Sunday, December 30, 2007

U REMEMBER THE FACE OF YOUR FATHER


Είναι ωραίο να βλέπεις τον αδερφό σου να βρίσκει τον εαυτό του.

Μέσα από βρώμικα σκοτάδια να αναδύεται, πολεμιστής, λύκος.
Σε μία παραζάλη ολονυκτιακή (με ποτό και άπειρη κουβέντα) χρόνια πριν, σου είπα ότι μένω όχι γιαυτό που είσαι αλλά γιαυτό που ΞΕΡΩ ότι είσαι.
Σε είδα να θολώνεις και να χάνεσαι και κάποιες φορές σε έχασα κι εγώ με την σειρά μου, δεν μπορούσα με τίποτα να ακολουθήσω στα σοκάκια που κρυβόσουν.

Φάγαμε σάρκες ο ένας του άλλου, φτύσαμε κατάμουτρα αλήθειες ρε αδερφέ και μόνιμα δεν ήξερες τι θες να κάνεις. Έκανες χίλιες δυο δουλειές, το σώμα σου κουράστηκε μα πιο πολύ η ψυχή σου.
Και έκανες τον κύκλο σου κάτω από γεμάτα φεγγάρια.

Και γύρισες από εκεί που είχες χαθεί από την γέννηση σου γαμώτο μου. Και πήγες και γράφτηκες στην ρημάδα τη σχολή, τώρα στα 30 σου. Με τσαμπουκά.

Μου έδωσες τις πρώτες φωτογραφίες που τράβηξες. Τις πρώτες σαν φωτογράφος.
Μ' αρέσει να σε λέω έτσι.
Μ' αρέσει η ματιά σου.

Τώρα που κοιμάσαι, μ' ακούς να ουρλιάζω από χαρά; Ξέρεις εσύ....

Σ' ευχαριστώ για την υπερηφάνεια.

Ο φίλος μου.
Ο κολλητός μου.
Ο αδερφός μου.
Ο φωτογράφος.

Ο λύκος.




ALL PHOTOS BY KOSTAKIZ

Wednesday, December 19, 2007

ΜΙΚΡΕ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ


Τολμάς με νιότη ανίερη, κουταβιού, να διαβαίνεις μονοπάτια σκοτεινά, να ψάχνεις κάθε κρυμμένη σπηλιά για δράκους. Και όταν τους βρίσκεις, ανακαλύπτεις ότι τα όπλα σου είναι λειψά, το σπαθί σου στομωμένο, ασπίδα σκουριασμένη, μύες χαλαροί και κουρασμένοι.
Σε μένα θα τρέξεις.
Με πάθος περισσό ανεβαίνεις κορφές φασματικές, του νου σου αποκυήματα, τις κατακτάς μόνο και μόνο για να τις ξεχάσεις γιατί έτσι είναι τα φαντάσματα, δεν έχουν ύλη. Σαν τις κορφές σου. Ιδρωμένος γυρνάς από εκστρατείες του μυαλού, φέρεις λάφυρα θολά και τα επιδεικνύεις. Οι στρατηγοί γελάνε μαζί σου μικρέ πολεμιστή και δεν μιλάνε. Εσύ λες πολλά όμως.
Δεν προσέλαβες ποιητές να γράψουν το έπος σου, το ζωγραφίζεις μόνος σου. Ασέβεια. Κάποτε ούτε η εξορία δεν ξέπλενε το αμάρτημα αυτό. Μονάχα ο θάνατος και οι θεοί. Ο πόνος ο αληθινός, η μάχη. Και συ δεν έχεις πολεμήσει μικρέ πολεμιστή. Γυαλισμένα τα όπλα σου φοράς και τα λερώνεις πάνω σε δέντρα και χορτάρια. Με αίμα πότε θα πλυθείς;
Οπλαρχηγός δηλώνεις, βετεράνος και δεν αναρωτιέσαι γιατί στους σοβαρούς πολέμους κανείς δεν τρέχει σε εσένα για καθοδήγηση. Βλέπουν οι άλλοι την αλήθεια και όσοι θα στην πουν, είναι εχθροί σου.
Δάσκαλοι σου έπρεπε να είναι και εσύ μεγαλώνεις αμάθητος. Χαμένα χρόνια.
Και όταν στη δίνη της υπεργνωσίας σου χαθείς, ζαλίζεσαι και μένεις μόνος, πικραμένος και μισός. Σε μένα θα τρέξεις. Βγαίνεις στην πλατεία και ουρλιάζεις κατορθώματα ηρωικά, μετάλλιο κάποιος να βγει και να στο δώσει. Σε συνηθίσανε οι χωρικοί, γελάνε μαζί σου. Γραφικός.
Ίδιος.
Για λίγο θα φανεί η ευαισθησία σου, αφού και συ άνθρωπος είσαι. Αμέσως όμως θα κρυφτείς, εχθρούς θα γεννήσεις στις σκιές και στους καπνούς και με το κεφάλι κάτω θα ορμήσεις μπροστά. Αλλά το μπροστά σου είναι πίσω.
Κρέας για τα βέλη είσαι μικρέ.
Σε μένα θα τρέξεις.

