Thursday, June 28, 2007

ΒΑΛΕ ΕΝΑ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΝΑ ΣΕ ΔΩ


Ένας τύπος πλακατζής, γαμώ τα γέλια. Η ψυχή της παρέας. Έτρωγε πολύ πάντα, αλλά άμα καθόσουνα μαζί του δεν μπορούσες να φας. Από τα γέλια. Χωρατατζής με όλη την ιερότητα αυτής της λέξης. Γεμάτος. Καλός. Λάτρευε τα σκυλιά, τα λατρεύει γαμώ τον αόριστο μου γαμώ. Στην κυνοειδή φύση μου αυτό είναι θείο.
Βοήθαγε. Οικονομικά και όχι μόνο.

Γλαρωμένο βλέμμα, ρυτίδες από γέλιο. Πόσο λατρεύω αυτές τις ρυτίδες στους ανθρώπους-θέλω να γεμίσω και γω από τέτοιες. Να γίνω σαν αυτά τα γιαπωνέζικα σκυλιά απ' τις ρυτίδες, να με βλέπω και να ξερνάω. Κάθε ρυτίδα και μία τρελλή ιστορία. Κάτσε να στις πω-τι, δεν έχεις χρόνο; Καλά δεν πειράζει. Την επόμενη φορά, θα σου βάλω να φας, να σου πω να γελάσεις. Πονάει το δόντι μου λίγο. Θα περάσει δεν γαμιέται. Τράβα καμιά φωτογραφία ρε, αυτό δεν χάνεται: έχει βάλει περούκα και μαγιώ και κάνει την γκόμενα, μεθυσμένος. Που να φας;

Τα'χασε όλα σε κάποια φάση. Πίναμε κρασί, είμασταν πολλοί. Μου ρίχνει και 40 χρόνια. Γέλαγε γαμώ τον αντίθεο μου μέσα. Τον ρώτησα: "Έχτιζες μία ζωή. Τώρα τι έμεινε;" Σήκωσε το ποτήρι με το κρασί του και αφού κατάπιε την μπουκιά του μου είπε "Οι στιγμές με τους φίλους σου αγορίνα μου. Αυτό μένει. Με τους ανθρώπους που αγαπάς. Το καλό φαί και το γέλιο. Εβίβα"
Τα μάτια του δεν γελάγανε και τόσο αλλά η καρδιά του γέλαγε. Ήπια και γω. Εβίβα.

Έχει την καρδιά του και δεν αντέχει αναισθησία. Οπότε, αν είναι κακοήθης δεν θα μπορέσει να εγχειριστεί. Οπότε, ορό μορφίνης έτσι για να γουστάρουμε. Σαν σκυλί. Που τόσο τα λατρεύει. Πονάει το δόντι μου; Μπα. Δικαιολογίες ψάχνω.
Κάποιον χειμώνα, έξω έβρεχε. Είχε τότε δύο σκυλιά, η θηλυκιά είχε γεννήσει. Πήγα και χώθηκα μέσα στο σπιτάκι μαζί με την αδερφή μου-χωράγαμε, ήμασταν σκατά ακόμα- μαζί με τα νεογέννητα και την μάνα. Απ' έξω ο αρσενικός να φυλάει τσίλιες. Μας έψαξαν οι μεγάλοι. Μας βρήκαν. "Ελάτε έξω, είναι βρώμικα εκεί" "Αφήστε μωρέ τα παιδιά" είπε αυτός, γελώντας. Μας άφησαν και δεν θα ξεχάσω ποτέ την μυρωδιά. Τα κλαψουρίσματα και τα γρυλλίσματα. Γεννιόμασταν όλοι μαζί, κάτω από την βροχή, σ' ένα σπιτάκι σκύλου.

Πονάει το δόντι μου, οπότε άμα με δεις να κλαίω μην τρομάξεις.


Γέλα τώρα να σε δω. Κάνε χαβαλέ. Για εκείνον. Που σου στέρησε το δικαίωμα να κλαίγεσαι. Που σ' άφησε να γεννηθείς σ' ένα σπιτάκι σκύλου.

Μ' έχει γαμήσει το δόντι μου λέμε.

