Saturday, September 29, 2007

ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ ΜΟΝΟΣ, ΟΛΕ!

"Nefeli"
Photo by Egggod

Εδώ και δύο ώρες λέω να κάνω μπάνιο και βαριέμαι.

Να μία ωραία πρόταση για να ξεκινάει κανείς ένα κείμενο. Σαν να κάνεις καμάκι σε γκόμενα με μυξόνι τριών εκατοστών να κρέμεται από το δεξί ρουθούνι. Το αριστερό παραπονεμένο. Όχι ότι μου έχει συμβεί. Πάντα καθαρίζω τη μύτη μου. Καμιά φορά και με χαρτομάντιλα.

Και σήμερα ήταν ζεστή μέρα λέμε. Ένα μπανάκι επιβάλλεται. Ή ένα ντουζάκι. Τη διαφορά, που να με πάρει ο τριδιάβολος, δεν τη κατάλαβα ποτέ. ΠΟΤΕ!
Ντους (ή ντουζ) είναι όταν πλένεις ΜΙΑ φορά τα μαλλιά σου και καθόλου το σώμα; Ή όταν απλά βρέχεσαι και δεν πλένεις τίποτα; Αν κατά λάθος, πέσει απάνω σου αφρόλουτρο, τότε κάνεις μπάνιο;
Μπάνιο είναι όταν πλένεις δύο φορές τα μαλλιά σου (αν έχεις) και δύο το σώμα, τρίβοντας διεξοδικά και επίμονα; Ή μία τα μαλλιά και πολύ καλά το σώμα, με ιδιαίτερη προσοχή ανάμεσα στα δάχτυλα και πίσω από τα αυτιά;

Όταν είναι να πας σε γάμο κάνεις μπάνιο ή ντους; Αν κάνεις το δεύτερο, είσαι γύφτος; Αν δεν κάνεις τίποτα είσαι βρωμιάρης; Αν έκανες μπάνιο τη προηγούμενη;

Τέλος πάντων, εδώ και δύο ώρες λέω να πάω να βραχώ και να τριφτώ με αφρόλουτρο αφού λούσω και τα μαλλιά μου, αλλά βαριέμαι. Είναι Σάββατο, μόνος στο σπίτι. Έχεις ανοίξει τον υπολογιστή και μόλις εμφανιστεί το wallpaper σου, αρχίζεις να σχηματίζεις τετραγωνάκια με το ποντίκι πάνω στην επιφάνεια εργασίας, κρατώντας πατημένο το κουμπί του ποντικιού. Μιλάμε για κόλλημα.
Θα σηκωθώ να βάλω κόκα κόλα από το ψυγείο. Περπατάω ξυπόλητος μέσα στο σπίτι. Στο τέλος του διαδρόμου, λουφάζει η γάτα μου η οποία βαριέται πιο πολύ από μένα. Περνώντας από δίπλα της, μου την πέφτει στο πόδι. Δύο γρήγορα χαστουκάκια χωρίς νύχια και τζουπ στον καναπέ, σε θέση μάχης. Τουρλωμένο κώλο, ουρά να ανεμίζει, αυτιά χαμηλωμένα.
"Βαριέμαι" λέει το προσωπάκι της.
Της ορμάω και μου αρπάζει το χέρι με τις πατούσες της. Αυτή τη φορά βγάζει νύχια. Δαγκώνει και σφυρίζει νευριασμένη (και καλά, αφού γουστάρει). Επιστρατεύω το δεύτερο μου χέρι και της δείχνω γιατί οι άνθρωποι κυβερνούν τον κόσμο. Απασχολημένη με το ένα, δεν παίρνει χαμπάρι το άλλο που πλησιάζει στην ουρά της. Τη τσιμπάω τόσο που να μην πονέσει πολύ, αλλά αρκετά για να την νευριάσω. Εξοργίζεται και μπαίνει σε matrix mode. Οι κανόνες καταρρέουν και χτυπάει στα τυφλά. Ένα από τα νύχια της γαντζώνεται στο μπροστινό τμήμα από το μποξεράκι μου και σε μερικό από το περιεχόμενο του.

