Thursday, July 19, 2007

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΚΛΑΜΠΑΚΙΑ ΚΑΙ DRAMBUIE


Ημίφως, καπνός, δυνατή μουσική- κάτι από Chemical Brothers. Να βαράει στομάχι σε κάθε bps.

Το γαμάτο με τα καλοκαιρινά κλαμπάκια είναι ο ιδρώτας. Άμα σε πιτσιλάει, δεν καταλαβαίνεις τι είναι: ποτό μου χύσανε τώρα; Έφτυσε κάποιος; Ποιος νοιάζεται; Είμαι στο τρίτο ποτό και έχω σκοπό να συνεχίσω. Τραπεζάκι της παρέας, όλα τα τσαντάκια και τα κινητά αφημένα πάνω, τα ποτά στα χέρια, όλοι να κουνιόνται. Άμα θες να πεις κάτι, πρέπει να στηρίξεις διαφραγματικά και να την δεις Επίδαυρο. Κατευθείαν μέσα στο αυτί του συνομιλητή.

«ΜΑΛΑΚΑ ΤΡΕΛΟ ΚΕΦΙ»
«ΕΛΑ;»
«ΤΡΕΛΟ ΚΕΦΙ»
«ΚΑΙ ΓΩ»
«ΤΙ ΚΑΙ ΣΥ;»
«ΝΤΕΦΙ. ΤΕΛΕΙΩΣ»

Που να εξηγήσεις το αστείο τώρα μέσα στον χαμό. Γελάς μόνος σου σαν μαλάκας και πίνεις άλλη μία γουλιά. Το γαμάτο με τα καλοκαιρινά κλαμπάκια είναι ότι οι γκόμενες μπορεί να έρθουν με το μαγιό τους. Να την έχουν δει Beyonce, με φουστίτσα από κάτω και μπικίνι τοπ από πάνω. Λευκό. Αν είσαι τυχερός, μπορεί και να της μοιάζουν κιόλας. Βρίσκεις μία που να της μοιάζει και κάνεις την εκτίμηση: πόσα Drambuie ακόμα μέχρι να είναι ίδια; Ποιος χέστηκε; Αρχίζει το χάζεμα. Με απαράμιλλο τακτ συνεννοείσαι με τους υπόλοιπους αρσενικούς της παρέας ότι είναι καλό κομμάτι αυτό που τσεκάρεις, έτσι για να ξέρεις ότι δεν θα βγεις ο σαβουρογάμης της παρέας. Παίρνεις έγκριση και μπαίνεις σε stealth mode. Και καλά κουνιέσαι στον ρυθμό αλλά τα μάτια σου δεν ξεκολλάνε από εκείνη. Της δίνεις και όνομα. Σάντυ. Ή Κέλλυ. Ναι, Κέλλυ. Βρε το Κελλάκι πώς το κουνάει. Το πακέτο είναι ότι όσο χαζεύεις, κατεβάζεις το ποτό σου σαν να είναι φάρμακο. Πας να κουνηθείς προς το μπαρ και σε προλαβαίνει ο κολλητός.

«Άσε, έχω παραγγείλει σέϊκερ»

Και σκάει το σέϊκερ και να οι γύροι με τα σφηνάκια και γίνεσαι και συ ο ίδιος ένα σέϊκερ. Τρία τέταρτα Drambuie, ένα τέταρτο καρπουζοτεκίλα ή ό,τι άλλο διάολο έχει παραγγείλει ο κολλητός. Εκείνη δεν έχει σταματήσει να χορεύει. Που στο διάολο την βρίσκει τόση ενέργεια ρε γαμώτο; Πόσο πολύ έχω γεράσει, το στανιό μου; Μπάρμαν, άλλο ένα Drambuie.