ΑΨΕΝΤΙ


Είναι η ζέστη και ο αρρωστημένος αέρας που μπαίνει από το παράθυρο. Μία λάμπα μόνο αναμμένη και είναι σαν ήλιος. Έχω μεθύσει. Όλοι κοιμούνται. Θα κλείσω την πόρτα για να μην ενοχλεί ο ήχος από τα πλήκτρα. Θα προσπαθήσω να μιλήσω. Έχω κάτι να σου πω. Και πάνω που πατάω τα σωστά πλήκτρα, οι τοίχοι μαυρίζουν. Η λάμπα σβήνει, ένα κοκκαλιασμένο χέρι πάτησε τον διακόπτη. Πίσσα στάζει από παντού. Οι αφίσες μου σκίζονται από το βάρος του μαύρου υγρού. Ο υπολογιστής πετάει σπίθες και μετά κλείνει. Κάποια έπιπλα κουνιόνται. Δεν βλέπω. Ήχος από κάτι σκληρό που σέρνεται στο πάτωμα. Είναι πίσω μου αλλά δεν τολμάω να γυρίσω να κοιτάξω. Το ταβάνι πρήζεται σαν γιγάντιο, πράσινο σπυρί και ανατινάζεται προς τα πάνω. Ένα τεράστιο πρόσωπο φανερώνεται, να κοιτάει προς τα κάτω, μέσα στο δωμάτιο, εμένα. Είναι μαύρο και πρησμένο σαν από χολέρα. Μορφές περνάνε ξυστά και με ακουμπάνε. Εϊναι υγρές. Μιλάνε. Τα μαλλιά μου ξερένονται και ανθίζουν με αράχνες, ιστοί στα ρουθούνια μου. Λάσπη κολλάει τα πόδια μου στο πάτωμα, κάτι οστεώδες με αγκαλιάζει και με απειλεί. Η καρέκλα μου γίνεται θρόνος, τα μπράτσα είναι οχιές. Το πρόσωπο εκεί ψηλά έχει χαθεί και τώρα φαίνεται ο ουρανός. Είναι κόκκινος, τα αστέρια μαύρα. Έχω κάτι να σου πω. Αλλά σήμερα δεν νομίζω. Αν δουλεύει ο υπολογιστής, ίσως αύριο. Καλό ξημέρωμα. Όνειρα γλυκά.

Wednesday, June 27, 2007

ΠΟΡΦΥΡΟ ΠΑΝΩ ΣΕ ΜΑΥΡΟ


Ανέβαινε τα στριφογυριστά σκαλιά λαχανιασμένος. Τα βήματα του βαριά. Τα μακριά, μαύρα μαλλιά του, μπλεγμένα, ματωμένα, ακουμπούσαν πάνω στην μαύρη κάπα του και την λέρωναν. Με κάθε σκαλοπάτι οι μακριές τούφες ταλαντώνονταν σαν χορευτές, αθόρυβες. Η μαύρη πανοπλία του, έστελνε στους τοίχους σιδερένιες, ρυθμικές αντηχήσεις. Το τέμπο του τέλους.
Στα χέρια του οι δύο λεπίδες. Οι δύο σύντροφοι του που θυσιάστηκαν για να γίνουν σπαθιά, ώστε αυτός να φτάσει στην κορυφή του πύργου, να κλείσει τον κύκλο. Οι δύο φίλοι που έπεσαν και έγιναν όπλα. Αλλά αυτό είναι μία διαφορετική ιστορία. Δεν μπορούσαν τώρα να απασχολούν το μυαλό του γεγονότα του παρελθόντος. Έπρεπε να συγκεντρωθεί στο τώρα. Να συνεχίσει να ανεβαίνει, μέχρι εκεί που η Σκιά κρατούσε την Αμάνθια.
Η μάχη που έδωσε για να φτάσει στον πύργο ήταν σκληρή, λυσσαλέα. Η Σκιά με διάφορες μορφές, προσπάθησε να του κόψει τον δρόμο. Πολέμησε με όλη του την ψυχή, σαν φως, χωρίς να υπάρχει ελπίδα. Όμως βγήκε νικητής. Και πληγωμένος. Αίμα στο πρόσωπο του- το ένα γαλάζιο του μάτι, τυφλωμένο πια. Αίμα στους καρπούς του που έσταζε πάνω στις λεπίδες και απο εκεί, στα σκαλοπάτια. Αίμα πάνω στην μαύρη πανοπλία. Πορφυρό πάνω σε μαύρο. Τέλεια αντίθεση. Αρμονική. Πρέπουσα.
Κάθε βήμα τον έφερνε όλο και πιό κοντά στην κορυφή. Το λαχάνιασμα του ηρέμησε, όχι όμως και η καρδιά του. Χωρίς να το επιλέξει, οι αναμνήσεις τον κατέκλυσαν ξανά.

Άνοιξη δίπλα σ' έναν όμορφο ποταμό. Η κάπα του απλωμένη στο μαλακό έδαφος, στη σκιά ενός αρχαίου δέντρου. Η Αμάνθια στην αγκαλιά του, γυμνή. Το αγαλμάτινο σώμα της αφύσικο, τέλειο. Ιδρωμένο. Το στόμα της στο στήθος του- ανάσες ύπνου στο στέρνο του. Μέσα από το όνειρο της του ψιθύρισε: "Θα είσαι εδώ; Με εμένα;"
"Αιώνια" της απάντησε.