Την ίδια στιγμή στον τρίτο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας.
Γυναίκα: "Καλό παιδί αυτός ο νεαρός στον πρώτο, αλλά αυτά τα ουρλιαχτά του με τρομάζουν ώρες ώρες."
Άντρας: "Ακούει χέβι μέταλ. Δεν έχεις δει τις μπλούζες που φοράει; Νέοι...τσ, τσ, τσ"
Γυναίκα: "Τσ, τσ, τσ..."

Βάζω κόκα κόλα. Η γάτα μου αναίσθητη πίσω από τον καναπέ. Θα ξυπνήσει, δεν ανησυχώ. Είναι σκυλί η γάτα μου, δε μασάει.

Μπροστά στο ψυγείο, δεύτερο κόλλημα βαρεμάρας. Κοιτάς με δέος τα περιεχόμενα του. Στη μέσα μεριά της πόρτας, μπουκάλια με νερό, βούτυρα, αναψυκτικά και κάτι κραγιόν της κοπέλας μου. Κραγιόν στο ψυγείο, έλεος. Βγάζω ένα, το ανοίγω, το μυρίζω, βάζω λίγο στο χέρι μου. Βυσσινί βαθύ. Αφήνω ανοιχτό το ψυγείο και πάω μέχρι το μπάνιο, έτσι για να σπάσω πλάκα βρε αδερφέ. Βάζω λίγο κραγιόν. Σα τραβέλι που δεν ξυρίστηκε. Απαίσιος. Γελάω και καθώς τραντάζομαι με πονάει το τραύμα της γάτας. Κατεβάζω το μποξεράκι μου και σκύβω για να επιθεωρήσω από κοντά τη ζημιά. Τη πουτάνα, τελικά έσκισε λίγο δέρμα. Θα τσούζει για πάντα. Κοιτάω γύρω μου και το βλέμμα μου πέφτει πάνω στο οινόπνευμα. Ανατριχιάζω.
Ανοίγω το ντουλάπι του καθρέφτη και βλέπω μία κρέμα ματιών. Κάπου στην περιγραφή πάνω στο κουτί έχει την λέξη "ενυδάτωση". Εδώ είμαστε. Αφήνω το μποξεράκι μου να πέσει στους αστραγάλους μου, βάζω λίγη κρέμα στα δάχτυλα μου και ξανασκύβω πάνω από την επίμαχη περιοχή για καλύτερη και προσεκτικότερη επάλειψη. Το αριστερό χέρι για στήριξη και ανύψωση. Το δεξί έτοιμο να αλείψει.

"Γιατί είναι ανοιχτό το ψυγεί-" Της κοπέλας μου της κόβεται η μιλιά. Δεν χρειάζεται να έχεις δώσει πρώτη δέσμη για να καταλάβεις γιατί.
Στέκομαι εκεί γυμνός, με το μποξεράκι στους αστραγάλους μου, σκυμμένος σαν τον καραγκιόζη, με το πουλί μου στο ένα μου χέρι και κάτι άσπρο και κρεμώδες να στάζει από το άλλο. Με βυσσινί κραγιόν στα χείλια μου.

ΜΕ ΒΥΣΣΙΝΙ ΚΡΑΓΙΟΝ ΣΤΑ ΧΕΙΛΙΑ ΜΟΥ
------------------------------------------------------------------------------------------------
Ώρες αργότερα, είμαστε αγκαλιά και βλέπουμε Friends στο dvd.
"Ρε μωράκι" μου λέει. "Δε πας να κάνεις κανά μπάνιο. Ζέχνεις λίγο"
Αααχ, η άνεση των μακροχρόνιων σχέσεων.
"Ναι ρε μωρό θα πάω. Βαριόμουνα."
Σηκώνομαι βαριεστημένα και μπαίνω στο μπάνιο για ένα ντουζάκι. Το μπάνιο παίρνει ώρα.
Την ώρα που το νερό αρχίζει να πέφτει απάνω μου και κάνει την πληγή να τσούζει, την ακούω έξω από την πόρτα της τουαλέτας να μου λέει:

"Ρε μωρό. Η γάτα που είναι;"

Saturday, September 15, 2007

ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ ΝΑ ΗΜΟΥΝ


Βρήκα ένα αγέννητο παραμύθι μέσα σε ένα βλέμμα.