Το γαμάτο με τα καλοκαιρινά κλαμπάκια είναι ότι είναι καμιά φορά κοντά στην παραλία, πολλές φορές και πάνω της. Σκάνε άτομα από την αμμουδιά, μούσκεμα. Νυχτερινή βουτιά να πνίξουνε τα δαιμόνια του μπουκαλιού και ξανά μέσα στο πάρτυ. Γενικά ένα ωραίο κλίμα, τα καλοκαιρινά κλαμπάκια. Η μουσική ανεβάζει τους τόνους, κομμάτια που μπορεί να μην ξέρεις, αλλά βαράνε καλά. Στομάχι όλα. Τα τελευταία χιτάκια, όπως μπορείς να καταλάβεις από τα ουρλιαχτά ηδονής των κοριτσιών που χορεύουνε. Και από τα ουρλιαχτά μερικών φλώρων που χορεύουνε δίπλα τους. Ουρλιάζει και η Κέλλυ, εκστασιασμένη. Να ουρλιάζει έτσι και σε άλλες φάσεις της ζωής της; Στη μέση το τέταρτο ποτό. Κάποιος ουρλιάζει κάτι στο αυτί μου και μετά γελάει. Γελάω και γω και ζω ξανά την σκηνή στο club από το trainspotting. Περνάει μία σερβιτόρα και της παραγγέλνω το πέμπτο, πριν τελειώσω το τέταρτο. Χαμένη η μπάλα. Και το γήπεδο. Και οι παίκτες και τα φανελάκια με τις διαφημίσεις απάνω.

Το γαμάτο με τα καλοκαιρινά κλαμπάκια είναι ότι δεν σε νοιάζει πόσο θα ιδρώσεις γιατί μετά δεν έχει κρύο στον γυρισμό.

Κάπου στο έκτο ποτό, δεν υπάρχουν πια αναστολές….Η Κέλλυ συνεχίζει να χορεύει. Με έχει κοιτάξει και κανα δυό φορές. Αφήνω το ποτήρι μου σε κάποιο τραπέζι-νομίζω. Σπρώχνω κόσμο και την πλησιάζω. Οι κολλητοί επευφημούν με τα μάτια. Νιώθω γαμάτα. Αρκεί να μπορούσα να περπατήσω λίγο καλύτερα. Με βλέπει και γυρνάει προς το μέρος μου.

«Χορεύουμε;»

Χριστέ μου τι ηλίθια ατάκα. Από ποια ταινία του Γαρδέλη την ξέθαψα ο κωλόγερος;

«Γιατί τι κάνουμε τώρα;» μου λέει και χαμογελάει. Χαμογελάω με ένα ηλίθιο κούνημα του κεφαλιού και αρχίζω να λικνίζομαι σαν τον Borat σε έξαψη. Μπαίνει στο παιχνίδι και μου αρχίζει κόλπα αλά Shakira. Τα πόδια της ανάμεσα στα δικά μου, να κρατιέται από την μέση μου και να κρέμεται και τέτοια. Βρε το Κελλάκι.

Και εκεί με χτυπάει. Ακριβώς εκεί, την ώρα που ακούγεται από τα ηχεία μία φωνή να λέει «Lets get this party started».

Πρώτα φεύγουν τα χρώματα, μετά τα σχήματα. Το τραίνο ξεκινάει, ALL ABOARD! ΤΟΥΤ ΤΟΥΤ ΜΑΔΕΡΦΑΚΕΡΣ.

«Γαστρική επανάσταση στρατηγέ, ο πόλεμος είναι χαμένος». Όχι ρε παιδιά, μία ανακωχή μέχρι να τελειώσει το τραγουδάκι…..Ποιός ρε;

Τρώει την πρώτη ρουκέτα στον ώμο. Την πιάνει από σκουλαρίκι και φτάνει μέχρι δεξιό πλευρό. Το σοκ στο πρόσωπο της είναι Μόνα Λίσα, είναι Πικάσσο, είναι το γαμημένο άγαλμα της ελευθερίας. Πάω να ζητήσω συγγνώμη. «Μέγα μαλακία στρατηγέ»
Η δεύτερη ρουκέτα εδάφους-αέρος την βρίσκει γάμπα και λίγο παπούτσι. Νιώθω τους χορευτές γύρω μου να ανοίγουν. Κάποιος ουρλιάζει από τα γέλια. Με σπρώχνει και πέφτω πίσω, πάνω στον πωπό μου. Κάνω γκελ και πάνω στο γκελ αυτό, αμολάω την τρίτη ρουκέτα αλλά αστοχώ. Βρίσκω εμένα, πάνω στο φερμουάρ του παντελονιού και μέσα στην εντροπία της στιγμής σκέφτομαι πως θα ήταν πολύ γαμάτο όταν θα θέλαμε να κάνουμε εμετό, απλά να μας έπιανε κατούρημα. Δεν ξέρω πώς μου’ ρθε.

Αρχίζω να φωνάζω κάτι καθώς η Κέλλυ απομακρύνεται κλαίγοντας. Με σηκώνει κάποιος κολλητός και φεύγουμε για σπίτι.