Το ένα σκαλοπάτι μετά το άλλο. Τα πόδια του να καίνε. Η καρδιά του να καίει. Το Σκοτάδι την είχε αρπάξει μέσα από την υπεροψία που αυτός επέτρεψε στον εαυτό του, όταν έγινε βασιλιάς. Τώρα, βασίλειο και φίλοι χαμένα, ήταν απλά ένας άνθρωπος που ανέβαινε μία στριφογυριστή σκάλα. Για πάντα.

"Γιατί δεν μου μιλάς;"
"Σου μιλάω"
"Δεν με κοιτάς καν"
"Είμαι βασιλιάς. Έχω πολλά στο μυαλό μου"
"Είμαι η βασίλισσα σου. Έχω πολλά στην καρδιά μου"

Αμέτρητα σκαλοπάτια. Ατελείωτη άνοδος. Μία μαύρη ανέλιξη. Πορφυρό σε μαύρο. Κάποιος κάποτε του είπε ότι όλοι θα έχουν μία δεύτερη ευκαιρία πριν πεθάνουν. Ότι οι άνθρωποι είναι οι πράξεις τους. Τα σπαθιά στα χέρια του, η ύστατη απόδειξη για αυτό. Η υπέρτατη, ανιδιοτελής θυσία δύο ανθρώπων ώστε αυτός να-
Σταμάτησε.
Από κάπου κοντά-ίσως μετά την επόμενη στροφή της σκάλας- ερχόταν φως. Μία κόκκινη μαρμαρυγή, απόκοσμη. Έσφιξε τα σπαθιά στα χέρια του. Έκανε ένα βήμα

και πέρασε μπροστά από το κρεβάτι τους. Προχώρησε μέχρι το παράθυρο και έσπρωξε στο πλάϊ την τεράστια, βελούδινη κουρτίνα. Έξω σιγή. Ηρεμία. Πανσέληνος του χειμώνα. Τυλιγμένος σε τομάρια ζώων, άφησε το βλέμμα του να χαθεί στην νύχτα. Κάπου μέσα απ' το σκοτάδι πίσω του, εκείνη του μίλησε.
"Γιατί είσαι τόσο μόνος σου, αγαπημένε;"
Θύμωσε. Γύρισε απότομα και την αναζήτησε με το γαλάζιο βλέμμα του. Τα μάτια του, δύο κυανοί, νεκρικοί ήλιοι, την βρήκαν να τον κοιτάζει λυπημένη. Λυγμοί την έπνιξαν και βύθισε το πρόσωπο της στο μαξιλάρι. Οργή. Η οργή που γεννιέται σαν άμυνα στην αλήθεια. Έφυγε από το δωμάτιο. Ήταν η τελευταία φορά που είδε την Αμάνθια.
Μετά ήρθε το Σκοτάδι και βύθισε τα πάντα στην Απόγνωση. Τον προκάλεσε. Εκείνος, τυφλωμένος, τα έχασε όλα. Όλους. Και τώρα ζούσε τον ευλογημένο και πολυπόθητο επίλογο.

Πέρασε το κατώφλι. Η ανάβαση, μία μύηση στον θάνατο. Και τώρα έτοιμος, γεμάτος, ταπεινός. Κοίταξε μπροστά. Πέθανε χίλιους θανάτους αλλά δεν το έδειξε.
Μία τεράστια αίθουσα, ψηλή σαν κάστρο, σαν καθεδρικός ναός. Κεριά αναμμένα, πέτρινο πάτωμα, τοιχογραφίες φρίκης παντού. Μυρωδιές από ανίερα θυμιάματα. Αποτρόπαιοι ψίθυροι γέμισαν τα αυτιά του. Ευθεία μπροστά, ένα τεράστιο μαύρο αβγό, σπασμένο. Από μέσα ξεπρόβαλλε ένας πελώριος μαύρος δράκος. Τα κόκκινα μάτια του, καρφωμένα στον πολεμιστή. Πορφυρό σε μαύρο. Αρμονικό. Πλοκάμια καπνού ξετυλίγονταν απο τα ρουθούνια του πλάσματος προς την οροφή. Στο πάτωμα μπροστά στο κτήνος, το διαμελισμένο σώμα της Αμάνθιας. Αγαπημένα μέλη, στήθη, χέρια, πόδια, σκορπισμένα άτακτα, βίαια. Μέσα σε λίμνες αίματος πάνω στην μαύρη πέτρα της αίθουσας. Πορφυρό σε μαύρο.

Ψυχή σκισμένη αλλά επιτέλους σε εγρήγορση. Έσφιξε κι' άλλο τα σπαθιά. Το Κτήνος βρυχήθηκε ηδονικά. Ο πολεμιστής όρμησε.

Ο πολεμιστής όρμησε.

Και αυτό αρκεί για τελειώσει ή να αρχίσει μία ιστορία.

Ο πολεμιστής όρμησε.
Αρμονικό. Τέλειο.

Σαν πορφυρό πάνω σε μαύρο.


ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΙΚΑ


Δεν πάει άλλο, θα στα πω. Και μετά ας χαθούμε. Εϊπα να σου δώσω χρόνο αλλά εγώ φεύγω. Όχι αύριο, τώρα. Φεύγω γιατί δεν είσαι πιά εγώ-ξέρω, εγωιστικό. Αλλά τι να κάνω; Ποιές λέξεις θα σε πείσουν;

Ιδού η μίζερη, μαλακισμένη σοφία μου.

Μη μου λες τι να κάνω. Δείξε μου.
Μη μου στρίβεις τον καρπό. Χάϊδεψε με.
Μη φτύνεις απάνω μου την ανασφάλεια σου. Θα χαθούμε.
Μη γέρνεις απάνω μου όταν είμαι δυνατός μόνο. Θέλω να γέρνεις και όταν πονάω.
Μη μου υπόσχεσαι. Θα αθετήσεις.
Μην αθετείς. Με κάνεις ανασφαλή και μετά σηκώνω ασπίδα σε όλους.
Μην με κρίνεις. Χριστέ μου, μην με κρίνεις.
Θα έφευγα για ουρανό μαζί σου. Έχε το θάρρος να μου πεις ότι εσύ είσαι για χώμα.
Μην με έχεις ανάγκη. Αγάπα με.
Μην με κάνεις εχθρό. Σταμάτα να ασχολείσαι.
Μην σταματάς να ασχολείσαι. Πίστεψε λίγο και σε μένα.

Καμιά φορά βαριέμαι. Βαριέμαι να βλέπω στο πρόσωπο σου την αηδία που σου προκαλεί η προσπάθεια μου να σε πείσω. Γιατί εγώ είμαι λάθος εξ αρχής. Δεν πείθεις τον άλλον ποτέ.
Πορεύεσαι μαζί του.
Ή μακριά του.

IN EXTREMIS 1


Κρατάω μία πισινή

ή

περιμένω να σου πω κάτι μέχρι να μου αποδείξεις ότι αξίζεις να το ακούσεις

ή

δεν βρίσκω ποτέ τα κότσια να σου πω την αλήθεια μου και πάντα σε λούζω με το θέατρο μου.

Μακάρι να'σουνα εδώ. Να σου πω ότι είχες δίκιο που μου λεγες ότι όλα είναι μαθήματα. Σε μισώ τόσο που σε αγαπάω τελικά. Για τα ξυράφια που μου χάρισες με κάθε μάθημα. Για τα σκατά μου που με έκανες να τα φάω για να ξεράσω εμένα μετά. Να σου πω ότι τελικά είχες δίκιο. Δεν υπάρχει ασφάλεια. Στο μυαλό είναι η θαλπωρή, ένα παιχνίδι με νοήματα. Δεν υπάρχουν λιμάνια, μόνο ταξίδι. Και είναι δύσκολο.

Χτες έφαγα ένα πακέτο και ακόμα το χωνεύω. Με πήρε το μάτι μου σε κάποιο μπαρ, στις τουαλέτες. Πήγα και καλά για κατούρημα. Πήγα να κλάψω. Μετά είπα ότι με ενοχλούσε ο φακός μου. Κανείς δεν πήρε γραμμή. Αυτό με έκανε να θέλω να κλάψω κι' άλλο. Τα κατάφερα αργότερα. Όπως όταν κάθεσαι και βλέπεις μία ρομαντική ταινία μόνο και μόνο για να τρέξουν τα δάκρυα, μόνο και μόνο για να νιώσεις. Να σε νιώσεις.

Χτες τα τσόφλια μου κάθισαν στον λαιμό. Με πνίξαν, ακούς;

Βγήκα και χόρεψα. Δεν με βοήθησε ο χορός. Ήθελα να ξαπλώσω σε κρεβάτι σε κάποια έρημο, να με επισκέπτονται οράματα και πειρασμοί, τριγύρω μου θάμνοι να καίγονται και μετά να βγω νικητής απ' όλα αυτά τα είδωλα. Τελικά ξαγρύπνησα και έγραφα. Το πρωί έσκισα ότι είχα γράψει και πήγα και έβαλα φαγητό στην γάτα. Εϊδα κάπου το πρόσωπο μου σε έναν καθρέφτη και μου χαμογέλασα. Να 'σουνα εδώ να σου πω ότι είχες δίκιο: η μοναξιά είναι κενή ερωμένη, ειδικά όταν δεν είσαι μόνος. Ποιά ανάγκη μου με σπρώχνει να κόβω τις αισθήσεις μου και να γίνομαι μαύρο κουκούλι; Εσύ μου το' μαθες αυτό; Σε μισώ τόσο που σε αγαπάω.