Και ένιωσα εξερευνητής, βεβηλωτής , σπουδαίος. Μα αυτός που του άνηκε το βλέμμα, δε θέλησε να μου πει το παραμύθι του, το άφησε αγέννητο να κρέμεται στα μάτια του, το στόμα του κλειστό, η καρδιά σφαλιστή.

Μπαίνω στο μετρό, κάθομαι δίπλα σου. Μαζεύεσαι για να μην σε ακουμπήσω, σαν άπλυτος να είμαι εγώ και συ ο βασιλιάς που ταξιδεύει μόνος. Καρφώνεις τη ματιά σου στο κενό, ενοχλημένος από την ύπαρξη άλλων γύρω σου. Θέλω να σου πω: ¨Καλημέρα άνθρωπε. Το άρωμα σου είναι ωραίο και σίγουρα έχεις ιστορίες να μου πεις. Θα ταξιδέψουμε μαζί για 20 λεπτά και τι να προλάβουμε να πούμε, αλλά ας ξεκινήσεις εσύ και βλέπουμε." Θέλω να τραβήξω στη κουβέντα μας και την κοπελιά που κάθεται απέναντι μας, με τα πορτοκαλί μαλλιά. Να μιλήσουμε για ιππότες και όνειρα και τι θα ήθελε ο καθένας μας να κάνει πραγματικά, να πει πραγματικά. Δεν λέμε τίποτα εμείς οι χίλιοι μες το τραίνο, δεν κοιταζόμαστε, νευριάζουμε με τους άλλους και τραβάμε την πορεία μας μόνοι. Κατεβαίνετε και οι δύο σας μία στάση πριν από μένα. Το άρωμα σας έχει μείνει στο βαγόνι. Τουλάχιστον μοιραστήκαμε αυτό.

Τον χειμώνα, περιμένω στη στάση για λεωφορεία που πάντα αργούν. Σε ουρές για γλυκά τις γιορτές. Στο τραπέζι μου να με σερβίρουν, ενώ δίπλα μου παίζει ένα αγοράκι από κάποια οικογένεια πιο πέρα. Κοιτάνε τα πιάτα τους. Στη στάση έχουμε στριμωχτεί εννιά άνθρωποι γιατί βρέχει. Δεν μιλάει κανείς. Στην ουρά θέλω να πω "Καλά Χριστούγεννα" αλλά όλοι βιάζονται να πάνε σε φιλικά τραπέζια.

Σε ένα μουσείο στάθηκα μπροστά από έναν πίνακα του Θεοτοκόπουλου και βούρκωσα. Δίπλα μου μία κοπελιά με κοίταξε και χαμογέλασε. Στα καστανά μάτια της είχε κρυμμένα παραμύθια. Έκανα να της μιλήσω αλλά κατέβασε το κεφάλι και απομακρύνθηκε γοργά.

Σε ένα νεκροταφείο πήγα να αφήσω κάτι λουλούδια και ένας γεράκος ήταν καθισμένος μπροστά από τον διπλανό τάφο. Δεν έκλαιγε, απλά καθόταν. Κάθισα και γω και έβγαλα τσιγάρο. Τον κοίταξα. Σηκώθηκε αμήχανα και έφυγε. Τα μάτια του είχαν ιστορίες να πουν. Αλλά δεν τις είπαν.

Μέσα σε σκοτάδι έκανα την ερώτηση.
"Τι είναι;"
"Τίποτα"
Και μετά άργησα να κοιμηθώ.

Βρήκα ένα αγέννητο παραμύθι μέσα σε ένα βλέμμα. Στον καθρέφτη. Ξεκίνησα να μου το λέω αλλά σταμάτησα.

Με αποκαρδιώσανε όλα αυτά τα αγέννητα παραμύθια στα μάτια των ανθρώπων που θα παραμείνουν αγέννητα γιατί δεν μιλάμε.

Και αυτή, προς το παρόν, είναι η δικαιολογία μου για να μην είμαι παραμυθάς.

