Tuesday, September 11, 2007

ΤΡΕΙΣ ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ


Τσιμεντένιος μόλος και στην άκρη του το παγκάκι.
Τόσο μακριά από την πόλη που ήταν σαν να βρίσκεσαι σε νησί. Η υπερβολικά ζεστή μέρα αργοπέθαινε μέσα στον απέραντο ωκεανό που είχα για θέα. Κάθισα να την χαζέψω να ξεψυχά στα ατάραχα νερά. Πάνω, ο ουρανός, ένας γκριζογάλαζος καμβάς που σκούραινε με γοργούς ρυθμούς. Κάποιος ζωγράφος είχε ρίξει εκεί μέσα και λίγη πορφύρα. Ονόμασα τον πίνακα "Η βεβήλωση του μπλε". Χαμογέλασα, άναψα τσιγάρο και κάθισα.
Ο αέρας μύριζε ιώδιο και βρεγμένο ξύλο. Στα πόδια μου, απομεινάρια αλλοτινών επισκεπτών. Πακέτα από τσιγάρα, αποτσίγαρα, καμμένα χαρτιά, κουτάκια μπύρας, σπασμένα γυαλιά. Ξανακοίταξα πάνω. Μερικά καλοκαιρινά σύννεφα δάνειζαν τα φουστάνια τους στην ουράνια σύνθεση.
Σκεφτόμουν να αλλάξω τον τίτλο του πίνακα όταν ο γέρος κάθισε, χωρίς λέξη, δίπλα μου. Νευρίασα γιατί εξέλαβα την άνεση του ως επίδειξη θράσους.

"Μπορώ να καθίσω;" με ρώτησε χαμογελώντας.

Γύρω στα εβδομήντα, άσπρα μαλλιά, μέτριο ανάστημα, μεγάλη κοιλιά. Φορούσε κρεμ παντελόνι και κοντό μπλουζάκι, γαλάζιο. Στα πόδια του είχε ψάθινα σανδάλια. Τα μάτια του ήταν το ίδιο χρώμα με το μπλουζάκι του. Το ίδιο χρώμα με τα δικά μου. Πώς μπορείς να κακοκαρδίσεις έναν γαλανομάτη;

"Δεν είναι δικό μου το παγκάκι" είπα με τον κατάλληλο τόνο, να καταλάβει ότι αστειεύομαι.
"Αλλιώς φαινόσουνα από μακριά"
"Δηλαδή;"
"Σαν να σου ανήκει" είπε και χαμογέλασε σαν να με ήξερε χρόνια. Σαν να είχαμε μεθύσει μαζί άπειρες φορές.

Πιάσαμε την κουβέντα. Ο κυρ Παναγιώτης μου μιλούσε σαν κολλητός. Κατευθείαν στην ουσία, λες και είχαμε αφήσει κάποια κουβέντα στη μέση μόλις χτες. Ήταν συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος. Είχε μία κόρη και δύο εγγόνια. Η γυναίκα του είχε πεθάνει κάμποσα χρόνια πριν. Όταν μου το έλεγε δεν είχε πίκρα στη φωνή του. Μόνο νοσταλγία. Του έλειπε η γυναίκα του. Το Μαράκι του. Έτσι είπε. Δεν ήξερα τι να πω, οπότε το βούλωσα. Σταμάτησε και εκείνος να μιλάει και για λίγο, κοιτάγαμε μαζί τον ωκεανό. Έβγαλα τον καπνό μου και μου ζήτησε και εκείνος ένα τσιγάρο. Το άναψε και με το χέρι που το κρατούσε, έκανε μία αόριστη κίνηση προς την θάλασσα.

"Αυτό είναι Θεός" είπε χαμογελώντας.
"Ποιο, η θάλασσα;"
"Όχι. Το να μπορείς να την χαζεύεις και η ανάμνηση αυτού του μπορώ, όταν δεν θα μπορείς. Τι είναι Θεός, παρά η ανάμνηση των πραγμάτων που μπορούσαμε να κάνουμε κάποτε και που τώρα αδυνατούμε;"
"Με χάνεις κυρ Παναγιώτη"

Έσβησε το τσιγάρο του και σηκώθηκε. Κοίταξε από την μία άκρη του ορίζοντα μέχρι την άλλη. Μετά κοίταξε εμένα με εκείνα τα οικεία, μπλε μάτια.