Πήρα το μετρό και κατέβηκα στο κέντρο, πήγα και κάθισα σε ένα καφενεδάκι πολύ νωρίς, πήρα καφέ και εφημερίδα αλλά δεν τη διάβασα. Καθόμουν τρεις ώρες και κοίταγα κάτι σκυλιά που παίζανε. Προσπαθούσα να θυμηθώ τι μου υποσχέθηκα αλλά δεν τα κατάφερα. Τι μου είχες πει;

Τι μου είχες πει;

Μου είχες πει ότι.....το μετά είναι τώρα. Ναι, αυτό μου είχες πει. Και στο μετά που είμαι, το τότε μου φέρνει νοσταλγία. Υποψιάστηκα πολύ τελικά και δεν γουστάρω. Θέλω μόνο χρώματα.
Όπως επικοινωνούν τα μαλάκια, με δονήσεις και ανταύγειες. Να λέω "Θέλω" και να παίρνω. Να λέω "Είμαι" και να υπάρχω.

ΝΑ ΛΕΩ ΤΩΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΕΝΝΟΩ ΜΕΤΑ

Κρατάω μία πισινή μωρέ. Ξέρεις τώρα.

Tuesday, June 26, 2007

ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΩΝ ΛΥΚΩΝ


Μέσα σε κάθε έννοια μία άλλη.

Γυμνός, κάτω από γεμάτο φεγγάρι, στάθηκε σε ένα ξέφωτο. Παγωμένο φως βρήκε το πρόσωπο του και το ζωγράφισε απόκοσμα, με μάτια φωτιάς να ψάχνουν το σκοτάδι, ψηλά ζυγωματικά, ατίθασα μαλλιά, χείλη γεμάτα.
Κοίταξε λίγο γύρω του και ύστερα έβγαλε ένα ουρλιαχτό, στρέφοντας το κεφάλι στον νυχτερινό ουρανό. Το δάσος ξύπνησε. Κάπου μακριά ένα σκυλί γάβγισε μερικές φορές και μετά σώπασε. Σ' αυτήν την απότομη ησυχία τον βρήκανε τα αδέρφια του. Ξεπρόβαλλαν μέσα από το δάσος σιωπηλά, με κεφάλια σκυμμένα στο έδαφος, τα μάτια τους καρφωμένα σε εκείνον. Είχαν ανταποκριθεί στο κάλεσμα του. Οι λύκοι τον περικύκλωσαν και για λίγο τον μύρισαν. Κανα δυό από αυτούς, έτριψαν τις μουσούδες τους στα χέρια του γρυλλίζοντας ναζιάρικα. Ύστερα όλοι μαζί άρχισαν να τρέχουν.
Πέρασαν πάνω από λόφους και κυλίστηκαν σε ψηλό χορτάρι, δαγκώνοντας, φωνάζοντας. Σταμάτησαν δίπλα σε νερό και ήπιαν και μετά συνέχισαν να τρέχουν. Εκείνος ανάμεσα τους, το γυμνό αγόρι, το σώμα του να ιδρώνει, οι μύες του να τεντώνουν, να κουράζονται. Λαχανιασμένος σταμάτησε σε έναν κορμό, τα αδέρφια του τριγύρω. Η νύχτα είχε προχωρήσει πολύ. Λίγο έμενε μέχρι να ξημερώσει.
Μέσα από την αγέλη ξεπρόβαλε μία θηλυκιά. Περπατούσε αργά προς το μέρος του, πότε στη σκιά, πότε στο φεγγαρόφως. Πότε λύκος, πότε γυναίκα. Πότε φως, πότε σκοτάδι. Σταμάτησε δίπλα του γυμνή και αυτή. Άπλωσε το χέρι της και άγγιξε τα χείλη του. Οι λύκοι τριγύρω να κοιτάνε λαχανιασμένοι, σιωπηλοί, θανατηφόροι.
Την άρπαξε και την πέταξε πάνω στα ξεραμένα φύλλα. Μπήκε μέσα της σαν λύκος και οι λύκοι άρχισαν να ουρλιάζουν. Στριφογύρισαν μανιασμένα πάνω στο χώμα, κάνοντας βίαιο έρωτα, πάνω στον ιδρώτα τους να κολλάνε τα φύλλα, το σάλιο τους να γίνεται λάσπη με το χώμα.
Εκείνη εκστατική, μία αρχαία θεά να δίνεται ολοκληρωτικά σε κάτι ευφήμερο. Δεν είδε ποτέ την πέτρα στα χέρια του. Καθώς της έλιωνε το κεφάλι, οι λύκοι σκόρπισαν στο δάσος κλαίγοντας.
Την φόρτωσε στους ώμους του- μία λύκαινα πια- και κίνησε για το χωριό.
Δεν γύρισε να κοιτάξει τα φλογισμένα μάτια που τον παρακολουθούσαν από τις σκιές, γεμάτα μίσος. Δεν τους έδωσε καμία σημασία.
Ο νεαρός κυνηγός είδε τον ήλιο να ανατέλλει.
Η ομορφιά του πρωινού τον έκανε να δακρύσει.

Μέσα σε κάθε έννοια μία άλλη.