Tuesday, September 11, 2007

ΤΡΕΙΣ ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ


Τσιμεντένιος μόλος και στην άκρη του το παγκάκι.
Τόσο μακριά από την πόλη που ήταν σαν να βρίσκεσαι σε νησί. Η υπερβολικά ζεστή μέρα αργοπέθαινε μέσα στον απέραντο ωκεανό που είχα για θέα. Κάθισα να την χαζέψω να ξεψυχά στα ατάραχα νερά. Πάνω, ο ουρανός, ένας γκριζογάλαζος καμβάς που σκούραινε με γοργούς ρυθμούς. Κάποιος ζωγράφος είχε ρίξει εκεί μέσα και λίγη πορφύρα. Ονόμασα τον πίνακα "Η βεβήλωση του μπλε". Χαμογέλασα, άναψα τσιγάρο και κάθισα.
Ο αέρας μύριζε ιώδιο και βρεγμένο ξύλο. Στα πόδια μου, απομεινάρια αλλοτινών επισκεπτών. Πακέτα από τσιγάρα, αποτσίγαρα, καμμένα χαρτιά, κουτάκια μπύρας, σπασμένα γυαλιά. Ξανακοίταξα πάνω. Μερικά καλοκαιρινά σύννεφα δάνειζαν τα φουστάνια τους στην ουράνια σύνθεση.
Σκεφτόμουν να αλλάξω τον τίτλο του πίνακα όταν ο γέρος κάθισε, χωρίς λέξη, δίπλα μου. Νευρίασα γιατί εξέλαβα την άνεση του ως επίδειξη θράσους.

"Μπορώ να καθίσω;" με ρώτησε χαμογελώντας.

Γύρω στα εβδομήντα, άσπρα μαλλιά, μέτριο ανάστημα, μεγάλη κοιλιά. Φορούσε κρεμ παντελόνι και κοντό μπλουζάκι, γαλάζιο. Στα πόδια του είχε ψάθινα σανδάλια. Τα μάτια του ήταν το ίδιο χρώμα με το μπλουζάκι του. Το ίδιο χρώμα με τα δικά μου. Πώς μπορείς να κακοκαρδίσεις έναν γαλανομάτη;

"Δεν είναι δικό μου το παγκάκι" είπα με τον κατάλληλο τόνο, να καταλάβει ότι αστειεύομαι.
"Αλλιώς φαινόσουνα από μακριά"
"Δηλαδή;"
"Σαν να σου ανήκει" είπε και χαμογέλασε σαν να με ήξερε χρόνια. Σαν να είχαμε μεθύσει μαζί άπειρες φορές.

Πιάσαμε την κουβέντα. Ο κυρ Παναγιώτης μου μιλούσε σαν κολλητός. Κατευθείαν στην ουσία, λες και είχαμε αφήσει κάποια κουβέντα στη μέση μόλις χτες. Ήταν συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος. Είχε μία κόρη και δύο εγγόνια. Η γυναίκα του είχε πεθάνει κάμποσα χρόνια πριν. Όταν μου το έλεγε δεν είχε πίκρα στη φωνή του. Μόνο νοσταλγία. Του έλειπε η γυναίκα του. Το Μαράκι του. Έτσι είπε. Δεν ήξερα τι να πω, οπότε το βούλωσα. Σταμάτησε και εκείνος να μιλάει και για λίγο, κοιτάγαμε μαζί τον ωκεανό. Έβγαλα τον καπνό μου και μου ζήτησε και εκείνος ένα τσιγάρο. Το άναψε και με το χέρι που το κρατούσε, έκανε μία αόριστη κίνηση προς την θάλασσα.

"Αυτό είναι Θεός" είπε χαμογελώντας.
"Ποιο, η θάλασσα;"
"Όχι. Το να μπορείς να την χαζεύεις και η ανάμνηση αυτού του μπορώ, όταν δεν θα μπορείς. Τι είναι Θεός, παρά η ανάμνηση των πραγμάτων που μπορούσαμε να κάνουμε κάποτε και που τώρα αδυνατούμε;"
"Με χάνεις κυρ Παναγιώτη"

Έσβησε το τσιγάρο του και σηκώθηκε. Κοίταξε από την μία άκρη του ορίζοντα μέχρι την άλλη. Μετά κοίταξε εμένα με εκείνα τα οικεία, μπλε μάτια.

