Thursday, October 25, 2007

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΟΥΡΙΗΛ (Γ)


Αιωνιότητα (η) 1. Διάρκεια χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς χρονικό περιορισμό, ο άπειρος χρόνος 2. Το απώτατο μέλλον, η ασαφής κατάσταση στην οποία θεωρείται ότι εισέρχεται ο άνθρωπος μετά τον θάνατο.
Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ -ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
-
Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Λευκός θόρυβος.
Μπήκε σε ένα σούπερ μάρκετ, χωρίς λόγο. Η μουσική από τα ηχεία, λευκός θόρυβος. Πήρε ένα βαζάκι με πιπεριές, καυτερές. Το άνοιξε και έβαλε μία στο στόμα του, να καεί, να πληγωθεί. Μία υπάλληλος του έκανε παρατήρηση. Έφυγε και πήγε σε ένα πάρκο, κοντά στο σπίτι του όλα αυτά. Οι άνθρωποι γύρω του, λευκός θόρυβος. Ζευγάρια και μαμάδες με παιδιά, ζωντόβολα που παίζανε ποδόσφαιρο. Τα κοίταγε και δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε έπαιζε αυτός ποδόσφαιρο, πότε ήταν που δεν τον απασχολούσαν πράγματα. Κάπνισε με σκυμμένο κεφάλι, τα μαλλιά του να κρύβουν το πρόσωπο του. Το κινητό του κλειστό, να μην τον βρίσκουν. Θα τον έβρισκαν έτσι και αλλιώς όταν ερχόταν η ώρα. Πότε γέρασε; Δεκαεφτά χρονών, να είναι εξήντα, ντροπή.
Θες να μην το ορίσουμε; Πες το κατάθλιψη γονιδιακή, μαυρίλα από διαλυμένη οικογένεια ή γκόμενα που τον κεράτωσε. Πες το χαλασμένη μηχανή κάπου βαθιά, ελαττωματική καρδιά. Το θέμα είναι ότι αυτός ο μαλλιάς που κάθεται σε εκείνο το παγκάκι, σήμερα το βράδυ θα τελειώσει την ζωή του.
Δεν σκέφτεται τίποτα.
Λευκός θόρυβος οι σκέψεις του.
-
Ο Ουριήλ γονάτισε στην παγωμένη άμμο, άδειος, κενός, κουρασμένος. Το σώμα του δεν είχε άλλη δύναμη να προσφέρει, τα άκρα του κρεμασμένα σαν νεκρού. Το πρόσωπο του ιδρωμένο και χλωμό. Κρύο. Νύχτα.
Γονάτισε με έναν αναστεναγμό, σαν κάποιος που ξυπνάει και τεντώνεται, σαν κάποιος που ξέρει ότι πεθαίνει. Έγειρε το κεφάλι του ψηλά. Αστέρια παντού. Κενή ομορφιά που δεν μιλάει στην άδεια του καρδιά. Μπήκε στην έρημο να μυηθεί. Αλλά απέτυχε και τώρα, γονατισμένος παραδίνεται.
Μέσα στο μυαλό του, μία επιθυμία μόνο. Να τελειώνει με αυτήν τη ζωή, να φύγει για ότι τον περιμένει μετά. Ένας νέος άνθρωπος στο απόλυτο τέλος. Κάποιος που ξέρει ότι το εννοεί. Να θέλει να ΜΗΝ είναι άλλο. Ήρθε και στάθηκε ο Θεός μπροστά του, με την μορφή αγοριού. Του μίλησε όπως μιλάνε οι πατεράδες.
-
Γύρισε σπίτι μόλις βράδιασε. Η μάνα του κάπνιζε και έβλεπε τηλεόραση.
"Ήρθες;" χωρίς να τον κοιτάξει.
Πήγε στο δωμάτιο του και έπιασε την κιθάρα του. Την ψευτογρατζούνισε αλλά δεν βγήκαν νότες, λευκός θόρυβος μόνο. Κοίταξε τα πράγματα του με βλέμμα κενό. Πήγε στο μπάνιο και γδύθηκε, κοίταξε τον εαυτό του γυμνό. Καμιά αγάπη- ντροπή για έναν νέο γέρο στην ηλικία των δεκαεφτά. Ξαναντύθηκε και έκλεισε το φως στο δωμάτιο του. Βγήκε από το σπίτι χωρίς να του μιλήσει η μάνα του. Δεν της μίλησε και αυτός, αλλά κλείνοντας την εξώπορτα τον έπνιξε ένας κόμπος στον λαιμό. Ανέβηκε στην ταράτσα του σπιτιού. Πέντε ορόφους πάνω. Την ταράτσα που ήταν πάντα ξεκλείδωτη.
-
"Τι θες Ουριήλ; Τι ζητάς εδώ που έχεις φτάσει;" Η φωνή του Θεού ήρεμη, ένας γονιός.
"Να εισέλθω στο ΕΙΝΑΙ σου για πάντα πατέρα. Πέρασα τις δοκιμασίες της ψυχής. Έθαψα τους νεκρούς μου και συγχώρεσα. Πέρασα τις δοκιμασίες του σώματος. Άπειρες μέρες χωρίς τροφή ή νερό. Και τώρα είμαι έτοιμος για την αιωνιότητα. Αυτό ζητάω. Αυτό θέλω."
-
Ακούμπησε στο κάγκελο και κοίταξε κάτω. Μία κοιμισμένη πόλη, ο θόρυβος της λευκός. Άναψε ένα τελευταίο τσιγάρο. Αν μάθαινε η μάνα του ότι καπνίζει, θα τον σκότωνε. Χαμογέλασε.
Όσο κάπνισε, σκέφτηκε ονόματα και πρόσωπα. Σκέφτηκε μουσικές και έρωτες. Και όλες του οι σκέψεις, λευκός θόρυβος. Πέταξε το τσιγάρο και ανέβηκε στο σιδερένιο κάγκελο.
"Αντίο" είπε με βραχνή φωνή. Σε ποιόν το είπε; Ο αέρας μονάχα τον άκουσε.
-
"Να φύγεις θες απ' την ζωή, να γίνεις αρχάγγελος στο πλευρό μου."
"Ναι πατέρα"
"Να απαλλαχτείς από αυτόν τον επίγειο πόνο, την αδικία και την οδύνη."
"Ναι πατέρα"
"Να είσαι για πάντα όπως εγώ. Αιώνιος."
"Ναι πατέρα."
"Είσαι σίγουρος Ουριήλ; Η αιωνιότητα είναι που ζητάς;"
Ο νέος σώπασε για λίγο. Κοίταξε γύρω του. Να πεθάνει, ναι. Να φύγει, ναι.
"Ναι πατέρα"
Το αγόρι έσκυψε το κεφάλι του απογοητευμένο.
"Μία λέξη θες Ουριήλ. Αυτό που σημαίνει, το είχες πάντα."