Το γαμάτο με τα καλοκαιρινά κλαμπάκια είναι, πως είναι συνηθισμένα σε κάτι τέτοια. Την επόμενη μέρα ο ίδιος κολλητός μου είπε τι φώναζα ενώ ήμουνα κάτω.

«ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΣΟΥ. ΔΩΣΜΟΥ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΣΟΥ»

Ε, ναι.

Το καλοκαίρι τελειώνει.

Τρέξτε.

ΕΛΞΗ


Θα αναδυθούν σιωπηλά, στα νερά της Αιώνιας Θάλασσας, χωρίς να δημιουργήσουν ρυτίδες στο νερό. Σαν να μην υπάρχουν εκεί, σαν τα σώματα τους να έλκονται από μακριά και να συναντιόνται αλλού.
Έλα μαζί και κοίτα για λίγο.
Ο αρσενικός είναι μαύρος. Λευκή εκείνη.
Μέσα στο καθρεφτένιο νερό θα αιωρηθούν, δεν κολυμπάνε- έλκονται. Το βλέμμα του αρσενικού στυλωμένο απάνω της, σταθερό, ακίνητο. Ο λαιμός του τεντωμένος σαν μαρμάρινη κολόνα ξεχασμένου ναού. Οι κινήσεις του σχεδόν αόρατες, ύπουλες, σαγηνευτικές. Έχει στόχο και αυτό τον κάνει επικίνδυνο. Εκείνη το ξέρει και αυτό την κάνει ακόμα πιο επικίνδυνη. Ο αέρας ηλεκτρίζεται καθώς πλησιάζει ο ένας τον άλλον, δύο κύκνοι που έλκονται στο Πουθενά. Ψηλά τα άστρα σβήνουν καθώς οι δύο τους σμίγουν. Το νερό ακίνητο γύρω τους, δεν υπάρχουν, είναι ψυχές, είναι εσύ και εγώ. Σταματάνε λίγο πριν ακουμπήσει ο ένας τον άλλον.
Στην μετέωρη στιγμή πριν την ένωση, το φτέρωμα τους τρέμει από μία εσωτερική τρικυμία. Ξέρουν τι πάνε να κάνουν και θα το ζήσουν σε κάθε δευτερόλεπτο ηδονής. Τώρα απολαμβάνουν την ηρεμία που θα χαθεί για πάντα. Το κρυστάλλινο νερό της Πηγής. Οι ανάσες των κύκνων, άνεμοι στον κόσμο μας, ενώνονται και είναι μεθυσμένες με καταστροφή. Τα βλέμματα πύρινα. Ελοχεύει η απόφαση του εκμηδενισμού μέσα τους, στα μάτια που κοιτάζονται με ακόρεστη δίψα.
Κοίτα λίγο ακόμα μιας και πέρασες.
Δες.
Τώρα κινείται ο αρσενικός. Την τυλίγει με τον λαιμό του, ταράζει τα λευκά πούπουλα σχεδόν βίαια. Η θηλυκιά τρέμει. Δακρύζει. Σηκώνει ψηλά το ράμφος, σαν να ανασάνει λες. Φτερά απλώνονται και από τους δύο. Μαύρα σαν την νύχτα, άσπρα σαν βροχή, μπερδεύονται, πολεμάνε, χτυπάνε μεταξύ τους και μαδάνε. Η θάλασσα ταράζεται, η επιφάνεια της μία αγχωτική ζωγραφιά μικρού παιδιού. Τα είδωλα τους χάνονται σε αιώνιους κύκλους που θα ταξιδέψουν στο άπειρο.
Ενώνονται. Αστραπές. Το λευκό της σώμα λερώνεται με αίμα. Άνεμος. Ματώνει και εκείνος.
Δεν είναι παραμύθι αυτό, συμβαίνει κάθε φορά.
Δες το τέλος, το όμορφο, το πρέπον.
Οι λαιμοί τους μπλεγμένοι, τα σώματα βυθίζονται κουρασμένα από τον έρωτα τους. Η καταστροφή τους. Η ελεγεία τους. Νεκροί. Όμορφοι.
Το νερό μετά από λίγο ηρεμεί.
Γίνεται καθρέφτης.
Και περιμένει τους επόμενους.

Φύγε. Αρκετά είδες. Να προσεύχεσαι να αργήσεις να ξανάρθεις εδώ. Είναι εθιστικό το βίωμα. Να βυθίζεσαι στο μαύρο, μπλεγμένος, γεμάτος.
Μόνο και μόνο, για να αναδυθείς ξανά.

