Thursday, June 07, 2007

ΑΝΑΜΕΣΑ


Είδα λέει....

ότι ήμουνα ένα δέντρο. Γέρικο, ο κορμός μου γκρίζος, τα φύλλα μου στεναχωρημένα-πάλευαν με νύχια και με δόντια να κρατηθούν από πάνω μου. Πάρα πολλά δεν τα κατάφερναν και πέθαιναν στον αέρα, πριν καν ακουμπήσουν την κρύα γη. Είδα ότι ένα κοράκι ήρθε και κάθισε σε ένα από τα κλαδιά μου. Κάτι με ρώτησε αλλά κουνήθηκες εσύ δίπλα μου και άνοιξα τα μάτια μου. Η ερώτηση του κρύφτηκε στην φαντασία μου. Αναστέναξες. Μέσα στο σκοτάδι ένιωσα την ζέστη σου και χαμογέλασα μόνος μου. Δεν ξέρω τι νόημα έχει ένα χαμόγελο όταν δεν το βλέπει κανένας. Θα μπορούσα να είχα χαμογελάσει από μέσα μου αλλά το μέσα μου δεν το χώραγε εκείνο το χαμόγελο της νύχτας. Ήταν δικό μου. Στα πόδια μας, η γάτα νιαούρισε μέσα στον ύπνο της. Άραγε έβλεπε και εκείνη δέντρα;Έξω έβρεχε. Έκλεισα τα μάτια μου στον ήχο της βροχής και....

είδα λέει ότι ήμουνα ένας εξερευνητής σε μία μισοβυθισμένη πόλη. Ερείπια πρόβαλλαν μέσα από πράσινα νερά, ο βυθός διάσπαρτος από αντικείμενα. Χιλιάδες, εκατομμύρια αντικείμενα σκορπισμένα πάνω σε γκρίζα άμμο. Κολυμπούσα κάτω από την επιφάνεια αλλά δεν είχα ανάγκη να αναπνέω. Κάπου πιό μακριά, ένα κτίριο σαν εκκλησία, μέσα στο νερό. Σπασμένα παράθυρα φανέρωναν πνιγμένους χώρους, ψάρια να μπαινοβγαίνουν σε αυτό το κτίσμα που κάποτε κάποιος έχτισε. Άπειρα αντικείμενα. Κολύμπησα κοντά σε ένα κατεστραμμένο ντουλάπι και το άνοιξα. Το ξύλο του σχεδόν διαλύθηκε στο άγγιγμα μου. Μέσα ήταν μία μεγάλη πάνινη κούκλα. Ένας αρκούδος με ανθρώπινα ρούχα και ένα γλυφιτζούρι στο χέρι του. Φύκια είχαν φυτρώσει στα μάτια του. Κάποτε κάποιος κοιμόταν αγκαλιά με αυτόν τον αρκούδο. Εγώ; Μέσα στην εμβρυακή σιωπή του νερού κατάλαβα. Δική μου ήταν αυτή η πόλη. Τα αντικείμενα δικά μου. Όλα. Ακόμα και αυτά που δεν είχα ποτέ και που τώρα έβλεπα. Ήταν οι σκέψεις μου με μορφή. Κολύμπησα πιό πέρα και βρήκα μία βυθισμένη πλατεία με ένα δέντρο στην μέση. Το δέντρο κάτι μου θύμισε...μία ερώτηση που έπρεπε να απαντήσω. Καθώς κοιτούσα το δέντρο, κάτι πλησίασε από πίσω μου. Ένιωσα ξαφνικά την ανάγκη να γυρίσω να δω τι με τρόμαζε τόσο πολύ, τι ήταν αυτό που είχε σκοτεινιάσει το νερό αλλά...

μία ανάσα σου. Κάτι που είπες μέσα στον ύπνο σου με ξύπνησε. Δεν πρόλαβα να ακούσω τι είπες. Ήσουν και εσύ βυθισμένη σε γνώριμα, τρομαχτικά νερά; Άπλωσα το χέρι μου να σε αγγίξω αλλά το σώμα σου έγινε άμμος στο άγγιγμα μου. Έμειναν μόνο τα μαλλιά σου στο μαξιλάρι. Στα πόδια μας ο σκελετός ενός ζώου. Πετάχτηκα απάνω ουρλιάζοντας.

Άνοιξα τα μάτια μου σαν δέντρο και είδα το κοράκι. Ένα αεράκι έκανε τα εβένινα πούπουλα του να χορέψουν σαν φύκια. Έκανε την ερώτηση του. Αναστέναξες. Η βροχή δυνάμωσε. Όλα με καλούσαν να ξυπνήσω αλλά εγώ ήθελα να μείνω λίγο ακόμα εκεί, να δώσω την απάντηση μου σε αυτόν. Αλλά δεν πρόλαβα.

Σηκώθηκα σιγά, σιωπηλά, μη σε ξυπνήσω. Ήμουνα ιδρωμένος. Μέσα στο σκοτάδι, χωρίς να ανάψω κανένα φως, πήγα στην κουζίνα για να πιώ νερό. Από το παράθυρο του νεροχύτη, κοίταξα έξω, την ανήσυχη νύχτα. Το νερό ήταν σαν θαλασσινό, δεν με ξεδίψασε. Τα χέρια μου έτρεμαν.

Δεν πρόλαβα να του δώσω την απάντηση μου. Την ψιθύρισα στις σκιές.

"Εμένα. Πάρε εμένα."

3 comments:

Tradescadia said...

"Κολυμπούσα κάτω από την επιφάνεια αλλά δεν είχα ανάγκη να αναπνέω." Το απόλυτο συναίσθημα ελευθερίας! Είναι σαν να επανασυνδέεσαι με την "Πηγή"!

Loth said...

ΚΟΙΜΑΣΑΙ ..ΣΕ ΜΙΑ ΒΥΘΙΣΜΕΝΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ..ΣΕ ΕΝΑ ΓΕΡΙΚΟ ΔΕΝΤΡΟ ΜΕ ΣΤΕΝΑΧΩΡΗΜΕΝΑ ΦΥΛΛΑ...ΜΙΑ ΕΡΩΤΗΣΗ..

ΞΥΠΝΑΣ ΣΕ ΜΙΑ ΓΛΥΚΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ..ΣΕ ΜΙΑ ΕΙΚΟΝΑ ΓΝΩΡΙΜΗ..ΠΟΣΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΝΑ ΕΧΕΙ ΤΩΡΑ ΕΚΕΙΝΗ Η ΑΠΑΝΤΗΣΗ..?

ΙΣΩΣ ΚΑΜΙΑ

ΚΑΛΗΜΕΡΕΣ

EggGod said...

@trade: Και να φανταστείς ότι φοβάμαι τρελλά τα όνειρα με νερό αλλά ναι....ελευθερία! "Πηγή";;; Οσφραίνομαι Barker;;;

@Loth: Ίσως καμία. Εξαρτάται ποιός κάνει την ερώτηση και ποιός την απαντάει. Ίσως να σημαίνει τα πάντα. Φιλούμπες.