Και έφυγε από δίπλα του ο Θεός.
Και ο Ουριήλ, έζησε. Μέχρι τον θάνατο του.
-
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα. Δεν κούνησε απ' την θέση του. Ένα βήμα για να λυτρωθεί αλλά δεν το έκανε.
Βαπτίστηκε εκεί, πάνω στο κάγκελο. Ο λευκός θόρυβος χάθηκε από τα αυτιά του. Άρχισε να ακούει τον άνεμο που τραγουδούσε. Κάτω μακριά, δύο γάτες τσακώνονται. Ένα αμάξι περνάει. Φαγητό μυρίζει από κάποιο σπίτι. Η ανάσα του κοφτή. Κάτι παθαίνει τώρα ο δεκαεφτάχρονος, κάτι φεύγει από πάνω του, από μέσα του. Κατεβαίνει από το κάγκελο, κάνει εμετό. Ξερνάει τον γέρο που μεγάλωσε μέσα του. Κλαίει με σπασμούς αλλά το κλάμα του δεν είναι λευκός θόρυβος. Είναι ομορφιά. Σαν κάποιος να τον οδηγεί, νιώθει τα χέρια του να σηκώνονται, να ανεβαίνουν στο πρόσωπο του.

Θα κατέβει κάτω πάλι ο μικρός. Θα κλειδώσει την ταράτσα πίσω του.
Θα πάει στην μάνα του να της πει....κάτι.

Να κάνει ένα τσιγάρο πρώτα.
Να ηρεμήσει.
ΤΕΛΟΣ

ΣΤΟΝ ΜΑΛΛΙΑ ΠΟΥ ΑΝΕΒΗΚΕ ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΤΣΑ
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΡΕ

Monday, October 22, 2007

OI TΡΕΙΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΟΥΡΙΗΛ (Β)


Aζάζελ Ο δαίμονας γίδα. Σύμφωνα με την εβραϊκή μυθολογία, ο Αζάζελ (το όνομα του σημαίνει ο δυνατός του Θεού) έδρευε σε ερήμους. Αρχηγός των Σε' ίριμ (τριχωτοί δαίμονες), δίδαξε ενάντια στη θέληση του Θεού, τα μυστικά του πολέμου και της οπλοκατασκευής στους ανθρώπους. Θεωρείται ο υπαίτιος για την διαφθορά στην Γη. Εξαιτίας του έγινε ο κατακλυσμός. Ανατέθηκε στον Ραφαήλ να τον τιμωρήσει, ο οποίος τον έδεσε χειροπόδαρα και τον έριξε στα έγκατα της γης όπου και παραμένει μέχρι την Τελική Κρίση.

ΤΟ ΣΠΑΘΙ

Τα δάκρυα του πάγωσαν πάνω στο πρόσωπο του. Έγιναν μικρά διαμάντια που έπεσαν σαν αστέρια στο έδαφος. Ο Ουριήλ είχε ζήσει τα βράδια της ερήμου, είχε νιώσει το κρύο τους. Αυτή η θερμοκρασία όμως ήταν μαγική, η εκδήλωση της απότομη. Η ανάσα του ήταν ορατή. Έσκυψε και μάζεψε τα διαμάντια από κάτω. Μόλις σηκώθηκε, δύο φιγούρες στέκονταν μπροστά του.
Δύο άντρες. Ο ένας ρακένδυτος, ατημέλητος με μπλεγμένα μαλλιά και μακριά βρώμικη γενειάδα. Είχε σκυμμένο το πρόσωπο και το σώμα του τραντάζονταν από λυγμούς. Ο άντρας έκλαιγε. Δίπλα του ένας νεαρός, φαινομενικά όχι πολύ μεγαλύτερος του Ουριήλ. Ντυμένος με μία κατάλευκη κελεμπία, το δέρμα του σαν μάρμαρο-λευκό και αυτό. Απόκοσμο πρόσωπο, γωνιώδες, καθόλου μαλλιά, ούτε ίχνος από φρύδια. Τα μάτια του δύο λίμνες πίσσας, χωρίς ίριδα ή κόρη. Το αριστερό του χέρι στον ώμο του άντρα που κλαίει. Στο δεξί του, ένα τεράστιο σπαθί. Μίλησε με αρχαία φωνή.

"Είμαι ο Αζάζελ, ο κάτοικος της ερήμου, ο αποδιοπομπαίος τράγος. " Έγειρε το κεφάλι του σε αφύσικη γωνία, κοιτώντας προς τα πίσω και πάνω. Σαν να αφουγκράζονταν κάτι. Σαν να του έλεγαν κάτι τα αστέρια. Ένα απαλό αεράκι σηκώθηκε, το σφύριγμα του σαν ύαινες που κλαίνε. Ή γελάνε. Συνέχισε με το πρόσωπο του προς τον ουρανό.
"Είσαι δεκαεφτά χρονών Ουριήλ, τώρα θα ήσουν παντρεμένος. Η Σαντίθ όμως βρήκε τραγικό τέλος δύο χρόνια πριν, στα νερά του Ιμαούλ. Ατύχημα. Είπαν όλοι. Εσύ τι νομίζεις Ουριήλ;"

Μία απαίσια φωνή ξύπνησε μέσα στο κεφάλι του Ουριήλ, ο πόνος του χαμού της Σαντίθ ακόμα νωπός και όμως κάτι μέσα του να κρύβεται, να του διαφεύγει όλο αυτό το διάστημα. Και τώρα, με τα λόγια του ξένου, κάτι να ψιθυρίζει μέσα του. Κάτι κακό.