Sunday, July 15, 2007

ΣΤΗΝ ΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ


Θα τρέξω μακριά τώρα, εντάξει;

Σου είπα τι πιστεύω, μοιράστηκα αλήθειες και μου τις έβγαλες ψέμματα. Εσύ, φίλε μου, εσύ, ερωμένη, εσύ, όλοι.
Αποφθεγματικά μιλάω συνέχεια και λέω μόνο αυτό που ξέρω σαν αλήθεια μου. Με την αφέλεια κάποιου που πιστεύει ότι όλοι ακούνε ένα παιδί. Να παραφρονήσω και να γίνω ΕΝΑ. Να υπερασπιστώ τον εαυτό μου σε όλους. Να αμυνθώ. Να σκίσω σάρκες και γω με την σειρά μου. Να σε πείσω για το ρολόϊ που μετράει και συ το αγνοείς και να με βγάλεις αγχωτικό και τρελλό. Να με κοιτάξεις με οίκτο και παντογνωσία στο άδειο βλέμμα σου. Αυτό το βλέμμα που για χρόνια πολέμαγα να το κάνω δικό μου. Να δώσω εξετάσεις, να κουρευτώ και να καπνίσω, να ντυθώ σωστά και να είμαι ροκάς ή μεταλλάς ή φλώρος. Ή ό,τι άλλο.
Βαρέθηκα να περιμένω στην ουρά για τις ταμπέλες. Θα πάω σ'αυτήν με τις ομπρέλες.
Γιατί είναι δυνατός ο ήλιος μου, εσύ κάτσε στην συννεφιά σου.

Τώρα είδα τι με κρατάει πίσω. Η ανάγκη μου να είμαι σαν εσένα.

Θα τρέξω μακριά τώρα, εντάξει;

Στους γονείς: ευχαριστώ για τις ξυλιές και για τα χάδια. Τα σημάδια που μου αφήσατε θα τα κάνω βάρκα νορβηγική και θα φύγω για μαύρους ωκεανούς, χωρίς φόβο.
Στους φίλους: σε πόσα κομμάτια μπορεί να χωριστεί ένας άνθρωπος μέσα σε μία ζωή; Πόσοι εγώ υπάρχουν εκεί έξω; Πόσοι εδώ, μέσα μου; Να' στε καλά. Που με χαϊδέψατε και που με φτύσατε και που με προδώσατε. Και που γελάσατε με τα αστεία μου. Που χτυπήσατε γόνατα μαζί μου και που κρατήσατε τα μυστικά μου. Όταν περπατάω, τα χνάρια μου στην άμμο είναι άπειρα. Όσοι και εσείς.
Στις ερωμένες: τι να πω; Μακάρι ο ξοδεμένος ιδρώτας μου να γινόταν αίμα, να έβαφα το φεγγάρι, μνημείο στην ιερότητα σας. Δεν μπορώ. Οπότε θα το βουλώσω. Τα χέρια μου που τρέμουν αρκούν.
Στους δασκάλους: αυτούς που με αγάπη με έσπρωξαν και αυτούς που με άγνοια με ελευθέρωσαν. Δεν ήταν η αμφισβήτηση μου από πείσμα. Έτσι μαθαίνω εγώ. Και εσείς οι λίγοι, με μάθατε.
Στους εχθρούς: ο πόλεμος με έκανε δυνατό. Ακόμα και όταν πέθανα. Εύχομαι να βρείτε τους εχθρούς που σας αξίζουν.

Να σου μιλάω και να μην με ακούς, δεν υπάρχει χειρότερη κόλαση. Να σε κοιτάω και να μην με βλέπεις, δεν υπάρχει χειρότερη κόλαση. Η οργή με εξαντλεί. Έφυγα. Φεύγω...

Πάντα μου έλεγες να μην περπατάω γρήγορα, ξεκόβω από τους άλλους. Ε, λοιπόν τώρα θα τρέξω. Μακριά. Εντάξει; Θα' ρθεις; Όχι, ε; Δεν πειράζει. Βλέπεις εκεί, στην στροφή του δρόμου;
Εκεί θα ξαποστάσω, να κάνω ένα τσιγάρο. Να δω τα δέντρα. Να με μυρίσω. Μετά θα σηκωθώ και θα αρχίσω να τρέχω πάλι. Αν έρθεις μαζί μου, καλώς.

Αν όχι,

εκεί στην στροφή του δρόμου

θα'ναι η τελευταία φορά που θα με δεις.