"Μ' αρέσει να ζωγραφίζω. Δεν είμαι τίποτα σπουδαίο στη ζωγραφική αλλά μου αρέσει πολύ. Να απλώνω τα χρώματα με το πινέλο, να ορίζω εγώ τα πράσινα μου, τα κόκκινα, τα μπλε μου. Να φτιάχνω καφέ νερά και κίτρινους ουρανούς. Παγκάκια από μωβ και δέντρα από άσπρο"
Πάλι δεν καταλάβαινα. Του το έδειξα με το βλέμμα μου.

"Τυφλώνομαι λεβεντιά μου. Σπάνια νόσος του αμφιβληστροειδή. Κανα χρόνο ακόμα"

Σιωπή. Αέρας από θάλασσα. Τον κοίταγα και με κοίταγε. Και χαμογέλαγε. Ποιος τον είχε στείλει εδώ; Πώς με βρήκε; Τι ήθελε; Δεν μου έφταναν τα δικά μου; Τι να του έλεγα; Τι εξυπνάδα να σκεφτόμουνα; Του είπα το μόνο που μπορούσα.

"Δεν ξέρω τι να πω κυρ Παναγιώτη"
"Δεν πειράζει. Αρκεί που το παραδέχεσαι" Έκανε να φύγει.
"Να βλέπεις θάλασσες. Να βλέπεις"
Αυτό το τελευταίο το είπε πιο έντονα. Και μετά γύρισε και έφυγε. Όταν είχε φτάσει αρκετά μακριά, σήκωσε το χέρι του και με χαιρέτησε.
Έμεινα να κοιτάω την ατσαλένια θάλασσα που τώρα είχε δανειστεί από την πορφύρα του ουρανού. Να κοιτάω. Να βλέπω. Με ένα κόμπο στον λαιμό και ένα μισοκαμμένο τσιγάρο στο χέρι μου. Ο αέρας είχε γίνει λίγο πιο ψυχρός ξαφνικά. Μπορεί να ήταν και ιδέα μου.

"Θες αναπτήρα;" άκουσα τη φωνή και τινάχτηκα.

Ένα τσιγγανάκι με ένα καλάθι γεμάτο μπρελόκ και αναπτήρες. Λερωμένα-σχεδόν κουρελιασμένα- ρούχα, σαγιονάρες, άλουστα μαλλιά, πονηρό μουτράκι.

"Πάρε αναπτήρα, αφού καπνίζεις"
"Δεν θέλω" είπα με αρκετή δόση απαξίωσης μπας και ξεκουμπιστεί. Αμ δε.
"Τσιγγούνης είσαι; Δώσε ένα τσιγάρο"
"Καπνό έχω"
"Φέρε να στρίψω τότε" είπε με περισσή άνεση και ακούμπησε το καλαθάκι του δίπλα μου. Χωρίς να το καλοσκεφτώ του έδωσα τον καπνό μου. Κάθισε χάμω, όχι στο παγκάκι, σταυροπόδι. Τα γόνατα του ήταν μαύρα από την βρώμα. Έστριψε το τσιγάρο του καλύτερα από εμένα, δεκάξι χρόνια καπνιστής. Ο μικρός δεν ήταν πάνω από δέκα. Με πήρε χαμπάρι που τον παρατηρούσα σαν χαζός.