"Δεν ξέρω"
"Ω, μα ξέρεις Ουριήλ. Μία όμορφη κοπέλα στην άκρη του ποταμού. Δες το Ουριήλ. Δες τον άντρα που την πλησιάζει. Της επιτίθεται και την πετάει στο χώμα. Εκείνη ουρλιάζει αλλά κανείς δεν την ακούει. Την βιάζει ενώ την πνίγει Ουριήλ. Το βλέπεις; Την βιάζει ΑΦΟΥ την έχει πνίξει. Και μετά την πετάει στο ποτάμι. Χωρίς μάρτυρες. Κανείς δεν είναι εκεί. Που είσαι εσύ Ουριήλ;"

Τα λόγια του Αζάζελ είναι πυρωμένο σίδερο στην ψυχή του. Κόκκινη οργή θέριεψε στην καρδιά του. Ύστερα ο Αζάζελ, έσπρωξε τον άντρα που έκλαιγε, τον έριξε στα πόδια του Ουριήλ. Το κλάμα του άντρα δυνάμωσε και μαζί του ο αέρας. Άμμος σηκώθηκε και μαστίγωσε τους τρεις άντρες. Τώρα ο Αζάζελ τινάζει το κεφάλι του, καρφώνει το μαύρο βλέμμα του στα μάτια του Ουριήλ.

"Αυτός είναι ο φονιάς " λέει και δείχνει τον συντετριμμένο. "Τα δικά του χέρια σφίχτηκαν στον λαιμό της Σαντίθ, οι δικές του πράξεις σου χάρισαν την οδύνη. Και η ψυχή της δεν έχει βρει δικαίωση Ουριήλ. Δεν έχει βρει δικαίωση."
Ο λευκός άντρας πετάει το σπαθί προς το μέρος του Ουριήλ. Το μέταλλο σέρνεται πάνω στις πέτρες, βγάζει έναν ήχο σαν ουρλιαχτό μωρού και σταματάει κοντά του. Ο άνεμος γίνεται θύελλα, η θύελλα ανεμοστρόβιλος, στο κέντρο του οι τρεις άντρες και το σπαθί. Η φωνή πίσω από τα μάτια του Ουριήλ, λυσσασμένη τώρα, τον διοικεί.
Δεν έχει βρει δικαίωση. Δεν έχει βρει δικαίωση.
Σκύβει και σηκώνει το σπαθί, ο Αζάζελ χαμογελάει, τα δόντια του κίτρινα. Ο πεσμένος άντρας σταματάει το κλάμα, σηκώνει το κεφάλι του και κοιτάζει το σπαθί. Μικρά φίδια σέρνονται μέσα στα γένια του. Μέσα στη βοή του ανεμοστρόβιλου, ο Ουριήλ ακούει πεντακάθαρα τις λέξεις που ξεστομίζει ο φονιάς.

"Την ώρα που πέθαινε η πουτάνα, φώναζε το όνομα σου"

Ο Ουριήλ σηκώνει το σπαθί.
Ο Αζάζελ δακρύζει μαύρα δάκρυα ακίνητος.
Ο φονιάς τώρα γελάει, προκαλεί.

Απόγευμα, αγκαλιασμένοι. Η Σαντίθ να κρύβει το πρόσωπο της στον λαιμό του Ουριήλ. Μυρίζει σανταλόξυλο, τα μαλλιά της γυαλίζουν με το λάδι της ελιάς. "Σ' αγαπώ" του ψιθυρίζει συνέχεια μέχρι που χάνεται ο ήλιος. Αυτός δεν μιλάει, μόνο χαμογελά.

"Σε συγχωρώ" λέει στον φονιά και στέκεται με ένα κλαρί στο χέρι μέσα στην ήρεμη νύχτα, απέναντι του ο Αζάζελ ακίνητος. Ακίνητοι και οι δύο, ο Ουριήλ λαχανιασμένος. Το πρόσωπο του δαίμονα είναι σκυθρωπό, σκεφτικό. Σαν να βλέπει τον νέο πρώτη φορά, σαν να βλέπει στον νέο κάτι που τον αφήνει άναυδο. Πλησιάζει τον Ουριήλ χωρίς να περπατήσει, αιωρείται. Φτάνει τόσο κοντά που η ανάσα του μπερδεύεται με αυτή του νέου. Μυρωδιά γίδας, μυρωδιά από μαντρί. Στις μαύρες λίμνες που είναι τα μάτια του δαίμονα, ο Ουριήλ βλέπει το εαυτό του. Ο Αζάζελ μιλάει για τελευταία φορά, η φωνή του χιλιάδες στόματα από μαρτυρικές, χαμένες ψυχές.

"Διαλέγεις την συγχώρεση σαν να είσαι θεός. Αλλά είσαι μόνο ένας άνθρωπος, Ουριήλ"
"Το ίδιο είναι δαίμονα. Θεός και άνθρωπος. Ένα."
"Η πίστη σου θα είναι η καταδίκη σου. Η αλήθεια είναι κάτι που δεν θα αντέξεις. Όταν θα πέσεις όμως Ουριήλ, θα είμαι εκεί"

Ο δαίμονας πισωπατεί. Γίνεται φασματικός, το λευκό του χρώμα σκοτεινιάζει και χάνεται στη νύχτα, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Τελευταία η στοιχειωμένη φωνή του, ξαναλέει σαν προσευχή, με απόλυτη βεβαιότητα:

"Θα είμαι εκεί"

ΤΕΛΟΣ ΜΕΡΟΥΣ Β

Sunday, October 21, 2007

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΟΥΡΙΗΛ (Α)


Αρχάγγελοι
Πολλές είναι οι διαφωνίες ως προς την θέση που έχουν αυτά τα Θεϊκά πλάσματα και συχνά αναφέρονται στην Πρώτη Χορωδία. Η σύγχυση μάλλον προέρχεται από την συνήθεια να χρησιμοποιούμε κυρίως τον όρο «άγγελοι» για όλα τα Θεϊκά πλάσματα, με αποτέλεσμα η ονομασία «Αρχάγγελοι» (που σημαίνει «ανώτεροι άγγελοι») να μας παραπέμπει στην σκέψη ότι είναι οι ανώτεροι όλων. Κατά μερικούς όμως οι Αρχάγγελοι έχουν μονάχα δυο σκοπούς: να εποπτεύουν και να καθοδηγούν τους αγγέλους αλλά και να αναλαμβάνουν χρέη «στρατηγών» των αγγελικών στρατιών σε περιόδους μάχης.