Monday, June 25, 2007

ΙΣΩΣ ΑΠΟ ΦΩΤΙΑ


Ίσως από φωτιά.
Σαν δέρμα από ήλιο τυλιγμένο πάνω σε σώμα από χώμα. Με μυρωδιά από κυπαρίσσια. Θα τσακωθούμε λίγο έντονα, λίγο βίαια, λίγο ανθρώπινα. Θα φύγω για να πάρω λίγο αέρα, για να καπνίσω και να ξεχαστώ αλλά συνέχεια θα σκέφτομαι το σώμα σου. Το δέρμα από ήλιο που με καίει, που με μηδενίζει. Θα περπατάω και θα σκέφτομαι τον συμφιλιωτικό μας έρωτα, τις κοφτές ανάσες γεμάτες υποσχέσεις. Θα κοιμηθούμε ιδρωμένοι αλλά εγώ θα κοιμηθώ τελευταίος για να σε δω σβήνεις, να δω το δέρμα σου να αχνίζει. Πώς με ορίζεις;

Ίσως με δάκρυα.
Αγκαλιές που πονάνε και ουρλιαχτά σε εντάσεις θεϊκές, νότες ασύμφορες για ανθρώπινα αυτιά. Με αλυσίδες αλήθειας να σέρνομαι ελεύθερος μέσα σε τιτάνια δωμάτια, πάνω σε σκόνη και παλιά ρούχα. Πιό δίπλα μουσικά κουτιά, ξεκούρδιστα να παίζουν μελωδίες θανάτου και εγώ να τρώω το δέρμα μου για να τραφώ, να συνεχίσω. Από τι είμαι φτιαγμένος;
Ίσως από νερό.
Κάτω από την επιφάνεια, μεθυσμένος, να κοιτάω τα άστρα που χορεύουν και να γελάω αναπνέοντας νερό. Φωνές οικίες να γελάνε, να ψιθυρίζουν και εγώ να μην ανεβαίνω για ανάσα. Να μένω εκεί, στο σκοτεινό υγρό να σε κοιτάω. Δεν είναι νερό. Είναι αίμα. Το δικό μου.

Θα στεγνώσω πάνω στο δέρμα σου. Κουρασμένος θα αφεθώ να με αγγίξεις-λίγο. Να κλείσουν οι πληγές που μου έκανες. Ποιός ήλιος ήρθε και κοιμήθηκε μέσα σου; Πάνω σου; Ίσως να'σαι όνειρο. Ίσως να'σαι μία μορφή οικεία που κάποτε γνώριζα. Από τι είναι φτιαγμένο το μονοπάτι μας;

Ίσως από φωτιά.

Monday, June 18, 2007

ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ


Βρέθηκα σε μέρος όμορφο, με δέντρα, μακριά από το σπίτι μου. Γύρω μου στεκόντουσαν φίλοι. 3 μέρες πριν αυτό.
Ήταν νύχτα. Σήκωσα το κεφάλι μου στον ουρανό και είδα ένα αστέρι να πέφτει. Ήταν μεγάλη η πορεία του, το φως του δυνατό.
"Το είδατε αυτό;" ρώτησα τους φίλους. Δεν το είχανε δει. Καπνίζανε και κοιτάγανε το χώμα.
"Να κάνω ευχή;" ρώτησα.
"Άργησες" μου είπε κάποιος. "Πρέπει να την κάνεις με το που το δεις να πέφτει"
"Εγώ ήθελα να σιγουρευτώ ότι το είδατε κι' εσείς"
"Ε, μαλακία σου"

Περίμενα λίγο μέχρι να πέσει το επόμενο. Ένα απ' όλα μου έκανε την χάρη και πέθανε για μένα. Έκανα την ευχή μου.

"Εύχομαι να συνεχίσω να ρωτάω τους άλλους αν είδανε το αστέρι που έπεσε. Κι' ας χάνω εγώ την δική μου ευχή"

Saturday, June 09, 2007

SALTARELLO


Θα σου χαμογελάω. Άμα με κουρδίσεις μέχρι τέρμα, θα τραγουδάω τραγουδάκια παράφωνα και αστεία μέχρι να μην μπορείς να αναπνεύσεις από τα γέλια. Θα σε αγκαλιάζω που και που, να πέρνεις λίγη τρυφερότητα-αφού δεν έχεις το θάρρος να τη ζητήσεις από εκεί που πρέπει. Χτύπα μου παλαμάκια φίλε μου καλέ. Θα πιάσω τον ρυθμό τους στην στιγμή και θα σου αυτοσχεδιάσω σαν αρλεκίνος με πυγμή, σκετσάκι από μεσαίωνα με τούμπες και καραμούζα στο παντελόνι, να βελάζει κάθε φορά που κάθομαι.