Και γω για δράκους έψαχνα. Και τους βρήκα. Ριζωμένοι στο μεδούλι μου ήταν. Και θα 'ταν ψέμα αν σου έλεγα πως τους νίκησα μόνος μου. Χρειάστηκε να σπάσω όλα μου τα κόκαλα πρώτα και κατάκοιτος, χρειάστηκε να παρακαλέσω άλλους στρατηγούς να με αποτελειώσουν. Και όταν έγιανα, ανακάλυψα πως δεν ήξερα τίποτα ποτέ. Ακόμα δεν ξέρω. Και αυτή είναι η μόνη γνώση που χρειάζεται ένας πολεμιστής για να μπει στη μάχη.
Κάτσε δίπλα μου και σκάσε. Δεν έχω να σου πω τίποτα που να μην μπορείς να χλευάσεις.

Έχω πολλά να σου πω όμως, όταν αποφασίσεις να με ακούσεις. Μέχρι τότε, βάλε λίγα ξύλα στη φωτιά και ας μη μιλάμε. Να ακούμε τη θράκα να τρίζει, να μας λέει ιστορίες.

Άκου την. Τι λέει. Αυτή είναι πιο σοφή και από τους δυό μας.

"Μόλις δεις ότι σε βολεύει αυτό που είσαι, γύρνα το σπαθί απάνω σου. Εκεί είναι ο δράκος"

Monday, December 17, 2007

ΚΑΤΩ ΑΠΤΟ ΧΙΟΝΙ


Ρίξε χιόνι. Περιμένω.

Βρήκα μία φωτογραφία, είχε πέσει πίσω από την βιβλιοθήκη. Χριστέ μου πόσα χρόνια ήταν εκεί.
Έδειχνε 5 άτομα σε μία παραλία με κιθάρες. Χρειάστηκε να την καθαρίσω καλά από την σκόνη. Χρειάστηκε να αποκαλύψω τα πρόσωπα για να θυμηθώ, ένα ένα.

Ο ένας δεν ζει. Οι 3 χαθήκανε στον χρόνο. Ο τελευταίος ήμουνα εγώ. Φίλοι για πάντα. Τρανή απόδειξη αυτή η φωτογραφία. Απόδειξη ότι το "πάντα" κρατάει πολύ λίγο. Είχαμε πάει με αμάξια στη παραλία. Με ψάθες και κρασί και κιθάρες. Είπαμε να κάτσουμε μέχρι το ηλιοβασίλεμα και μας βρήκε τελικά η επόμενη ανατολή. Δεν το ξανακάναμε ποτέ αυτό.

Πέταξα από το υπόγειο ένα παλιό ποδήλατο, σκουριασμένο, να κάνω χώρο για άλλα πράγματα. Καθώς το έβαζα δίπλα στον κάδο θυμήθηκα. Πάνω σ' αυτό το ποδήλατο είχα πει: "Δεν θα χαθούμε ποτέ ρε συ"
Χαθήκαμε. Χαμογέλασα καθώς το άφηνα το ποδήλατο. Το σίδερο πετάω. Την ιστορία του την κρατάω ακόμα.

Σ 'ένα δέντρο κοντά στον δρόμο που μένω, είναι χαραγμένα κάτι γράμματα. Ακόμα εκεί είναι και ας έχουν περάσει 17 χρόνια. Αν περάσεις θα τα δεις. Είχα κόψει το δάχτυλο μου με τον σουγιά που τα χάραζα, οι άλλοι να κοιτάνε. Συμμορία. Σκορπίσαμε όλοι. Το δέντρο θυμάται όμως, να 'ναι καλά.

Και εκεί που λες στη στροφή του δρόμου ότι οι φίλοι περάσανε, έρχονται άλλοι να γεμίσουν τις θέσεις τις κενές. Καινούργιοι άνθρωποι αλλά τόσο παλιοί, τους ξέρεις χρόνια.

Ρίξε χιόνι, περιμένω.
Να βγω με τους καινούργιους φίλους μου, να παίξω σαν λυκόπουλο που μόλις βγήκε από τη φωλιά. Να κυλιστούμε για όσο κρατήσει ο χιονιάς, να γεμίσουνε οι μπότες μας χιόνι, να στεγνώσουμε τα πόδια μας μπροστά σε τζάκια, να τους πω αυτά που με πειράζουν, να με βρίσουν. Να δούμε ποιος από μας θα μείνει για να δει το χιόνι να λιώνει.