Ουριήλ, Αρχάγγελος του Κεραυνού, του Τρόμου και της Λύτρωσης, Κυβερνήτης του πλανήτη Ήλιου κατά μερικούς, του πλανήτη Ουρανού κατά άλλους, Προστάτης της Μουσικής και της Μαγείας. Το όνομά του σημαίνει «Η Φωτιά του Θεού» και ένα από τα υπόλοιπα ονόματα που του αποδίδονται είναι και Βερβοήλ. Αναφέρεται σαν Σεραφείμ ή Χερουβείμ, ως εκείνος που κυβερνά τα Τάρταρα, εκείνος που προειδοποίησε τον Νώε για τον Κατακλυσμό.


Ευρετήριο αγγέλων (Πηγή)

ΤΟ ΦΙΛΙ
Τον ξύπνησε με ένα φιλί στα ξεραμένα του χείλη.
Δεκατρείς ημέρες στην έρημο, χωρίς φαγητό και νερό τις τελευταίες δύο. Πρόλαβε να αποχαιρετήσει τους γονείς του, Ιμεάλ και Εμαθήρ. Ύψωσε την τελευταία του προσευχή στον ουρανό και μετά έκλεισε τα μάτια του και σωριάστηκε στο καυτό έδαφος.
Και τώρα η Σαντίθ τον ξυπνούσε με ένα φιλί. Η όμορφη Σαντίθ, με το σκούρο δέρμα και τα αιώνια, καστανά της μάτια. Δύο θάλασσες αγάπης για εκείνον. Η μέλλουσα νύφη του. Η Σαντίθ που πνίγηκε πριν δύο χρόνια.
Τινάχτηκε μακριά της τρομοκρατημένος.

"Πώς είναι δυνατόν;" τη ρώτησε και ένιωσε βλάσφημος. Κάθε βράδυ προσευχόταν για την επιστροφή της και τώρα που οι προσευχές του είχαν εισακουστεί, τις χλεύαζε. Εκείνη έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. Τα μακριά, μαύρα μαλλιά της ανέμισαν στον νυχτερινό, κρύο αέρα της ερήμου. Μοναδικό φως, η λάμψη των άστρων. Κάτι κινήθηκε στα πόδια της αλλά ο Ουριήλ δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει τι.
"Εσύ με κάλεσες αγαπημένε." Η φωνή της ένα μαχαίρι, ήχος λησμονημένος, αγαπητός, ανίερος. "Ζωή μου και φως μου. Μισή μέσα στη λήθη περίμενα το κάλεσμα σου. Κορμί παγωμένο σαν το νερό που με σκότωσε, τώρα αναπνέω ξανά. Ζεστή, θερμή για σένα." Άπλωσε τα χέρια της. Κίνηση στα πόδια της. Τον πλησίασε, δύο βήματα. Κάτι σκοτεινό γύρω από τα πέλματα της, πιο σκοτεινό απ' την νύχτα. Ο Ουριήλ προσπάθησε να δει.
Ένα σμήνος εντόμων αηδιαστικών, μία μπάλα να κοχλάζει εκεί που πατούσε. Σε συνεχή κίνηση η μάζα, σφράγιζε το κάθε της βήμα. Τώρα φάνηκε ένα σκουλήκι, τώρα ένα σκαθάρι μαύρο, τεράστιο.

"Φύγε" η φωνή του ψίθυρος.
Άλλο ένα βήμα από εκείνη. Ήχος από χιλιάδες πόδια που γρατζουνάνε μικρά κελύφη. Σαν άπειρες σελίδες που τσαλακώνονται. Μία τερατώδης αράχνη ξεκόβει από τη σφαίρα και ξαναγυρίζει αμέσως.
"Φύγε" με περισσότερη πίστη. Περισσότερο τρόμο.
Είναι δίπλα του και εκείνος μπορεί να μυρίσει τον τάφο πάνω της, τον θάνατο, το μουχλιασμένο χώμα. Κάποια από τα έντομα, αγγίζουν τα δικά του πόδια τώρα. Στέκεται από πάνω του, αυτός γονατισμένος πάνω σε πέτρες. Η Σαντίθ σκύβει στο πρόσωπο του. Ο Ουριήλ κλείνει τα μάτια του.
"Φίλα με" του λέει αλλά η φωνή της έχει αλλάξει. Τώρα μία λεγεώνα από φωνές του μιλάνε μέσα από το στόμα της, το θέλγητρο χιλιάδων ιερόδουλων ξεχύνεται από την ανάσα της.
"Πιάσε με εκεί κάτω να δεις πόσο υγρή είμαι, Ουριήλ"
"ΦΥΓΕ"
Η Σαντίθ ουρλιάζει με χιλιάδες φωνές. Γίνεται ολόκληρη μία μάζα από έντομα, διαλύεται, πέφτει στο χώμα και σκορπάει. Ο Ουριήλ είναι μόνος. Κλαίει.

ΤΕΛΟΣ ΜΕΡΟΥΣ Α

Friday, October 19, 2007

ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΕΡΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ


Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Να βάψεις τα χείλια σου ένα απαλό ροζ και να βάλεις το άρωμα το έντονο, αυτό που μένει στον χώρο και σε χαρακτηρίζει. Να ξυρίσεις τις μασχάλες σου και τα πόδια σου και την ευαίσθητη περιοχή σου, γιατί σήμερα μπορεί να είναι η μέρα. Σήμερα μπορεί να κάτσει κανα τυχερό. Θα αλείψεις το σώμα σου με κρέμα από αλόη και θα βάψεις τα νύχια σου, θα κρύψεις τις όποιες ατέλειες σου με μαεστρία και με πουτανιά.
"Αν είναι να γδυθώ, θα σβήσω το φως" σκέφτεσαι ενώ χτενίζεσαι. "Μόλις τον τυλίξω, ας δει την κυτταρίτιδα μου και το σπυρί στο αριστερό μου κωλομάγουλο που δεν λέει να εξαφανιστεί εδώ και δύο εβδομάδες"
Βγαίνεις από το σπίτι και είσαι σαν παιδούλα σε διήγημα της Δέλτα. Της Πηνελόπης.
Πας στο μαγαζί με την παρέα και αυτός που γουστάρεις την έχει ήδη πέσει σε κολλητή φίλης που διάλεξε σήμερα να έρθει, από όλες τις ημέρες. Σε γράφει στα αρχίδια του ενώ όλες τις προηγούμενες σου την "έπεφτε".
Το βράδυ θα πέσεις για ύπνο μόνη και απογοητευμένη. Θα του στείλεις ένα ηλίθιο μήνυμα αλλά δεν θα σου απαντήσει γιατί μάλλον θα γαμάει.
Ο άντρας των ονείρων σου θα μείνει στα όνειρα σου κουκλάρα μου, γιατί είσαι 35. Έτσι σκέφτεσαι και αποκοιμιέσαι πάνω σε ένα βρεγμένο μαξιλάρι.