"Μ' αρέσει να ζωγραφίζω. Δεν είμαι τίποτα σπουδαίο στη ζωγραφική αλλά μου αρέσει πολύ. Να απλώνω τα χρώματα με το πινέλο, να ορίζω εγώ τα πράσινα μου, τα κόκκινα, τα μπλε μου. Να φτιάχνω καφέ νερά και κίτρινους ουρανούς. Παγκάκια από μωβ και δέντρα από άσπρο"
Πάλι δεν καταλάβαινα. Του το έδειξα με το βλέμμα μου.

"Τυφλώνομαι λεβεντιά μου. Σπάνια νόσος του αμφιβληστροειδή. Κανα χρόνο ακόμα"

Σιωπή. Αέρας από θάλασσα. Τον κοίταγα και με κοίταγε. Και χαμογέλαγε. Ποιος τον είχε στείλει εδώ; Πώς με βρήκε; Τι ήθελε; Δεν μου έφταναν τα δικά μου; Τι να του έλεγα; Τι εξυπνάδα να σκεφτόμουνα; Του είπα το μόνο που μπορούσα.

"Δεν ξέρω τι να πω κυρ Παναγιώτη"
"Δεν πειράζει. Αρκεί που το παραδέχεσαι" Έκανε να φύγει.
"Να βλέπεις θάλασσες. Να βλέπεις"
Αυτό το τελευταίο το είπε πιο έντονα. Και μετά γύρισε και έφυγε. Όταν είχε φτάσει αρκετά μακριά, σήκωσε το χέρι του και με χαιρέτησε.
Έμεινα να κοιτάω την ατσαλένια θάλασσα που τώρα είχε δανειστεί από την πορφύρα του ουρανού. Να κοιτάω. Να βλέπω. Με ένα κόμπο στον λαιμό και ένα μισοκαμμένο τσιγάρο στο χέρι μου. Ο αέρας είχε γίνει λίγο πιο ψυχρός ξαφνικά. Μπορεί να ήταν και ιδέα μου.

"Θες αναπτήρα;" άκουσα τη φωνή και τινάχτηκα.

Ένα τσιγγανάκι με ένα καλάθι γεμάτο μπρελόκ και αναπτήρες. Λερωμένα-σχεδόν κουρελιασμένα- ρούχα, σαγιονάρες, άλουστα μαλλιά, πονηρό μουτράκι.

"Πάρε αναπτήρα, αφού καπνίζεις"
"Δεν θέλω" είπα με αρκετή δόση απαξίωσης μπας και ξεκουμπιστεί. Αμ δε.
"Τσιγγούνης είσαι; Δώσε ένα τσιγάρο"
"Καπνό έχω"
"Φέρε να στρίψω τότε" είπε με περισσή άνεση και ακούμπησε το καλαθάκι του δίπλα μου. Χωρίς να το καλοσκεφτώ του έδωσα τον καπνό μου. Κάθισε χάμω, όχι στο παγκάκι, σταυροπόδι. Τα γόνατα του ήταν μαύρα από την βρώμα. Έστριψε το τσιγάρο του καλύτερα από εμένα, δεκάξι χρόνια καπνιστής. Ο μικρός δεν ήταν πάνω από δέκα. Με πήρε χαμπάρι που τον παρατηρούσα σαν χαζός.

"Πούστης είσαι;"
"Πας καλά μικρέ;"
"Ε, που είναι η γκόμενα σου;"
"Σπίτι της" είπα.
"Και συ τι κάνεις εδώ;"
"Κοιτάω τη θάλασσα"
"Εδώ είναι δε φεύγει" Το είπε σοβαρά. Δεν χαμογέλασε. Άναψε το τσιγάρο του και ξαναπέρασε στην επίθεση, ρουφώντας τον καπνό με τρόπο που έχω δει μόνο σε ταινίες. Λαίμαργα, πρόστυχα.
"Καλλιτέχνης είσαι;"
"Ηθοποιός και άμα με κοροϊδέψεις θα σε βαρέσω"
"Θα μου κλάσεις. Πάρε αναπτήρα"
"Δεν θέλω είπαμε"
"Εσύ το είπες. Φίλους δεν έχεις;"
"Έχω"
"Που είναι;"
"Σπίτια τους"
"Μήπως γαμάνε την γκόμενα σου;"
"ΡΕ! Για μαζέψου!" Με είχε και το ήξερε το μπάσταρδο. Σηκώθηκε με το τσιγάρο στο στόμα.
"Δε χαμογελάς καθόλου" είπε χωρίς να υπαινίσσεται κάτι. Απλά περιέγραφε αυτό που έβλεπε.
"Είμαι κουρασμένος" απάντησα αμυνόμενος.
"Αυτός δεν είναι λόγος. Θα παγώσεις και δεν θα έχεις προλάβει να χαμογελάσεις όσο μπορείς."
Άφησε έναν αναπτήρα στο παγκάκι και γύρισε να φύγει.
"Ε! Δεν θέλω αναπτήρα λέμε!"
"Δώρο" είπε χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Τον παρατηρούσα μέχρι που χάθηκε από τα μάτια μου. Αυτόν τον μικρό άντρα που μίλησε με λέξεις σαν ξυράφια.
"Θα παγώσεις..."
Πήρα τον αναπτήρα στα χέρια μου και τον περιεργάστηκα. Ένας απλός μπλε αναπτήρας. Πάτησα το κουμπί του και με βάρεσαν τα βολτ της κρυμμένης μπαταρίας. Αναπτήρας τρυκ. Γέλασα μέχρι που σκοτείνιασε για τα καλά.