"Πούστης είσαι;"
"Πας καλά μικρέ;"
"Ε, που είναι η γκόμενα σου;"
"Σπίτι της" είπα.
"Και συ τι κάνεις εδώ;"
"Κοιτάω τη θάλασσα"
"Εδώ είναι δε φεύγει" Το είπε σοβαρά. Δεν χαμογέλασε. Άναψε το τσιγάρο του και ξαναπέρασε στην επίθεση, ρουφώντας τον καπνό με τρόπο που έχω δει μόνο σε ταινίες. Λαίμαργα, πρόστυχα.
"Καλλιτέχνης είσαι;"
"Ηθοποιός και άμα με κοροϊδέψεις θα σε βαρέσω"
"Θα μου κλάσεις. Πάρε αναπτήρα"
"Δεν θέλω είπαμε"
"Εσύ το είπες. Φίλους δεν έχεις;"
"Έχω"
"Που είναι;"
"Σπίτια τους"
"Μήπως γαμάνε την γκόμενα σου;"
"ΡΕ! Για μαζέψου!" Με είχε και το ήξερε το μπάσταρδο. Σηκώθηκε με το τσιγάρο στο στόμα.
"Δε χαμογελάς καθόλου" είπε χωρίς να υπαινίσσεται κάτι. Απλά περιέγραφε αυτό που έβλεπε.
"Είμαι κουρασμένος" απάντησα αμυνόμενος.
"Αυτός δεν είναι λόγος. Θα παγώσεις και δεν θα έχεις προλάβει να χαμογελάσεις όσο μπορείς."
Άφησε έναν αναπτήρα στο παγκάκι και γύρισε να φύγει.
"Ε! Δεν θέλω αναπτήρα λέμε!"
"Δώρο" είπε χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Τον παρατηρούσα μέχρι που χάθηκε από τα μάτια μου. Αυτόν τον μικρό άντρα που μίλησε με λέξεις σαν ξυράφια.
"Θα παγώσεις..."
Πήρα τον αναπτήρα στα χέρια μου και τον περιεργάστηκα. Ένας απλός μπλε αναπτήρας. Πάτησα το κουμπί του και με βάρεσαν τα βολτ της κρυμμένης μπαταρίας. Αναπτήρας τρυκ. Γέλασα μέχρι που σκοτείνιασε για τα καλά.

Και μετά ήρθε ο σκύλος.
Ένας γέρος, μαδημένος, βρομιάρης, με σκισμένο αυτί και ένα θολό μάτι. Πολεμιστής. Ήρθε κοντά μου σαν να είχαμε ραντεβού και όταν με πλησίασε αρκετά, κούνησε νωχελικά την ουρά του κανα δυό φορές και μετά κάθισε πάνω της. Του χαμογέλασα και του ψιθύρισα γλυκόλογα. Τα μάτια του ήταν κουρασμένα, η γλώσσα του κρεμασμένη. Όταν πήρε περισσότερο θάρρος, ακούμπησε το κεφάλι του πάνω στο πόδι μου. Τον χάιδεψα πίσω από τα αυτιά και για λίγο πρέπει να κοιμήθηκε εκεί. Όλη την ώρα έβγαζε μικρούς κοφτούς ήχους, σαν πονεμένα γρυλίσματα. Εγώ του ψιθύριζα. Κατέληξα να του λέω τα πάντα. Γύρω μας, ο θαλασσινός αέρας δυνάμωνε σε απόλυτη αναλογία με το σκοτάδι. Το νερό πια δεν φαινόταν. Τα φώτα της πόλης πίσω, μακριά, ίσα που έφταναν μέχρι το παγκάκι, περιγράφοντας απαλά τα σχήματα μας. Εμένα και του σκύλου.
Κάμποση ώρα μετά, άνοιξε τα μάτια του και σήκωσε το κεφάλι του από το πόδι μου. Σαν να αφουγκραζόταν κάτι. Σαν κάτι να τον ενόχλησε. Οι μπλεγμένες τρίχες του, χόρευαν με τον νυχτερινό αέρα σε μυστικούς ρυθμούς. Τα μαλλιά μου το ίδιο. Τα μάτια του έμοιαζαν βουρκωμένα. Τα δικά μου βούρκωσαν κανονικά. Δεν με κοίταγε. Κοίταγε πέρα, στο σκοτάδι του ωκεανού και ανάσαινε βαριά.
Περπάτησε μέχρι την τσιμεντένια άκρη και γάβγισε. Δύο φορές μόνο. Σαν κάτι να είπε στο νερό, στη θάλασσα. Και μετά γύρισε και με κοίταξε με εκείνα τα κουρασμένα μάτια. Και έφυγε. Κούνησε πάλι την ουρά του και ύστερα χάθηκε στο σκοτάδι. Για λίγο, μπορούσα να ακούσω τα νύχια του πάνω στο τσιμέντο, να σέρνονται. Μετά σιωπή. Αέρας.