"Πες καμία μαλακία να γελάσουμε"

Και δυό και τρεις και χίλιες. Εγώ να τις πω. Εσύ θα πας να τις κάνεις όμως. Και μετά θα με καλέσεις πάλι να σου χορέψω, να μου κλαφτείς και γω να βάλω την κόκκινη μύτη μου και να σε πείσω ότι είσαι ακόμα 10. Και θα το κάνω. Αυτή είναι η κατάρα μου και ο παράδεισος μου. Να φοράω το κοστούμι μου ακόμα και όταν δεν το θέλω. Εσύ που δεν το βγάζεις ποτέ; Αυτό το κοστουμάκι που σου φόρεσαν γονείς και φίλοι και δουλειά; Και άμα μιλήσω σοβαρά...αααχχχ

Δεν θα μιλήσω όμως. Θα πατήσω την τσουγκράνα και θα την φάω στην μούρη, έτσι, για να μου σκάσεις ένα χαμόγελο. Το βράδυ ας βάζω εγώ πάγο στη μύτη μου. Θα πατήσω την μπανανόφλουδα για να ουρλιάξεις από χαιρέκακη χαρά. Γέλα με τα αστεία. Δεν είναι έγκλημα. Με την πάρτη σου πότε θα κλάψεις;

Και άμα χαθούμε ρε, θα χεις να λες για κείνον τον παλιάτσο που σ' έκανε να κατουράς τα παντελόνια σου με τις γκριμάτσες του. Για κείνον τον μασκαρά που είναι τρελλός. Εγώ για σένα άμα με ρωτάνε όμως, θα σκύβω το κεφάλι. Θα σε θυμάμαι όπως δεν ήσουνα ποτέ-όπως δεν σε είδες ποτέ. Γιατί άμα μιλήσω σοβαρά.....

ΘΑ ΒΓΑΛΩ ΔΑΙΜΟΝΙΑ ΤΡΟΜΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΤΟΜΑ ΜΟΥ, ΦΤΙΑΓΜΕΝΑ ΜΕ ΑΙΜΑ ΚΑΙ ΨΥΧΗ ΓΙΑ ΝΑ ΣΕ ΚΑΨΟΥΝ. ΓΙΑΤΙ ΕΤΣΙ ΜΙΛΑΝΕ ΟΙ ΣΑΛΤΙΜΠΑΓΚΟΙ. ΚΑΙ ΘΑ ΣΟΥ ΠΩ ΡΕ ΑΛΗΤΗ ΟΤΙ ΒΑΡΕΘΗΚΑ.

Βαρέθηκα να βλέπω τα φτερά σου διπλωμένα πάνω στους καμπουριασμένους ώμους σου και εσένα να σέρνεσαι στη λάσπη. Βαρέθηκα να προσπαθώ να σε πείσω ότι πετάς.

ΒΑΡΕΘΗΚΑ ΕΣΕΝΑ ΚΑΙ ΤΟ ΑΝΕΛΠΙΔΟ ΒΛΕΜΜΑ ΣΟΥ

Καλό ταξίδι αμφίβιε του βούρκου και του βόθρου. Στρίβω το κάρο μου και πέρνω τον θίασο μου για άλλες πόλεις, να δείξω τις κωλοτούμπες μου σε ανθρώπους με μεράκι. Μην ξαναπάρεις ζητώντας μου αστεία. Μην μου ξανακλαφτείς για λάθη περασμένα, (που τα ΞΕΡΕΙΣ αλλά δεν τα αλλάζεις). Για σένα ο αρλεκίνος πέθανε. Ο κλόουν κρεμάστηκε, τον τρώνε τα σκουλήκια. Εδώ που έφτασες, μόνο σοβαρός μπορώ να είμαι μαζί σου. Και σε μισώ για αυτό.

Γιατί έτσι είμαι εγώ. Όταν θα σπάω την μούρη μου για να γελάς εσύ, θέλω το γέλιο σου να βγαίνει από την καρδιά σου. Εσύ γελάς με το μυαλό. Τα μάτια σου θολώσαν από τα μονοπάτια που διαλέγεις.

Αααχχχ....άμα μιλάω σοβαρά, καμιά φορά τρομάζω

Να πω καμία μαλακία να περάσει η ώρα;
Να σου χορέψω κάτι;
Να φάω μία τούρτα μεσ' τη μούρη;

Η τσουγκράνα αυτή τι γυρεύει εδώ;

ΜΠΟΝΚ

Thursday, June 07, 2007

ΑΝΑΜΕΣΑ


Είδα λέει....

