Sunday, October 14, 2007

IT'S JUST A RIDE


Άνοιξε τα μάτια του από τον πόνο.
Είχε αποκοιμηθεί με το κεφάλι του κρεμασμένο μπροστά και ο αυχένας του είχε πιαστεί. Το βαγόνι ήταν άδειο. Τα φώτα στην οροφή ήταν πολύ χαμηλωμένα, προσδίδοντας έναν τελετουργικό αέρα στο κινούμενο τραίνο. Σαν αιγυπτιακός τάφος με ρόδες.
Νύχτα.
Προσπάθησε να κοιτάξει έξω αλλά αντίκρισε τα κουρασμένα μάτια του στο τζάμι: έξω μόνο σκοτάδι, πηχτό σαν αίμα, ανυπόμονο να εισβάλει στο τραίνο, να το πνίξει σε μία εβένινη λίμνη. Ο χώρος μύριζε δέρμα από τα παλιά καθίσματα και μία φευγαλέα νότα τσιγαρίλας, αν και το κάπνισμα απαγορευόταν. Κοίταξε μπροστά, μέχρι τη πόρτα που οδηγούσε στο επόμενο βαγόνι.
-
Δεν μίλαγε συχνά, το βλέμμα του πάντα χαμηλωμένο. Στη δουλειά τον λέγανε σκυφτούλη. Εικονογράφος. Βυθισμένος πάντα στα σχέδια του, στα μελάνια του και στα χαρτιά του. Χωρίς φίλους, χωρίς σχέση, έμενε μόνος σε μία γκαρσονιέρα πάνω από ένα σκυλάδικο. Τα βράδια δεν κοιμότανε από τη φασαρία. Σχεδίαζε μέχρι τις πρωινές ώρες και μετά ξάπλωνε λίγο μέχρι το μεσημέρι που έπιανε δουλειά στην εφημερίδα. Στο μικρό μπαλκονάκι του, είχανε φτιάξει φωλιά κάτι περιστέρια. Τα βράδια τους έβαζε νερό σε μία λεκάνη και μετά πήγαινε στο μπάνιο και αυνανιζόταν. Τηλεόραση δεν είχε. Ήταν ερωτευμένος με μία σερβιτόρα που δούλευε στο μαγαζί, από κάτω του. Τους τελευταίους μήνες στεκόταν στο παράθυρο και την παρακολουθούσε που ερχόταν για να πιάσει δουλειά. Το πρωί την έβλεπε να φεύγει κουρασμένη.
-
Δεν ήξερε πόση ώρα ταξίδευε. Το τραίνο δεν έκανε καμία στάση από την ώρα που είχε ξυπνήσει. Μονότονος ο θόρυβος από τις ράγες, μεγεθύνονταν στο άδειο βαγόνι, ανακλούσε στις επιφάνειες του μικρού χώρου και γινόταν εκκωφαντικός. Προχώρησε μέχρι τη πόρτα που ένωνε τα δύο βαγόνια και κοίταξε από το τζαμάκι. Στο επόμενο βαγόνι, κάποιος καθόταν μόνος του σε ένα κάθισμα. Φαινόταν ξύπνιος. Άνοιξε τη πόρτα. Το τραίνο σφύριξε.
-
Τις Κυριακές, πήγαινε βόλτα στο πάρκο που ήταν κοντά στο σπίτι του. Καμιά φορά, έπαιρνε μαζί του ένα μπλοκ και μολύβια για να ζωγραφίσει. Συνήθως όμως πήγαινε εκεί για να βλέπει τα ζευγαράκια να περνάνε. Του άρεσε να φαντάζεται τον εαυτό του στη θέση των αντρών που συνήθως κρατούσαν τις κοπέλες τους από το χέρι. Στο δρόμο του γυρισμού, έφτιαχνε σενάρια μεσ' το κεφάλι του. Ότι στο σπίτι τον περίμενε η γυναίκα του και τα παιδιά τους. Χαμογέλαγε τις Κυριακές, όταν γύριζε από το πάρκο. Τις Κυριακές δεν ήταν σκυφτούλης.
-
Πλησίασε τον καθισμένο επιβάτη και τον άγγιξε στον ώμο. Εκείνος γύρισε και τον κοίταξε και ήταν ο εαυτός του. Γέρος. Γερασμένος.
"Που πάμε;"
"Δεν ξέρω"
"Αργούμε;"
"Ποιος νοιάζεται;"
Ο καθισμένος εαυτός του, ακούμπησε στο τζάμι και αποκοιμήθηκε. Μία αράχνη πρόβαλε μέσα από το ρουθούνι του. Μπροστά στα μάτια του, το γερασμένο εγώ του, έλιωσε και έγινε σκόνη. Κοίταξε ευθεία μπροστά. Ακόμη μία πόρτα. Κόκκινη, με μία ταμπέλα: "ΟΔΗΓΟΣ"
-
Τον απέλυσαν από την εφημερίδα γιατί βρήκανε κάτι 20χρονα με υπολογιστές, που κάνανε καλύτερη εικονογράφηση με λιγότερα λεφτά. Εκείνη τη μέρα, πήρε το λεωφορείο και πήγε στη παραλία, να κάτσει κοντά στη θάλασσα. Το βράδυ που γύρισε σπίτι του πιο ήρεμος, βρήκε την πόρτα του σπασμένη. Είχαν ληστέψει το σπίτι του. Στη μανία τους που δεν είχαν βρει τίποτα για να πάρουν, του είχαν καταστρέψει όλες τις ζωγραφιές. Βουρκωμένος, κατέβηκε κάτω και πήγε στην πόρτα του μαγαζιού που δούλευε εκείνη. Την άνοιξε και από μέσα ξεχύθηκε δυνατή μουσική και φωνές.
-
Η θέση του οδηγού άδεια. Τα φώτα του τραίνου φανέρωναν για κάμποσα μέτρα τις ράγες και τα τριγύρω χόρτα σε ένα τρελό χορό μεγάλων ταχυτήτων. Όλα τα άλλα σκοτάδι. Δεν υπήρχαν όργανα ή μετρητές, ενδείξεις ή ρολόγια. Μόνο ένα τιμόνι από ξύλο, σαν σε πειρατικό καράβι. Κοίταξε πίσω του και είδε μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του, βαγόνια. Όλα γεμάτα με καθισμένα αντίγραφα του εαυτού του. Όλοι οι εαυτοί του να τον κοιτάζουν στα μάτια και να περιμένουν. Κάθισε στη θέση του οδηγού και έπιασε το τιμόνι. Αυτός και οι χιλιάδες εαυτοί του, άρχισαν να χαμογελάνε.
Μακριά στον ορίζοντα, είδε τα πρώτα σημάδια αυγής.
-
Άνθρωποι να χορεύουν, να τραγουδάνε μεθυσμένοι, κάπνα και μυρωδιά από φτηνό φαγητό και πούρα. Στη σκηνή, ένας χοντρός μπροστά από μία μπάντα, τραγουδούσε κάτι φάλτσο. Την είδε να περιφέρεται ανάμεσα στα τραπέζια, κρατώντας πανέρια γεμισμένα με γαρύφαλλα. Κάποια στιγμή πέρασε κοντά του και τον κοίταξε. Του χαμογέλασε και εκείνος ξέχασε τις σκισμένες ζωγραφιές του. Όπως πήγε να απομακρυνθεί, την έπιασε από το μπράτσο. Εκείνη πάντα χαμογελώντας, νομίζοντας τον για πελάτη, έσκυψε προς το μέρος του να ακούσει την παραγγελία του.