Δεν έκατσα πολύ, μετά από αυτό. Λίγο.

Ίσα για να δω αν η θάλασσα θα απαντούσε στον σκύλο. Στον γέρο. Στο παιδί.

Σε μένα ίσως;

Δεν έκατσα πολύ. Έφυγα μόλις χάθηκε ο κόμπος από τον λαιμό μου...

Saturday, September 08, 2007

Ένα ταξίδι, μία σκιά και ο χειμώνας


Γύρισα.
Πήγα σε μέρη μαγικά. Είδα τον ήλιο να βασιλεύει σε ξένες θάλασσες, νερά που δεν είχα ξαναδεί. Είδα δάση που τώρα δεν υπάρχουν και μύρισα την δροσιά τους. Την έχω μαζί μου ακόμα. Περπάτησα πάνω σε επάλξεις ξεχασμένων κάστρων και κρύφτηκα σε εσοχές ενετικών φρουρίων. Οι πέτρες σε τέτοια μέρη έχουν μυστικές φωνές που ψιθυρίζουν. Πέρασα από ποτάμια που είναι αιώνια, οι πηγές τους σε βουνά βγαλμένα από Ελβετικά παραμύθια. Είδα πόλεις αδιάφορες, γκρίζες, πόλεις ονειρεμένες, χωριά παγωμένα σε άλλες εποχές. Έπαιξα με σκυλιά σε παραλίες έρημες λίγο πριν ξημερώσει. Σε έναν τοίχο, κάπου, είδα γραμμένο το "Σ' αγαπώ". Χωρίς όνομα. Ήταν για όλους και έτσι το κράτησα για μένα.
Τραγούδησα μεθυσμένος πάνω σε αρχαίες πέτρες και χόρεψα σε μαγαζιά που δεν κλείνουν ποτέ. Είδα τρία γεμάτα φεγγάρια. Μίλησα σε άπειρους ανθρώπους. Οι πιο πολλοί χαμογελούσαν.
Ταξίδεψα βράδυ, γύρω μου άνθρωποι να κοιμούνται και εγώ να κοιτάζω έξω, τον σκοτεινό δρόμο να φεύγει. Κάποιος παραμιλούσε σε μία διαδρομή. Κανείς δεν τον ξύπνησε. Αυτά που έλεγε ήταν αλήθειες. Ένα τσιγγανάκι μου είπε ότι μοιάζω με τον Χριστό. Ένας οδηγός με έβρισε γιατί πήγε να με πατήσει. Από ένα καράβι χαιρέτησα κάτι παιδιά που στεκόντουσαν στο λιμάνι-εμείς σαλπάραμε. Με χαιρέτησαν και αυτά, φωνάζοντας.

"Όσο και αν ταξιδέψεις, όπου και αν πας, ο εαυτός σου πάντα θα σε προλαβαίνει..."

Τώρα ξέρω ποια ήταν αυτή η σκιά που με ακολουθούσε παντού. Μία μόνιμη αίσθηση στην άκρη του ματιού μου. Ένα πρόσωπο μέσα στο ποτήρι μου. Ταξίδεψα πολύ, νομίζοντας ότι αφήνω πράγματα πίσω μου. Αλλά ήταν όλα μαζί μου, από την αρχή. Ευτυχώς.

Τώρα βρέχει. Με πρόλαβε ο χειμώνας μετά από ένα καλοκαίρι που με έκαψε. Θα ανοίξω λίγο το παράθυρο, να μπει η βροχή, να μυρίσει το σπίτι χώμα. Θα πιω τον καφέ μου και θα καπνίσω το τσιγάρο μου.

Και ύστερα, θα καλέσω τη σκιά που στέκεται στην πόρτα του δωματίου μου, να έρθει να καθίσει δίπλα μου. Να ακούσουμε μαζί την βροχή. Τέρμα το τρέξιμο. Έχουμε πολλά να πούμε.

Γύρισα.
Δεν έφυγα ποτέ.
Χαμογελάω.
Καλό χειμώνα.