Και μετά ήρθε ο σκύλος.
Ένας γέρος, μαδημένος, βρομιάρης, με σκισμένο αυτί και ένα θολό μάτι. Πολεμιστής. Ήρθε κοντά μου σαν να είχαμε ραντεβού και όταν με πλησίασε αρκετά, κούνησε νωχελικά την ουρά του κανα δυό φορές και μετά κάθισε πάνω της. Του χαμογέλασα και του ψιθύρισα γλυκόλογα. Τα μάτια του ήταν κουρασμένα, η γλώσσα του κρεμασμένη. Όταν πήρε περισσότερο θάρρος, ακούμπησε το κεφάλι του πάνω στο πόδι μου. Τον χάιδεψα πίσω από τα αυτιά και για λίγο πρέπει να κοιμήθηκε εκεί. Όλη την ώρα έβγαζε μικρούς κοφτούς ήχους, σαν πονεμένα γρυλίσματα. Εγώ του ψιθύριζα. Κατέληξα να του λέω τα πάντα. Γύρω μας, ο θαλασσινός αέρας δυνάμωνε σε απόλυτη αναλογία με το σκοτάδι. Το νερό πια δεν φαινόταν. Τα φώτα της πόλης πίσω, μακριά, ίσα που έφταναν μέχρι το παγκάκι, περιγράφοντας απαλά τα σχήματα μας. Εμένα και του σκύλου.
Κάμποση ώρα μετά, άνοιξε τα μάτια του και σήκωσε το κεφάλι του από το πόδι μου. Σαν να αφουγκραζόταν κάτι. Σαν κάτι να τον ενόχλησε. Οι μπλεγμένες τρίχες του, χόρευαν με τον νυχτερινό αέρα σε μυστικούς ρυθμούς. Τα μαλλιά μου το ίδιο. Τα μάτια του έμοιαζαν βουρκωμένα. Τα δικά μου βούρκωσαν κανονικά. Δεν με κοίταγε. Κοίταγε πέρα, στο σκοτάδι του ωκεανού και ανάσαινε βαριά.
Περπάτησε μέχρι την τσιμεντένια άκρη και γάβγισε. Δύο φορές μόνο. Σαν κάτι να είπε στο νερό, στη θάλασσα. Και μετά γύρισε και με κοίταξε με εκείνα τα κουρασμένα μάτια. Και έφυγε. Κούνησε πάλι την ουρά του και ύστερα χάθηκε στο σκοτάδι. Για λίγο, μπορούσα να ακούσω τα νύχια του πάνω στο τσιμέντο, να σέρνονται. Μετά σιωπή. Αέρας.

Δεν έκατσα πολύ, μετά από αυτό. Λίγο.

Ίσα για να δω αν η θάλασσα θα απαντούσε στον σκύλο. Στον γέρο. Στο παιδί.

Σε μένα ίσως;

Δεν έκατσα πολύ. Έφυγα μόλις χάθηκε ο κόμπος από τον λαιμό μου...

18 comments:

Lee said...

Αυτο που εκανε τον κομπο απο τον λαιμο σου να χαθει. Αυτο....

Loth said...

Πάει καιρός που έγραψα μια ιστορία για ένα σκύλο που διάλεξε να ξαπλώσει δίπλα στη θάλασσα για να ελευθερωθεί για τελευταία φορά.Δεν την έβγαλα ποτέ..μπορεί να ήταν αυτός και να ήρθε στην ίδια παραλία για ένα τελευταίο αντίο.

Αν είναι θεός η ανάμνηση αυτών που μπορούσαμε όταν αδυνατούμε πια..τοτε είναι βασανιστικό και δε θέλω να το νιώσω.