Η ΠΙΑΣΜΕΝΗ

"Είμαι πιασμένη" έλεγες και λάμπανε τα μάτια σου. Τον πρώτο χρόνο.
Μετά αρχίζεις να παινεύεις το σπίτι σου για να μη πλακώσει την όμορφη καρκάλα σου.
Μετά του πλένεις τα σώβρακα και του μαγειρεύεις και ελπίζεις σε ένα παιδί για να "ξαναδεθείτε".
Και αν το παιδί δεν έρθει, ισχυρίζεσαι ότι είσαι μοντέρνα και βολεύεσαι με κατοικίδια.
Και αν δεν παίζουν κατοικίδια, παίζουν κολλητές που σε καταλαβαίνουν. Βλέπετε μαζί "Sex & the city" και τρώτε σοκολάτες και μετά κάνετε δίαιτες για να αποκτήσετε σώματα που κανείς δεν θα χαρεί. Έχεις να έρθεις σε οργασμό πάνω από 3 χρόνια.
Είσαι η μάνα σου και εκείνος ο πατέρας του. Να ζήσετε.

Λέμε τώρα βρε αδερφέ, μη φορτώνεις. Ναι ξέρω, υπάρχουν και άλλα στερεότυπα, δεν είναι μόνο αυτά. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει πόσο δύσκολο είναι να είσαι γυναίκα. Με ένα γαμορολόϊ να χτυπάει μέσα σου, μία ημερομηνία λήξης σε ΟΛΑ. Τεκνοποίηση, εμμηνόπαυση, ισότητα, χειραφέτηση, τεστ ΠΑΠ, ταμπόν και λιποαναρρόφηση. Κακομοιρούλα.
"Οι γυναίκες είναι πιο ώριμες"
"Οι γυναίκες δεν γαμιόνται, κάνουν σχέσεις"
"Οι γυναίκες είναι το συναίσθημα, οι άντρες η πυγμή"
"Οι γυναίκες είναι η θαλπωρή και η φροντίδα"

Ξέρεις τι λέω εγώ;
Γαμείς δε γαμείς, ο καιρός περνάει κουκλάρα μου.
Εγώ έχω πουλάκι και συ νινάκι. Ε ΚΑΙ;
Σε βαριέμαι όταν στολίζεσαι και βάφεσαι ενώ ΞΕΡΩ πως ψάχνεις αυτό που και εγώ ψάχνω. Ένα φιλί, λίγο ιδρώτα, έναν ΑΝΘΡΩΠΟ κάτω από όλα τα στολίδια. Και αυτή ακριβώς είναι η κατάρα σου, κουκλάρα μου όμορφη. Έφαγες τα καλύτερα σου χρόνια να ψάχνεις για γαμπρό και δεν έψαξες εσένα ρε πούστη μου. Μα καθόλου όμως;
Και κάτω από τα υπέροχα βυζιά σου και τον γυμνασμένο κώλο σου, κρύβεται ένα μιαρό πλάσμα χωρίς χιούμορ, χωρίς αυτάρκεια και χωρίς ΚΑΝΕΝΑ ΙΧΝΟΣ ΑΥΤΕΠΙΓΝΩΣΗΣ. Εγώ τουλάχιστον έχω φάει και πέντε χυλόπιτες και ίσιωσε η μούρη μου. Εσύ "δεν έχεις βρει τον σωστό". ...
Και όταν τον βρεις θα γίνεις η μαμά του. Και θα είσαι ΤΟΣΟ μα ΤΟΣΟ αποδεκτή. Ακόμα και με ρυτίδες, θα είσαι "χρυσή" και "άξια".

Ανατρίχιασες; Και γω.....

Να γελάς και να αρέσεις. Να μην δικαιολογείσαι και να μην κρεμιέσαι από τον άλλον. Να στολίζεσαι γιατί εσύ γουστάρεις. Άμα σε πειράζω στο δρόμο, να χαμογελάς και άμα γίνω ενοχλητικός να με διαολοστείλεις. Να μην νιώθεις ίση, να είσαι. Άμα στο κρεβάτι είμαι για τα μπάζα, να μου το λες. Να με αγαπάς χωρίς να με έχεις ανάγκη. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΥΟ ΜΙΣΑ. ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ. Να κλαις χωρίς να μου ζητάς συγγνώμη. Να έχεις τις δικές σου παρέες και να με διώχνεις από το σπίτι για να καλέσεις τις φίλες σου. Να μην μου χαρίζεσαι, δεν είμαι εγώ ο κυνηγός, δεν είναι BBC εδώ. Να λες σ' αγαπώ όταν το νιώθεις, όχι όταν στο πουν πρώτα. ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΤΟ ΠΑΙΖΕΙΣ ΣΠΟΥΡΓΙΤΑΚΙ. Ξέρω ότι κλάνεις ακόμα και αν δε σε ακούει κανείς.
Ψιτ!
Εγώ θέλω δίπλα μου συνοδοιπόρο, όχι ακόλουθο.

Και κάτι τελευταίο.
Μυστικό.
Μεταξύ μας.

Η μαγκιά δεν είναι να ξεχωρίσεις εκεί που εγώ έχω διαπρέψει. Αυτό το κάνουν και οι καλά εκπαιδευμένες μαϊμούδες.
Η μαγκιά είναι να ξέρεις την δύναμη σου απάνω μου.

Και να μην μου τη δείχνεις.