"Θα σε περιμένω να σχολάσεις" της είπε.
"Θα σε κεράσω καφέ και μετά θα πάμε απάνω και θα σε ζωγραφίσω"

Και μετά τη φίλησε.

9 comments:

Baby Lemonade said...

Η αλήθεια είναι πως το τέλος περίμενα να είναι πικρό.

Πανέμορφο κείμενο, με έκανες να δακρύσω από αγαλλίαση. Αληθινά με απογείωσες :)

Loth said...

ΕΦΤΑΣΕ ΣΤΟ ΤΕΡΜΑ ΤΟΥ ..ΚΙ ΟΜΩΣ ΘΑ ΤΗ ΖΩΓΡΑΦΙΣΕΙ.ΧΑΙΡΟΜΑΙ ΓΙΑ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΔΕ ΦΟΒΗΘΗΚΕ ΝΑ ΠΡΟΣΠΑΘΗΣΕΙ.
ΑΥΤΟΣ ΘΑ ΔΕΙ ΤΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΝΑ ΣΒΗΝΟΥΝ Ε?
ΧΑΙΡΟΜΑΙ..

katen said...

"otan den exeis tipota, den exeis tipota na xaseis" Bob dylan

Lee said...

Μονο οταν γκρεμιστει η ρουτινα μας, αναζητουμε μια νεα πραγματικοτητα?

it is said...

Τα φώτα δεν έσβησαν ακόμη... έχει ακόμη ράγες... The show must go on...


Πολύ όμορφο ρε...



It's just a ride καριολίτσα... It's just a fucking ride :) Let;s ride together for as long as we can... :)

karyatida said...

είναι σημαντικό να μπορείς να κάνεις την Ανατροπή! όσο αργά κι αν είναι...!
αλλάζεις τις γεωμετρικές δομές σου, και άρα τη Ζωή σου!
μπράβο ρε συ, δυνατό!
πολλά φιλιά:)

EggGod said...

baby lemonade: Η αλήθεια είναι πως και εγώ το περίμενα πικρό. Χάρηκα που είδα ότι δεν μου βγήκε έτσι. Να'σαι καλά...

Loth: Ακριβώς. It's just a ride. Γιατί να λιώνουμε στα καθίσματα όταν μπορούμε να πάρουμε το τιμόνι;

katen: Αμήν. Τα είπε ο βάρδος τα είπε....

Lee: ΔΥΣΤΥΧΩΣ ναι... εκτός κ αν είμαστε μάγκες κ την γκρεμίσουμε μόνοι μας. Αλλά χλωμό.

itis: Fuck yeah!

karyatida: Ναι ρε γαμώτο. Δεν υπάρχει αργά...Thnx κ μουτς!

tuco said...

Φοβερός και πάλι φίλε egggod. Μου έδωσες ένα χεράκι στην προσπάθεια να ανοίξω την καμπίνα του οδηγού στο δικό μου τρένο-φάντασμα, τον Μονοτρόχιο Μπλέιν.........

EggGod said...

tuco: Μπλέϊν....Χτυπάς λεπτές χορδές τώρα φιλαράκι. Αλλά όλα είναι κα. Οπότε......σ' ευχαριστώ!