Να πάει να γαμηθεί το "πάντα".
Ρίξε.
Με το που λιώσει, με άλλα αδέρφια θα ξαναπάω στην παραλία.

Και ξανά.

Και ξανά.

Και είναι ζεστός αυτός ο χειμώνας τελικά.

Friday, December 14, 2007

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ


Και να σου πάλι τα Χριστούγεννα.
Είσαι από αυτούς που γουστάρουν και τρελαίνονται; Να πάρεις κουραμπιέδες και μελομακάρονα, να στολίσεις δεντράκι και να βγάλεις στο μπαλκόνι τα φωτάκια τα καλά;
Ή είσαι από εκείνους που παθαίνουν τα Christmas Blues;

Δεν κρίνω. Ωραία είναι και τα δύο.

Απολογισμός λοιπόν. Χωρίς φανφάρες. Εγώ και το φεγγάρι. Κάνει κρύο σήμερα, πολύ. Έβλεπα την ανάσα μου καθώς πήγαινα για το μετρό. Το κασκόλ μέχρι τα αυτιά, το παλιό ναυτικό μου σφιγμένο γύρω μου.

Λίγο βρασμένο κονιάκ για το στομάχι και φύγαμε. Άκου.

Είδα που λες ανθρώπους να χαίρονται. Γέλασα μαζί τους, πολύ. Άμα γελάω ξαναγεννιέμαι.
Βρήκα άσπρες τρίχες στα μαλλιά μου. Δεν με πείραξε...πολύ.
Μίλησα από καρδιάς με κάποιους φίλους και τους ξαναγνώρισα απ' την αρχή. Τι ωραίο αυτό όταν συμβαίνει. Κάποιους άλλους ανθρώπους τους έχασα. Τους απομάκρυνα εγώ. Με αηδιάζει και με στεναχωρεί η δηθενιά.
Έκλαψα 6 φορές.
Ζωγράφισα ενάμισυ πίνακα.
Η γάτα μου έγινε 13 χρονών. Μακάρι να πάει 60.
Κάπου, κάποια στιγμή, με έχασα και βγήκα από τον δρόμο μου. Ευτυχώς. Εκτίμησα αυτά που έχω και τώρα τα θέλω πιο πολύ.
Με βουλώσανε 2 άνθρωποι και μου ανοίχτηκαν πολλοί. Κάποιους τους λέω φίλους ακόμα γιατί μου το επιτρέπουν. Να είναι καλά.
Χόρεψα υστερικά και με έπιασε η μέση μου. Ήταν καλός ο πόνος όμως.
Ένας σκύλος, κάπου, μου μίλησε με ανθρώπινη φωνή. Μου είπε γαμημένες αλήθειες. Αυτά που θες να ακούσεις τα προβάλεις σε αντικείμενα ή ζώα.
Είδα μία ταινία με την κοπέλα μου και μας έπιασε και τους δύο κόμπος στον λαιμό.
Πέθανε πολύς κόσμος. Δεν έχω τι να πω.
Κάηκαν δέντρα και άλλαξε η κυβέρνηση. Συνεχίζω.

Σε ένα μεθύσι απάνω, αγκάλιασα ένα πεζούλι. Πεσμένος όπως ήμουνα, με προσπέρασε μία κοπελιά με μακριά ξανθά μαλλιά. Περπατούσε με χαμένο το βλέμμα. Γύρω της καμιά δεκαριά λυκόσκυλα. Έστριψε στην γωνία του δρόμου, λίγο πριν ξημερώσει. Εγώ λιποθύμησα. Τα λυκόσκυλα ξαναγυρίσανε μόνα τους μετά από λίγο. Οι μουσούδες τους όλες κόκκινες.

Σε ένα πάρκο, ένα φύλλο έπεσε πάνω στο κεφάλι μου. Απάνω το φύλλο είχε ένα πρόσωπο.

"Μπρρρ, δεν την παλεύω άλλο φεγγάρι. Κάνει κρύο, φτάνει, πάω μέσα"
"Κάτσε λίγο"
"Δεν έχω κάτι άλλο"
"Πες μου για το ασήμι και μετά κοιμήσου"
"Πάλι;"
"Σε παρακαλώ"
"Εντάξει"

Ένα βράδυ, έμεινα ξύπνιος ως αργά- καλή ώρα- και κουρασμένος κάποια στιγμή, αποφάσισα να πάω να ξαπλώσω δίπλα στο μωρό μου. Έκλεισα την τηλεόραση, έλεγξα τα παράθυρα σε όλο το σπίτι και με τη γάτα αγκαλιά να γουργουρίζει, πήγα στο δωμάτιο. Κοίταξα στο κρεβάτι. Κοιμότανε. Ήτανε κουρασμένη. Είχαμε τσακωθεί και λίγο....
Και γύρω της, είχε ένα απαλό, ίσα που φαινότανε, ένα φως.

