Tuesday, June 26, 2007

ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ


Μέσα σε κάθε έννοια μία άλλη.

Γυμνός, κάτω από γεμάτο φεγγάρι, στάθηκε σε ένα ξέφωτο. Παγωμένο φως βρήκε το πρόσωπο του και το ζωγράφισε απόκοσμα, με μάτια φωτιάς να ψάχνουν το σκοτάδι, ψηλά ζυγωματικά, ατίθασα μαλλιά, χείλη γεμάτα.
Κοίταξε λίγο γύρω του και ύστερα έβγαλε ένα ουρλιαχτό, στρέφοντας το κεφάλι στον νυχτερινό ουρανό. Το δάσος ξύπνησε. Κάπου μακριά ένα σκυλί γάβγισε μερικές φορές και μετά σώπασε. Σ' αυτήν την απότομη ησυχία τον βρήκανε τα αδέρφια του. Ξεπρόβαλλαν μέσα από το δάσος σιωπηλά, με κεφάλια σκυμμένα στο έδαφος, τα μάτια τους καρφωμένα σε εκείνον. Είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμα του. Οι λύκοι τον περικύκλωσαν και για λίγο τον μύρισαν. Κανα δυό από αυτούς, έτριψαν τις μουσούδες τους στα χέρια του γρυλλίζοντας ναζιάρικα. Ύστερα όλοι μαζί άρχισαν να τρέχουν.
Πέρασαν πάνω από λόφους και κυλίστηκαν σε ψηλό χορτάρι, δαγκώνοντας, φωνάζοντας. Σταμάτησαν δίπλα σε νερό και ήπιαν και μετά συνέχισαν να τρέχουν. Εκείνος ανάμεσα τους, το γυμνό αγόρι, το σώμα του να ιδρώνει, οι μύες του να τεντώνουν, να κουράζονται. Λαχανιασμένος σταμάτησε σε έναν κορμό, τα αδέρφια του τριγύρω. Η νύχτα είχε προχωρήσει πολύ. Λίγο έμενε μέχρι να ξημερώσει.
Μέσα από την αγέλη ξεπρόβαλε μία θηλυκιά. Περπατούσε αργά προς το μέρος του, πότε στη σκιά, πότε στο φεγγαρόφως. Πότε λύκος, πότε γυναίκα. Πότε φως, πότε σκοτάδι. Σταμάτησε δίπλα του γυμνή και αυτή. Άπλωσε το χέρι της και άγγιξε τα χείλη του. Οι λύκοι τριγύρω να κοιτάνε λαχανιασμένοι, σιωπηλοί, θανατηφόροι.
Την άρπαξε και την πέταξε πάνω στα ξεραμένα φύλλα. Μπήκε μέσα της σαν λύκος και οι λύκοι άρχισαν να ουρλιάζουν. Στριφογύρισαν μανιασμένα πάνω στο χώμα, κάνοντας βίαιο έρωτα, πάνω στον ιδρώτα τους να κολλάνε τα φύλλα, το σάλιο τους να γίνεται λάσπη με το χώμα.
Εκείνη εκστατική, μία αρχαία θεά να δίνεται ολοκληρωτικά σε κάτι ευφήμερο. Δεν είδε ποτέ την πέτρα στα χέρια του. Καθώς της έλιωνε το κεφάλι, οι λύκοι σκόρπισαν στο δάσος κλαίγοντας.
Την φόρτωσε στους ώμους του- μία λύκαινα πια- και κίνησε για το χωριό.
Δεν γύρισε να κοιτάξει τα φλογισμένα μάτια που τον παρακολουθούσαν από τις σκιές, γεμάτα μίσος. Δεν τους έδωσε καμία σημασία.
Ο νεαρός κυνηγός είδε τον ήλιο να ανατέλλει.
Η ομορφιά του πρωινού τον έκανε να δακρύσει.

Μέσα σε κάθε έννοια μία άλλη.

6 comments:

Crazy Chef said...

δημοσιογραφος ηταν?

(κεντας ))

it is said...

Οκ... με έχεις αφήσει λιγάκι μαλάκα... έχει πέσει οργασμός έμπνευσης ε?
Ή αυτό ή που σου μίλησα για μια φορά ψιλοσοβαρά και γκρεμίστηκε ο κόσμος σου... :p
Δε θα σε ρωτήσω αν είσαι καλά και μαλακίες... Σε γουστάρω για αυτά που γράφεις αλλά και για όλα... Γουστάρω που έχεις τόση έμπνευση και ξέρεις... εδώ είμαι κι εγώ :)

EggGod said...

@chef: ε....τι?

@itis: Έμπνευση δεν ξέρω...μάλλον είναι που με αποπήρες....ή μαζεύτηκαν πολλά τσόφλια...ξέρω γω. Θενκς πάντως που είσαι εδώ.

Lee said...

Η προδοσια ποια εννοια κυοφορει?

Maria_Adouaneta (Δε με λενε Μαρία) said...

Οι λύκοι ερωτεύονται μια φορά για πάντα.Τρομακτικό και ρομαντικό ακούγεται μα αν κάποιος το ζήσει μπορεί και να σταματήσει να μιλάει. Μονάχα να ουρλιάζει.

EggGod said...

@Lee: Η προδοσία κυοφορεί πολλές έννοιες. Από την άλλη, εδώ δεν έχουμε προδοσία στην ιστορία. Ίσως όμως και να έχουμε και να μην το πήρα χαμπάρι εγώ.

@adouaneta: Αμήν.