρας, να την χαζεύει, να χαζεύει τη φουσκωμένη της κοιλιά. Την πήρε από το χέρι και πήγανε μαζί στην αμμουδιά.
Έσκυψε ο άγγελος, έπιασε ένα ξύλο, χάραξε κάτι στην άμμο.
Πέταξε το ξύλο μακριά και την αγκάλιασε.
Μπήκε στο νερό ο άγγελος και χάθηκε στα σκοτεινά νερά.

Στάθηκε αυτή να δει αν ο καλός της θα πετάξει.
Αλλά φτερά δεν είχε ο άγγελος, μήτε στόμα για να φωνάξει.
Κοίταξε κάτω στην άμμο, το γραμμένο.

"Ήθελα να δω πως είναι οι άγγελοι. Στη κόλαση γυρίζω ζωή μου"

Το παιδί σαν γεννήθηκε δεν έκλαψε καθόλου.

Πήρε ανάσα και έζησε.