Monday, October 15, 2007

Ο ΨΗΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΟΝΤΡΟΣ


Την ιστορία-παραβολή με τον βάτραχο και τον σκορπιό την ξέρεις. Και αν δεν τη ξέρεις, βαριέμαι να τη πω. Τέλος πάντων, στο τέλος πνίγονται και οι δύο.
-
Οι δύο φίλοι-αδερφοί έφτασαν στην άκρη του γκρεμού, μεσάνυχτα.
Ο ένας είχε μακριά μαλλιά και μπλέ μάτια. Λεπτός και ψηλός. Σαν τον Χριστό.
Ο άλλος είχε κατσαρά μαλλιά και πράσινα μάτια. Παχύς και γελαστός. Σαν τον Βούδα.
Κάνανε πλάκα με αυτό. Ο Χριστός και ο Βούδας. Αϊ, ρε μαλάκα. Χα, χα.

Δεν ξέρανε πόσο μοιάζανε με την παρομοίωση. Οι δύο Θεοί. Αυτοί, για τους φίλους λέω.

Ο Χριστός κοίταξε κάτω στο γκρεμό και είδε σκοτάδι. Ο Βούδας είδε ψηλά τα άστρα και έκλασε.
"Μα τι μαλάκας είσαι"
"Γιατί ρε;" ρώτησε ο Βούδας. Έκλανε συχνά. Γελάγανε και οι δύο.
Επίσης κλαίγανε μαζί, κυρίως το ξεκίναγε ο Χριστός με τον ρομαντισμό του και το θλιμμένο βλέμμα του. Επίσης παίζανε μαζί, παιχνίδια για μικρούς και για μεγάλους. Ήταν αδέρφια οι δύο Θεοί. Μέχρι που ο Βούδας έσπρωξε τον Χριστό στον γκρεμό εκείνο το βράδυ.

Ο ψηλός πρόλαβε και έπιασε το χέρι του χοντρού. Κρεμάστηκε πάνω απ' το κενό και ούρλιαξε. Από τρόμο. Από έκπληξη. Κοίταξε τον χοντρό στα μάτια, με τα δικά του να βουρκώνουν, από το άδικο, από την οργή.
"Γιατί ρε;"
"Γιατί μπορώ" είπε ο Βούδας.
"Ρε συ, θα σκοτωθώ"
"Το ξέρω ρε αδερφέ αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Με συμπληρώνεις τόσο, που σε έχω ανάγκη. Συγχώρα με, αλλά ελεύθερος θέλω να' μαι. Συγχώρα με ρε..."
Ο Βούδας πόναγε, δεν τα 'λεγε αυτά από μίσος ή κακεντρέχεια.
Ο Χριστός κοίταξε τον άλλο στα μάτια. Να σκοτωθώ, σκέφτηκε. Να δει ο αδερφός μου τι κάνει. Να γίνω ο σωτήρας του.
"Σε συγχωρώ" του είπε και αφέθηκε να πέσει. Και άλλαξαν και οι δύο.
Δύο τεράστια, αποτρόπαια, λευκά φτερά ξεπήδησαν από την πλάτη του Χριστού. Του ξέσκισαν τη σάρκα. Με αηδία τα είδε να απλώνουν.
"Όχι" φώναξε υστερικά. "Εγώ να πέσω θέλω"
Δύο πέτρες φύτρωσαν στα πέλματα του Βούδα. Τεράστια κοτρώνια, κυβικά σε σχήμα. Τον καθήλωσαν με το τεράστιο βάρος τους, εκεί, στην άκρη του γκρεμού.
Τα φτερά οδήγησαν τον Χριστό μακριά, παρά τη θέληση του. Εκείνος ούρλιαζε και χτυπιόταν, να πέσει ήθελε, να γίνει ο μάρτυρας. Ο Βούδας πετρωμένος στη θέση του, έμεινε εκεί στην άκρη του γκρεμού, ανήμπορος να πέσει, ανήμπορος να φύγει. Ούρλιαζε και αυτός. Οι δύο φίλοι λίγο πριν τα φτερά πάρουν τον Χριστό μακριά, άπλωσαν τα χέρια, ο ένας προς τον άλλον. Κλαίγανε. Κανείς από τους δύο δεν μπόρεσε να κλάσει έτσι ώστε να γελάσουν. Χώρισαν απότομα, ο Χριστός να χάνεται στη νύχτα, ο Βούδας να κλαίει ακίνητος. Δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ οι δύο Θεοί.

Ο ψηλός και ο χοντρός.
Ο Χριστός και ο Βούδας.
...............................................................................................................
Είναι καλά στη πέτρα χοντρέ;
Εγώ εδώ πάνω είμαι μία χαρά. Και ξέρεις και τι άλλο; Έχει κι άλλους εδώ πάνω, σαν κ μένα. Και αυτούς κάποιος τους πέταξε.
Δεν είναι αστείο ρε χοντρέ;
Να πρέπει να πέσεις για να μπορέσεις να πετάξεις.
Να σαι καλά που με έσπρωξες ρε.
Να σαι καλά.
Να σαι καλά.
Κουνήσου τώρα, γιατί στα πόδια σου έπιασες βρύα.
Τα λέμε χοντρέ. Εγώ Σωτήρας κανενός δε γίνομαι. Τα φτερά μέσα μου τα' χα ξεχασμένα.
Τα λέμε χοντρέ. Βρήκα άλλα αδέρφια, να πετάνε.
Να περνάς καλά χοντρέ, εκεί στην άκρη του γκρεμού.

Εγώ να πέφτω θέλω.