"Τι χρώμα είχε το φως;"

Ασημί. Σαν αύρα από λιωμένο ασήμι.
Ξάπλωσα ήρεμα να μην την ξυπνήσω και χάθηκα και γω μέσα στο ασήμι. Και η γάτα μας. Και ο κόσμος όλος. Και συ φεγγάρι.

Άντε πάω μέσα.
Τελείωσε και το κονιάκ.
Ραντεβού του χρόνου πάλι ε;
Ήτανε καλή χρονιά. Με όλα μέσα.

Θα ελέγξω τα παράθυρα, θα κλείσω τα φώτα. Θα πάρω αγκαλιά τη τζουτζού που γουργουρίζει. Πήγε 4.

Αγάπη.
Γέλιο.
Ασήμι.
Καληνύχτα.

Monday, December 03, 2007

LIFT ME UP


Δύο παιδιά κάνουν την αγάπη τους μουσική και την μουσική τους την μοιράζονται.
Θες κάτι άλλο;
Δεν νομίζω.
Τέλος.

Sunday, December 02, 2007

ΕΦΙΑΛΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑ


Είναι ιδρωμένος.
Τρέχει σε ένα μαυρόασπρο τοπίο, σαν από παλιά ταινία, φαναροφωτισμένοι δρόμοι και ομίχλη. Καλντερίμι.
Είναι τυλιγμένος σε ένα μάλλινο, σκωροφαγωμένο παλτό γιατί υποτίθεται ότι θα έκανε κρύο αλλά αυτός δεν κρυώνει. Αντίθετα είναι ιδρωμένος, το παλτό τον βαραίνει. Το πουκάμισο του, κολλάει απάνω του σαν βρώμικη πουτάνα που δεν έχει χορτάσει. Αυτός όμως χόρτασε. Μπούχτισε και τώρα τρέχει. Τον κυνηγάει. Αυτός.

Σε μία γωνία σταματάει να βρει την ανάσα του. Μία βιτρίνα μπροστά του, παιδικά παιχνίδια. Ένας τεράστιος πάνινος κλόουν, καθισμένος μέσα, φοβάται τις Μπάρμπι γύρω του και παρόλο που τον ζωγραφίσανε να γελάει αυτός συνέχεια κλαίει. Μέσα του. Ο κυνηγημένος ευθυγραμμίζει το πρόσωπο της αντανάκλασης του με αυτό του κλόουν. Είναι ίδια τα πρόσωπα τους. Αυτός είναι που κάθεται μέσα στο μαγαζί, μόνος του, κανείς δεν τον αγοράζει.
Ο κλόουν αρπάζει ξαφνικά φωτιά, το χαμόγελο του επιτέλους ειλικρινές. Ο κυνηγημένος τρέχει. Ο Άλλος ακολουθεί.

Πανικόβλητο τρεχαλητό μέσα στη νύχτα, κανείς δεν ξυπνάει, κάτι γάτες ενοχλούνται. Τα βήματα του πάνω στις πέτρες του καλντεριμιού ακούγονται σαν τύμπανα. Περνάει από ένα παγκάκι, ένα ζευγάρι κάθεται εκεί. Εκείνος έχει τα χέρια του στο πρόσωπο του, εκείνη έχει τον πούτσο του στο στόμα της. Εκείνος βογγάει. Εκείνη έχει μάτια γάτας και κοιτάει φευγαλέα τον κυνηγημένο την ώρα που περνάει. Λίγο μετά τους προσπερνάει μία σκιά. Ο Άλλος. Την ώρα που εκσπερματώνει ο νεαρός πεθαίνουνε και οι δύο.
Ομίχλη.

Βρίσκεται μπροστά σε μία πόρτα και την χτυπάει, την κλωτσάει, την γδέρνει με τα νύχια του αλλά κανένας δεν ανοίγει. Να φύγει, να πάει αλλού, γιατί δεν άνοιξε κανείς, σ' αυτήν την πόρτα βασιζότανε, θα ορκιζόταν πως...
Ο Άλλος έφτασε. Είναι πίσω του.

Θα γυρίσω να τον κοιτάξω.
Ξέρω πως θα ουρλιάξω αν έχει το πρόσωπο μου.
Θεέ μου δώσε μου δύναμη.

Γυρίζω.
Τον κοιτάω στα μάτια.

Δεν το'χω.
Σηκώνομαι να πιω λίγο νερό, η γλώσσα στεγνή από τα τσιγάρα. Έξω ξημερώνει.
Μία τελευταία σημείωση και ύστερα για δουλειά.

1/12/2007
Διαλογισμός αποτυχία. Δεν βοηθάει η προσωποποίηση. Θα δοκιμάσω ξανά. Φοβάμαι...φοβάμαιφοβάμαιφοβάμαιφοβάμαι.

Φοβάμαι