Monday, May 28, 2007

6485


Κάπως έτσι ξεκίναγε μία ταινία που είχα δει παλιά αλλά όσο και αν προσπάθησα δεν μπόρεσα να θυμηθώ τον τίτλο της. Δεν πειράζει. Το νόημα θα το πιάσεις....

Θα πάρουμε σαν στατιστικό μας δείγμα κάποιον που θα ζήσει μέχρι τα 80 του. Είναι αρκετά γενναιόδωρο το όριο, δεδομένων των συνθηκών ζωης. Δεν νομίζεις;

Με απλά μαθηματικά τα χρόνια αυτά είναι 29200 μέρες. Επειδή όμως μέχρι τα δέκα μας δεν πολυέχουμε συνείδηση του τι κάνουμε και τι αποφάσεις παίρνουμε (για κάποιους το όριο αυτό είναι πολύ πιό πάνω αλλά ας είμαστε γενναιόδωροι), θα ξεκινήσουμε την μέτρηση μας από τα 10 και μετά.

25550 μέρες ζωής λοιπόν.

Αν υποθέσουμε πως κοιμόμαστε κατά μέσο όρο πάντα, 6 ώρες κάθε μέρα, θα περάσουμε 6440 μέρες κοιμισμένοι.
Για φαγητό εγώ βάζω 1 ώρα (για τους καλοφαγάδες τα νούμερα αλλάζουν δραματικά, καθώς και για τους υπναράδες). Άλλες 1065 μέρες λοιπόν τρώγοντας.
Μετά έχουμε τον συνολικό χρόνο παραμονής στην τουαλέτα -υπολογίζω όλες τις απαραίτητες σωματικές λειτουργίες, μπάνιο, ντους, αυνανισμό, σπάσιμο σπυρακίων στον καθρέφτη, κ.τ.λ.- 2 ώρες την μέρα νομίζω ότι είναι καλά. 2130 ημέρες λοιπόν στο μπάνιο.

Συνολικές μετακινήσεις από και προς την δουλειά ή την διασκέδαση, στο αμάξι ή σε μεταφορικά μέσα οποιασδήποτε μορφής, βάζω άλλες 2 ώρες ημερισίως. Άλλες 2130 ημέρες κολλημένοι στην κίνηση λοιπόν.

Αυτό μας κάνει 13785 μέρες ζωής λοιπόν. Τα νούμερα φυσικά αλλάζουν για τον κάθε ένα, ναι; "Έλα μωρέ, είναι πολύς χρόνος, σιγά τα λάχανα" θα μπορούσε να πει κάποιος.

Το πακέτο είναι ότι αυτές οι μέρες αντιστοιχούν σε έναν δεκάχρονο. Για κάποιον που είναι τριάντα, ο αριθμός είναι 6485.

6485 μέρες ζωής ακόμα. Για κάποιον 30άρη που θα ζήσει μέχρι τα 80 του. Αρκετά μεγάλος αριθμός, ε;

Ίσως όχι αυτός που είχες στο μυαλό σου όμως...

6485

Εσύ πώς πέρασες την μέρα σου σήμερα;

Sunday, May 27, 2007

OBSIDIAN BLUE


Βρέθηκα σε αυτό το μέρος γιατί είναι ήσυχο, σαν παύση ανάμεσα σε ανάσες εραστών. Ο αέρας είναι γκρίζος αυτήν την ώρα που σου μιλώ, σαν από παλιά ταινία. Δεν ξέρω τι είναι εδώ-κάτσε να σου πω τι βλέπω.

Βλέπω πολλά δέντρα και λάμπες δρόμου αλλά δεν υπάρχουν δρόμοι, μόνο μονοπάτια. Παγκάκια και πεσμένα φύλλα παντού. Κάποιο πάρκο. Βράδυ. Βρέθηκα εδώ γιατί έχασα την συγκέντρωση μου και οι φωνές στο κεφάλι μου με παρέσυραν σε ποταμούς απελπισίας. Αποζήτησα ένα ήσυχο τοπίο και να 'μαι. Είναι φθινόπωρο αλλά δεν κρυώνω-πώς θα μπορούσα άλλωστε; Το μόνο κρύο που νιώθω είναι αυτό της χαμένης μου πορείας, αυτό που με κάνει τρομαχτικό και απρόσιτο. Τώρα που σου μιλάω δεν είναι κανείς εδώ. Ξέρω πως εσύ θα με ακούσεις στα όνειρα σου. Είμαι μόνος μου.