ότι ήμουνα ένα δέντρο. Γέρικο, ο κορμός μου γκρίζος, τα φύλλα μου στεναχωρημένα-πάλευαν με νύχια και με δόντια να κρατηθούν από πάνω μου. Πάρα πολλά δεν τα κατάφερναν και πέθαιναν στον αέρα, πριν καν ακουμπήσουν την κρύα γη. Είδα ότι ένα κοράκι ήρθε και κάθισε σε ένα από τα κλαδιά μου. Κάτι με ρώτησε αλλά κουνήθηκες εσύ δίπλα μου και άνοιξα τα μάτια μου. Η ερώτηση του κρύφτηκε στην φαντασία μου. Αναστέναξες. Μέσα στο σκοτάδι ένιωσα την ζέστη σου και χαμογέλασα μόνος μου. Δεν ξέρω τι νόημα έχει ένα χαμόγελο όταν δεν το βλέπει κανένας. Θα μπορούσα να είχα χαμογελάσει από μέσα μου αλλά το μέσα μου δεν το χώραγε εκείνο το χαμόγελο της νύχτας. Ήταν δικό μου. Στα πόδια μας, η γάτα νιαούρισε μέσα στον ύπνο της. Άραγε έβλεπε και εκείνη δέντρα;Έξω έβρεχε. Έκλεισα τα μάτια μου στον ήχο της βροχής και....

είδα λέει ότι ήμουνα ένας εξερευνητής σε μία μισοβυθισμένη πόλη. Ερείπια πρόβαλλαν μέσα από πράσινα νερά, ο βυθός διάσπαρτος από αντικείμενα. Χιλιάδες, εκατομμύρια αντικείμενα σκορπισμένα πάνω σε γκρίζα άμμο. Κολυμπούσα κάτω από την επιφάνεια αλλά δεν είχα ανάγκη να αναπνέω. Κάπου πιό μακριά, ένα κτίριο σαν εκκλησία, μέσα στο νερό. Σπασμένα παράθυρα φανέρωναν πνιγμένους χώρους, ψάρια να μπαινοβγαίνουν σε αυτό το κτίσμα που κάποτε κάποιος έχτισε. Άπειρα αντικείμενα. Κολύμπησα κοντά σε ένα κατεστραμμένο ντουλάπι και το άνοιξα. Το ξύλο του σχεδόν διαλύθηκε στο άγγιγμα μου. Μέσα ήταν μία μεγάλη πάνινη κούκλα. Ένας αρκούδος με ανθρώπινα ρούχα και ένα γλυφιτζούρι στο χέρι του. Φύκια είχαν φυτρώσει στα μάτια του. Κάποτε κάποιος κοιμόταν αγκαλιά με αυτόν τον αρκούδο. Εγώ; Μέσα στην εμβρυακή σιωπή του νερού κατάλαβα. Δική μου ήταν αυτή η πόλη. Τα αντικείμενα δικά μου. Όλα. Ακόμα και αυτά που δεν είχα ποτέ και που τώρα έβλεπα. Ήταν οι σκέψεις μου με μορφή. Κολύμπησα πιό πέρα και βρήκα μία βυθισμένη πλατεία με ένα δέντρο στην μέση. Το δέντρο κάτι μου θύμισε...μία ερώτηση που έπρεπε να απαντήσω. Καθώς κοιτούσα το δέντρο, κάτι πλησίασε από πίσω μου. Ένιωσα ξαφνικά την ανάγκη να γυρίσω να δω τι με τρόμαζε τόσο πολύ, τι ήταν αυτό που είχε σκοτεινιάσει το νερό αλλά...

μία ανάσα σου. Κάτι που είπες μέσα στον ύπνο σου με ξύπνησε. Δεν πρόλαβα να ακούσω τι είπες. Ήσουν και εσύ βυθισμένη σε γνώριμα, τρομαχτικά νερά; Άπλωσα το χέρι μου να σε αγγίξω αλλά το σώμα σου έγινε άμμος στο άγγιγμα μου. Έμειναν μόνο τα μαλλιά σου στο μαξιλάρι. Στα πόδια μας ο σκελετός ενός ζώου. Πετάχτηκα απάνω ουρλιάζοντας.

Άνοιξα τα μάτια μου σαν δέντρο και είδα το κοράκι. Ένα αεράκι έκανε τα εβένινα πούπουλα του να χορέψουν σαν φύκια. Έκανε την ερώτηση του. Αναστέναξες. Η βροχή δυνάμωσε. Όλα με καλούσαν να ξυπνήσω αλλά εγώ ήθελα να μείνω λίγο ακόμα εκεί, να δώσω την απάντηση μου σε αυτόν. Αλλά δεν πρόλαβα.

Σηκώθηκα σιγά, σιωπηλά, μη σε ξυπνήσω. Ήμουνα ιδρωμένος. Μέσα στο σκοτάδι, χωρίς να ανάψω κανένα φως, πήγα στην κουζίνα για να πιώ νερό. Από το παράθυρο του νεροχύτη, κοίταξα έξω, την ανήσυχη νύχτα. Το νερό ήταν σαν θαλασσινό, δεν με ξεδίψασε. Τα χέρια μου έτρεμαν.

Δεν πρόλαβα να του δώσω την απάντηση μου. Την ψιθύρισα στις σκιές.

"Εμένα. Πάρε εμένα."