θα κρατήσω μόνο τις θάλασσες, αυτές θα διαλέξω να θυμάμαι και να χαμογελάω για να μην ''παγώσω''.
...;)

EggGod said...

Lee: Ακριβώς Lee μου! Ακριβώς!

Loth: Θεός είναι να θυμάσαι ότι κάποτε μπορούσες να κάνεις αυτά που τώρα αδυνατείς. Επίσης, Θεός είναι να προσπαθείς να ξαναγίνεις Θεός...

an205 said...

Εάν ψάχνεις τον κόμπο...
εδώ είναι στον λαιμό μου...
το δάκρι όμως είναι δικό μου...

ALEXANDRA said...

Η θαλασσα ειναι γιατρος.....τα γιατρικα βρισκοντε γυρω της!εσυ,ο παππους,ο μικρος αντρας....εσυ ησουν το δικο τους και εκεινοι το δικο σου....

Loth said...

Κατάλαβα..
απλά πάλι δεν..
προτιμώ να μπορώ και αν δε μπορώ να προσπαθώ..οι ορισμοί ποτέ δε μου ταίριαζαν

Loth said...

..αλλά για να μη κακοκαρδίσω κανένα γαλανομάτη προτελευταία μέρα άντε να συμφωνήσω μαζί σου..έχε χάρη που εμένα μου έδωσε καστανά μάτια ..;)

karyatida said...

πολύ καλό βρε φιλαράκι, αν η ιστορία γραφόταν από εμένα θα ήμουν και ο κυρ Παναγιώτης, και το τσιγγανάκι και ο σκύλος. πτυχές μου, που κάτι θέλουν να μου πουν. φιλιά!

EggGod said...

an205: Αν μπορώ να κάνω κάτι για τον κόμπο... Μόνο κρασάκι και παρέα να προσφέρω μπορώ. Τα δάκρυα δυστυχώς, είναι ΠΑΝΤΑ δικά μας.

alexandra: Το είπες. Αμην.

Loth: Όχι, άμα ήθελες ας διαφωνούσες. :Ρ

Καρυάτιδα: Καλώς ορίσατε. Τελικά μπορεί και να τη γράψαμε μαζί. Γιατί ΑΥΤΟ ακριβώς ήθελα να πετύχω και γω. ;) Γι'αυτό τα γράφω. Για να τα ακούω (ή να τα διαβάζω...)

katen said...

eisai tyxeros pou ta zeis ola auta- esto kai me kompo. AUTO EINAI THEOS!
ps. grafeis katapliktika, giati den to gyrnas kai stin syggrafi ektos apo tin ithopoiia?

Loth said...

ΠΟΥ ΘΑ ΠΑΕΙ ΘΑ ΓΥΡΙΣΩ ΚΑΙ ΔΑ ΔΕΙΣ..

ΠΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦ...;P

EggGod said...

katen: Καλώς ήρθες! Ναι είσαι σωστή. Κάπου μέσα σε όλα αυτά που περνάμε, πρέπει να βρούμε χώρο και για ευγνωμοσύνη. Αλλά είναι δύσκολο ρε γαμώτο...Ευτυχώς!
Να το γυρίσω στη συγγραφή γιατί όχι; Έτσι θα ξέρω πως είναι να είσαι άγνωστος συγγραφέας...ΛΟΛ

EggGod said...

Loth: Άντε να δούμε...όλο λόγια είσαι. ΠΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦΦτ (ξεφούσκωσα)

katen said...

egggod, perimeno to proto sou syggrama kai thelo kai prosopiki afierosi, ok?
a...kai tis tainies mikrou mikous, min xexniomaste!
oooo, esy exeis poly douleia! ante strosou! :)
politexnitis + (elpizo oxi)erimospitis tha gineis!

EggGod said...

katen: Άντε στρώσου δε λες τίποτα. Αυτή φράση με κατατρέχει συνεχώς και τίποτα δεν κάνω. Αλλά να είσαι σίγουρη πως άμα βγάλω σύγγραμα, προσωπική αφιέρωση θα σου κάνω και θα σε βάλω και στις ευχαριστίες. ;)

it is said...

Βλέπω όσο έλειπα οργίαζες.... όμορφα... τώρα εγώ που δεν έχω έμπνευση ούτε για πλάκα νοιώθω ψιλοσκουπίδι, αλλά δεν τρέχει :)
Φιλάκια...

EggGod said...

itis: Δεν είναι τίποτα. Ένα χεράκι ξύλο θες και συ....με πολλή αγάπη!!!;)

Loth said...

...kai einai kako ayto?