Sunday, October 14, 2007

IT'S JUST A RIDE


Άνοιξε τα μάτια του από τον πόνο.
Είχε αποκοιμηθεί με το κεφάλι του κρεμασμένο μπροστά και ο αυχένας του είχε πιαστεί. Το βαγόνι ήταν άδειο. Τα φώτα στην οροφή ήταν πολύ χαμηλωμένα, προσδίδοντας έναν τελετουργικό αέρα στο κινούμενο τραίνο. Σαν αιγυπτιακός τάφος με ρόδες.
Νύχτα.
Προσπάθησε να κοιτάξει έξω αλλά αντίκρισε τα κουρασμένα μάτια του στο τζάμι: έξω μόνο σκοτάδι, πηχτό σαν αίμα, ανυπόμονο να εισβάλει στο τραίνο, να το πνίξει σε μία εβένινη λίμνη. Ο χώρος μύριζε δέρμα από τα παλιά καθίσματα και μία φευγαλέα νότα τσιγαρίλας, αν και το κάπνισμα απαγορευόταν. Κοίταξε μπροστά, μέχρι τη πόρτα που οδηγούσε στο επόμενο βαγόνι.
-
Δεν μίλαγε συχνά, το βλέμμα του πάντα χαμηλωμένο. Στη δουλειά τον λέγανε σκυφτούλη. Εικονογράφος. Βυθισμένος πάντα στα σχέδια του, στα μελάνια του και στα χαρτιά του. Χωρίς φίλους, χωρίς σχέση, έμενε μόνος σε μία γκαρσονιέρα πάνω από ένα σκυλάδικο. Τα βράδια δεν κοιμότανε από τη φασαρία. Σχεδίαζε μέχρι τις πρωινές ώρες και μετά ξάπλωνε λίγο μέχρι το μεσημέρι που έπιανε δουλειά στην εφημερίδα. Στο μικρό μπαλκονάκι του, είχανε φτιάξει φωλιά κάτι περιστέρια. Τα βράδια τους έβαζε νερό σε μία λεκάνη και μετά πήγαινε στο μπάνιο και αυνανιζόταν. Τηλεόραση δεν είχε. Ήταν ερωτευμένος με μία σερβιτόρα που δούλευε στο μαγαζί, από κάτω του. Τους τελευταίους μήνες στεκόταν στο παράθυρο και την παρακολουθούσε που ερχόταν για να πιάσει δουλειά. Το πρωί την έβλεπε να φεύγει κουρασμένη.
-
Δεν ήξερε πόση ώρα ταξίδευε. Το τραίνο δεν έκανε καμία στάση από την ώρα που είχε ξυπνήσει. Μονότονος ο θόρυβος από τις ράγες, μεγεθύνονταν στο άδειο βαγόνι, ανακλούσε στις επιφάνειες του μικρού χώρου και γινόταν εκκωφαντικός. Προχώρησε μέχρι τη πόρτα που ένωνε τα δύο βαγόνια και κοίταξε από το τζαμάκι. Στο επόμενο βαγόνι, κάποιος καθόταν μόνος του σε ένα κάθισμα. Φαινόταν ξύπνιος. Άνοιξε τη πόρτα. Το τραίνο σφύριξε.
-
Τις Κυριακές, πήγαινε βόλτα στο πάρκο που ήταν κοντά στο σπίτι του. Καμιά φορά, έπαιρνε μαζί του ένα μπλοκ και μολύβια για να ζωγραφίσει. Συνήθως όμως πήγαινε εκεί για να βλέπει τα ζευγαράκια να περνάνε. Του άρεσε να φαντάζεται τον εαυτό του στη θέση των αντρών που συνήθως κρατούσαν τις κοπέλες τους από το χέρι. Στο δρόμο του γυρισμού, έφτιαχνε σενάρια μεσ' το κεφάλι του. Ότι στο σπίτι τον περίμενε η γυναίκα του και τα παιδιά τους. Χαμογέλαγε τις Κυριακές, όταν γύριζε από το πάρκο. Τις Κυριακές δεν ήταν σκυφτούλης.
-
Πλησίασε τον καθισμένο επιβάτη και τον άγγιξε στον ώμο. Εκείνος γύρισε και τον κοίταξε και ήταν ο εαυτός του. Γέρος. Γερασμένος.
"Που πάμε;"
"Δεν ξέρω"
"Αργούμε;"
"Ποιος νοιάζεται;"
Ο καθισμένος εαυτός του, ακούμπησε στο τζάμι και αποκοιμήθηκε. Μία αράχνη πρόβαλε μέσα από το ρουθούνι του. Μπροστά στα μάτια του, το γερασμένο εγώ του, έλιωσε και έγινε σκόνη. Κοίταξε ευθεία μπροστά. Ακόμη μία πόρτα. Κόκκινη, με μία ταμπέλα: "ΟΔΗΓΟΣ"
-
Τον απέλυσαν από την εφημερίδα γιατί βρήκανε κάτι 20χρονα με υπολογιστές, που κάνανε καλύτερη εικονογράφηση με λιγότερα λεφτά. Εκείνη τη μέρα, πήρε το λεωφορείο και πήγε στη παραλία, να κάτσει κοντά στη θάλασσα. Το βράδυ που γύρισε σπίτι του πιο ήρεμος, βρήκε την πόρτα του σπασμένη. Είχαν ληστέψει το σπίτι του. Στη μανία τους που δεν είχαν βρει τίποτα για να πάρουν, του είχαν καταστρέψει όλες τις ζωγραφιές. Βουρκωμένος, κατέβηκε κάτω και πήγε στην πόρτα του μαγαζιού που δούλευε εκείνη. Την άνοιξε και από μέσα ξεχύθηκε δυνατή μουσική και φωνές.
-
Η θέση του οδηγού άδεια. Τα φώτα του τραίνου φανέρωναν για κάμποσα μέτρα τις ράγες και τα τριγύρω χόρτα σε ένα τρελό χορό μεγάλων ταχυτήτων. Όλα τα άλλα σκοτάδι. Δεν υπήρχαν όργανα ή μετρητές, ενδείξεις ή ρολόγια. Μόνο ένα τιμόνι από ξύλο, σαν σε πειρατικό καράβι. Κοίταξε πίσω του και είδε μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του, βαγόνια. Όλα γεμάτα με καθισμένα αντίγραφα του εαυτού του. Όλοι οι εαυτοί του να τον κοιτάζουν στα μάτια και να περιμένουν. Κάθισε στη θέση του οδηγού και έπιασε το τιμόνι. Αυτός και οι χιλιάδες εαυτοί του, άρχισαν να χαμογελάνε.
Μακριά στον ορίζοντα, είδε τα πρώτα σημάδια αυγής.
-
Άνθρωποι να χορεύουν, να τραγουδάνε μεθυσμένοι, κάπνα και μυρωδιά από φτηνό φαγητό και πούρα. Στη σκηνή, ένας χοντρός μπροστά από μία μπάντα, τραγουδούσε κάτι φάλτσο. Την είδε να περιφέρεται ανάμεσα στα τραπέζια, κρατώντας πανέρια γεμισμένα με γαρύφαλλα. Κάποια στιγμή πέρασε κοντά του και τον κοίταξε. Του χαμογέλασε και εκείνος ξέχασε τις σκισμένες ζωγραφιές του. Όπως πήγε να απομακρυνθεί, την έπιασε από το μπράτσο. Εκείνη πάντα χαμογελώντας, νομίζοντας τον για πελάτη, έσκυψε προς το μέρος του να ακούσει την παραγγελία του.