Friday, July 06, 2007

SHADOWTALK PRAYER


Χορός πάνω σε μία σχεδία σε ένα ποτάμι αγκαλιά να χορεύουμε σε απαλή μουσική και να ξεχνάμε πως υπάρχει χρόνος να ξημερώνει μόνο έξω μέσα να είναι μόνο γλυκό σκοτάδι που αγαπάμε που γνωρίζουμε να ψιθυρίζουμε λέξεις αιώνιες και να μην τις εννοούμε καθώς πλησιάζει ο καταρράκτης που κανείς δεν βλέπει δεν είναι κανείς εκεί ούτε εσύ καμιά φορά χορεύω μόνος μου και είμαι μαλάκας ή ρομαντικός που περιμένει ένας ΠΟΕ που δεν ξέρει να γράφει το κοράκι δεν μου έδωσε έμπνευση με δάγκωσε στο μάτι και τώρα κλαίω αίμα να βρεθώ σε ένα υποατομικό υποβρύχιο μεγάλης αντοχής και να πάω να κρυφτώ στην άβυσσο κάτω στα βαθειά που δεν έχει ήλιο μόνο κάτι τέρατα που λάμπουν από μόνα τους και που δαγκώνουν να ανοίξω την πόρτα και να κολυμπήσω σε μεγάλη ελευθερία σαν ψάρι αλλά μισώ την θάλασσα και με τρομάζει σε κάποια προηγούμενη ζωή πρέπει να πνίγηκα αλλά και τώρα που πνίγομαι και δεν μπορώ να κολυμπήσω τι κατάλαβα οπότε καλύτερα να ταξιδέψω μπροστά να χορεύω μπροστά σου μπας και σηκωθείς και συ κάποια στιγμή και χορέψουμε μαζί να τραγουδήσουμε μαζί μία ελεγεία και δύο ποιήματα φτιαγμένα από αγνώστους να φτιάξουμε μία σχεδία γιατί έρχεται θεομηνία έρχεται κατακλυσμός μην με χαϊδεύεις σαν να είμαι τρελός βλέπω φωτιές βλέπω αγγέλους είμαι τρελός να πάτε να δείτε στον καθρέφτη το μαύρο σας να έρθετε να μου το πετάξετε στη μούρη να το πάρω και να το κάνω άσπρο να είμαστε ερημίτες σε ένα δάσος ιερό να είμαστε λύκοι να είμαστε πουλιά ο λαιμός μου έχει κλείσει και η πειθώ μου έχει ραγίσει τον εαυτό μου έχω ντύσει για γάμο για κηδεία και περιμένω με την πρόσκληση στο χέρι το χαρτί έχει τσαλακωθεί τι γράφει δεν διαβάζω καλά ξέχασα και πως με λένε θα πάω να μαστουρώσω έτσι για να έρθω σε επαφή με αυτά που με φοβίζουν να τα δω να τα ονομάσω και μετά να τα σκοτώσω μην τραβάς το χέρι σου θα μείνεις πίσω και δεν γουστάρω λέμε να πάω μόνος μου γιατί δεν με ακούς;

κάποιος μέσα μου είναι πιό πολύ εγώ απ' ότι ο εαυτός μου

Χορέψτε

τα λέμε

Thursday, July 05, 2007

Ο ΚΩΔΙΚΑΣ ΤΩΝ ΚΥΜΑΤΩΝ


Πήγα και κάθισα δίπλα στην θάλασσα, βράδυ. Τα κύματα συχνά μιλάνε.
Να πιώ και να κοιτάω το φεγγάρι. Άρχισε να βγαίνει τρομαχτικό, κόκκινο, σαν να αναδύοταν μέσα από αίμα. Όταν κάθεσαι μόνος σου σε τέτοια μέρη, οι φωνές των ημερών σε βρίσκουν. Δεν το'χεις πάθει;
Σαν να ξεκινάει ένα γραμμόφωνο μέσα στο κεφάλι σου, ένας τηλεφωνητής.
"Έχετε 15 μηνύματα"
"Δεν θέλω να τα ακούσω"
"Θα τα ακούσεις"

Είσαι ένας κομήτης, μου είπε η πρώτη και δεν άκουσα άλλες. Ένα αστρικό σώμα που λάμπει τρομερά και για λίγο. Μετά καίγεται στην ατμόσφαιρα και χάνεται. Τα δίνεις όλα και δεν κρατάς καμία πισινή. Θα χαθείς σαν τον Ίκαρο. Επαγγελματικά, ανθρώπινα, κοινωνικά λάθος. Είσαι μία εκπνοή ανακούφισης. Ένα ανοιγόκλειμα των ματιών.

Τα κύματα μιλάνε συχνά. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι μιλάνε συνέχεια. Κάτι τρελοί μαθηματικοί που λένε ότι υπάρχει μοτίβο στην διαδοχή των κυμάτων που σκάνε στην παραλία. Ένας αλγόριθμος μυστικός, που όμως έχει συγκεκριμένο κώδικα και τον οποίον θα βρούνε οι άνθρωποι κάποια στιγμή.

Μία χαμένη νυχτοπεταλούδα πασχίζει δίπλα μου στην άμμο, να πετάξει. Το νωπό έδαφος και η υγρασία την έχουν κουράσει. Τα φτερά της είναι σχεδόν λευκά. Πηγαίνει όλο και πιό κοντά στα κύματα που νωχελικά ξοδεύονται, τραγουδώντας, πάνω στην παραλία. Η κακομοίρα κοπανιέται σχεδόν με αγωνία να πετάξει. Τα κύματα δεν σταματάνε. Ποτέ.

Τελείωσε και το ποτό που έπινα. Σηκώθηκα και έβγαλα τα παπούτσια μου, να περπατήσω λίγο στο νερό, να αφήσω τα κύματα να με δροσίσουν. Αλλά κάτι με σταμάτησε. Τρόμαξα σαν κάτι να με απειλούσε. Πρώτη φορά βιώνω αυτού του είδους την σχιζοφρένεια. Η θάλασσα να θέλει να μου κάνει κακό. Το φεγγάρι είχε ανέβει κι' άλλο, για να βλέπει καλύτερα μάλλον. Κοντοστάθηκα, αναποφάσιστος. Κοίταξα πέρα μακριά, τον αντικατοπρισμό του φεγγαριού πάνω στο μαύρο νερό. Σαν να πνίγεται ο ουρανός μέσα σε πίσσα. Άκου τώρα...

Ο θόρυβος από τα κύματα- το πάφλασμα τους, το τραγούδι τους- πιό έντονος τώρα στα αυτιά μου. Οι φωνές τέρμα τώρα, μόνο τα κύματα. Ένα σφίξιμο βαθειά μέσα μου, μία ανάγκη να τρέξω μακριά από το νερό. Ιδρώτας στο μέτωπο μου. Αγωνία στο βλέμμα μου.
"Είσαι ένας κομήτης που θα πέσει και θα σβήσει στην θάλασσα"
Κοιτάω κάτω για την νυχτοπεταλούδα. Δεν φαίνεται πουθενά, ενώ ήταν εκεί μπροστά μου. Τα κύματα, σαν να γελάνε. Το φεγγάρι σαν να περιμένει. Ο αέρας σταματημένος.

Έτρεξα μακριά, σαν παλαβός. Δεν κοίταξα πίσω ούτε μία στιγμή. Σταμάτησα να τρέχω, μόνο όταν δεν άκουγα τα κύματα πιά. Αυτοσυντήρηση; Δεν θέλω να' μαι κομήτης. Θέλω να είμαι το νόβα που θα εξατμίσει όλα τα νερά. Ωχ, νόβα. Και αυτό στιγμιαίο, ένα μπραφ και τέρμα. Όχι, όχι νόβα. Ήλιος θέλω να' μαι. Μα και οι ήλιοι σβήνουν κάποια στιγμή. Καμία ελπίδα, το μυαλό κόλλησε, δεν ανακαλύπτει συμβολισμούς νικηφόρους.

Κομήτης, ήλιος, νόβα. Better to burn out than to fade away. Χαμογελάω αυτάρεσκα. Ένας ξυπόλητος παράφρων στην μέση του πουθενά. Ξαφνικά, ήχος από κύματα με φτάνει. Αρχίζω πάλι να τρέχω. Συνέχεια, να ξεφύγω από το νερό που θα με σβήσει. Σαν την νυχτοπεταλούδα.
Δεν χρειάζεται να σπάσετε τον κώδικα των κυμάτων. Εγώ θα σας πω τι λένε. Το λένε ξανά και ξανά.

"ΘΑ ΣΒΗΣΩ ΤΟ ΦΩΣ ΣΟΥ, ΘΑ ΣΒΗΣΩ ΤΟ ΦΩΣ ΣΟΥ, ΜΙΚΡΕ ΚΟΜΗΤΗ"

Έτρεξα, έφυγα.

Δεν γύρισα ούτε για τα παπούτσια μου.