"Θα σε περιμένω να σχολάσεις" της είπε.
"Θα σε κεράσω καφέ και μετά θα πάμε απάνω και θα σε ζωγραφίσω"

Και μετά τη φίλησε.

Tuesday, October 02, 2007

ΜΙΚΡΑ, ΑΝΩΔΥΝΑ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ

"Scream"
by
Egggod

Ξυπνάς το πρωί και φτιάχνεις ένα καφεδάκι πριν αρχίσει να τρέχει η μέρα και να σε παίρνει σβάρνα. Σε λίγο ξεκινάει η εντροπία, το τρέξιμο (ευχάριστο ή δυσάρεστο), σε λίγο βάζεις νέφτι στις νότιες, υπογαστρικές περιοχές σου και ορμάς.
Κατεβαίνεις με την κυλιόμενη προς την αποβάθρα του μετρό και βλέπεις αραγμένο τον συρμό με ανοιχτές πόρτες. Η φωτεινή πινακίδα γράφει "00.30". Για όσους δεν κατάλαβαν, αυτό είναι δευτερόλεπτα. Πας να κατέβεις αλλά στην αριστερή μεριά είναι κυράτσα με βαλίτσα που έχει αράξει γιατί δεν μπορεί να την κουβαλήσει. Δεξιά της ένας κύριος, ηλικιωμένος, που απλά στέκεται αμέριμνος, προφανώς πηγαίνει βόλτα.
"Να περάσουμε λίγο;" λες με την απαραίτητη ένταση στην κυράτσα μπας και νιώσει.
"Και γω να κατέβω θέλω" απαντάει πειραγμένη με υστερική φωνή. Τι ηλίθια απάντηση είναι αυτή; ΠΡΟΦΑΝΩΣ θέλεις να κατέβεις μωρή χοντροκώλα, γιαυτό είσαι στις κυλιόμενες που πάνε προς τα κάτω. Αλλά αν θες να σταθείς, να το κάνεις στη δεξιά μεριά, όπως ΟΛΗ η Ευρώπη, γαμώ το σίστο σου.
Ακούς τον εκνευριστικό ήχο που ανακοινώνει ότι οι πόρτες κλείνουν. Είσαι μόλις 6 μέτρα μακριά αλλά ξέρεις ότι θα το χάσεις. Και το χάνεις το τραινάκι. Θα αργήσεις πάλι σήμερα. Η κυράτσα αρχίζει να γκρινιάζει για την αγένεια μερικών. Βάζεις mp3 δυνατά και χάνεσαι σε πρωινές φαντασιώσεις, όπου της ανοίγεις το κεφάλι με ηλεκτρικό πριόνι.
Α, by the way: Καλημέρα.

Είσαι στη δουλειά και κάποιος ανώτερος σου ιεραρχικά, επιδεικνύει απόλυτη ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ να οργανώσει την "από κάτω" του ομάδα, με αποτέλεσμα πολύτιμα λεπτά και ώρες από τον χρόνο σου, να περνάνε με την ατελέσφορη προσπάθεια του βλάκα να προσπαθεί να δικαιολογήσει τα λεφτά που παίρνει. Γυρνάς τα μάτια σου, ξεφυσάς, δαγκώνεις τα ήδη σκασμένα χείλια σου και παίρνεις βαθιές ανάσες. Κάποια στιγμή-και για να προχωρήσουν τα πράγματα- αναλαμβάνεις να δίνεις ιδέες και να κάνεις τη δουλειά του, χωρίς ταυτόχρονα να φανεί ότι του παίρνεις και τη θέση. Το πράγμα ξεκολλάει και όλα καλά. Και στο τέλος της ημέρας, έρχεται ο ίδιος αυτός λαμογιοβλάκας και σου λέει ακουμπώντας σε στον ώμο: "Θέλω να προσπαθήσεις λίγο περισσότερο. Εντάξει; Πιστεύω σε εσένα. Δεν θα με απογοητεύσεις ε;"
Σου κλείνει το μάτι και σε αφήνει να στέκεσαι εκεί, σαν στήλη άλατος. Σε όλο το γυρισμό, φαντασιώνεσαι να του δαγκώνεις το καρύδι και να του το φτύνεις στο κατάπληκτο πρόσωπο του.
Α, by the way: Καλησπέρα.

Μπαίνεις στο σπίτι.
Οι φωνές της μέρας κουδουνίζουν στο εσωτερικό του κεφαλιού σου.
Γδύνεσαι και μπαίνεις κάτω από τη ντουζιέρα, μένεις ακίνητος κάτω από το νερό σε έναν δικό σου βυθό που ζούνε μόνο μπλε γοργόνες και φύκια και δεν ακούγεται τίποτα. Το τηλέφωνο χτυπάει. Δεν θες να το σηκώσεις. Σταματάει. Το νερό συνεχίζει να τρέχει. Ξαναρχίζει να χτυπάει. Αυτή την φορά αυτός που καλεί, δεν το βάζει κάτω. Επιμένει μέχρι να βγεις από το μπάνιο, να τυλιχτείς με μία πετσέτα και να το σηκώσεις. Εσύ είσαι σίγουρος μέχρι να φτάσεις το ακουστικό, ότι κάποιος έχει πεθάνει.
"Ποιός είναι;" ανήσυχος.
"Που είσαι;" νεύρα από το έτερον ήμισυ.
Και τότε γίνεται το download. Ραντεβού ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ στον κινηματογράφο. ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ. Σαν να λέμε μετά τη δουλειά ένα πράμα. ΦΑΑΑΑΑΑΑΚ!!!
Προσπαθείς να εξηγήσεις. Πριν σου κλείσει το τηλέφωνο στη μούρη προλαβαίνει να σου πει:
"Είσαι πολύ μαλάκας ώρες ώρες"
Μένεις με το ακουστικό στο χέρι, να στάζεις νερά.
Α, by the way: Καληνύχτα.

Και που 'σαι. Μη μασάς.
Και αύριο μέρα είναι.