Χτες χάθηκα πάλι και βρέθηκα έξω από ένα σπίτι με αυλή. Στην αυλή υπήρχε ένα μεγάλο σκυλί που με κατάλαβε πριν καν συγκεντρωθώ. Άρχισε να γαβγίζει, να κάνει σαματά. Του μίλησα για λίγο στην τρομαγμένη του καρδιά και με κατάλαβε, ηρέμησε. Έκλαψα μπροστά του εκεί, μπροστά στην αυλόπορτα. Γιατί εκείνος μπορούσε να με καταλάβει, εσύ όχι. Έκλαψα γιατί συνειδητοποίησα πως δεν θέλω να είμαι μόνος πια. Χάθηκα, πέταξα και ξαναήρθα σε εσένα, να ξαναπροσπαθήσω να σε αγγίξω, να μιλήσω στην καρδιά σου. Αλλά δεν ήσουν έτοιμη να ακούσεις. Δεν ήσουν μόνη.

Υπήρχε κάποιος άλλος εκεί, κάποιος που φιλούσες και έγδυνες. Σε έσφιγγε στην αγκαλιά του και έμπαινε μέσα σου και ένωνε βίαια τον ιδρώτα του με τον δικό σου και...

Είμαι μόνος μου εδώ στο πάρκο και η νύχτα είναι γκρίζα. Σαν από παλιά ταινία. Τα αστέρια είναι ξεθωριασμένα, τα φώτα αχνά σαν κρυμμένα από χθόνια ομίχλη. Είναι ήσυχα. Μακριά κάποια παρέα γελάει. Μεθάει. Εσύ δεν είσαι μόνη σου τώρα. Πνίγεις την οδύνη σου πάνω στο σώμα κάποιου άλλου και μετά κουρνιάζεις στον λαιμό του και κοιμάσαι, όπως έκανες με εμένα. Αλλά εγώ είμαι εδώ, κάθομαι σε ένα παγκάκι και κοιτάω τον γκρίζο κόσμο, συγκεντρωμένος. Στην αρχή ήταν πολύ δύσκολο.
Αν δεν καταφέρνεις να συγκεντρώνεσαι, γίνεσαι ένα μικρό πούπουλο μέσα σε καταιγίδα και ο κόσμος σε παρασέρνει. Μπορεί να βρεθείς οπουδήποτε, παντού. Μπορείς να παραμείνεις έτσι για πάντα-ένα με όλα και μόνος- ή να καταφέρεις να σκεφτείς το ΠΟΥ και να είσαι εκεί σε μία στιγμή. Το πιό άσχημο είναι που δεν υπάρχουν χρώματα, τα πάντα είναι γκρίζα. Ναι, σαν από παλιά ταινία. Σιγά σιγά κατάφερα να συγκεντρωθώ σε ένα μέρος, σε ένα πρόσωπο. Γύρισα σε σένα πολλές φορές αλλά δεν ήσουν έτοιμη να με δεις, να με ακούσεις. Εγώ όμως σε έβλεπα, σε άκουγα, ήμουν δίπλα σου.

Σε είδα να κλαις. Παρατήρησα τα μαλλιά σου πάνω στο μαξιλάρι και σε άκουσα να λες το όνομα μου μέσα στον ύπνο σου. Μετά χάθηκα και όταν σε ξαναβρήκα πρέπει να είχε περάσει πολύς καιρός. Δεν ήσουν μόνη. Θεέ μου, πόσος καιρός πέρασε;

Καμία φορά μ' αρέσει να χαζεύω τους ανθρώπους, τις ζωές τους. Τα πρόσωπα τους. Άλλες φορές πηγαίνω σε μέρη που δεν έχει πατήσει ποτέ άνθρωπος- μέρη ιερά- και απολαμβάνω τοπία βγαλμένα από πίνακες ζωγραφικής. Κάποτε ζωγράφιζα και εγώ. Τώρα είναι όλα γκρίζα. Και θέλω πάντα να γυρνάω σε εσένα, ζωή μου.

Είναι σκληρό να έχεις ανάγκη κάποιον. Είναι φυλακή να μην μπορείς να του το πεις. Είναι η κόλαση να μπορείς να το πεις και ο άλλος να μην μπορεί να σε ακούσει. Γιατί η φωνή μου είναι αέρας, ένα ξαφνικό ανατρίχιασμα στον αυχένα σου. Τα χέρια μου είναι ιδέες, το σώμα μου ένα σχήμα που έχω διαλέξει εγώ. Όταν χάνω την συγκέντρωση μου, φωνές πλημμυρίζουν το κεφάλι μου και με παρασέρνουν μακριά. Σήμερα σε είδα ξανά μαζί του. Δεν αντέχω άλλο.

Στα λέω τώρα αυτά γιατί κοιμάσαι και ξέρω πως θα με ακούσεις. Θα πάρω λίγο από το όνειρο σου καρδιά μου και θα του δώσω νόημα, θα το κάνω αγκαλιά και θα στο στείλω. Για τελευταία φορά.

Άφησε με. Άσε με να φύγω. Δεν θέλω πια να είμαι μόνος μέσα σε αυτό το γκρίζο τίποτα. Προτιμώ να είμαι τίποτα και να θυμάμαι πως κάποτε ήμουνα τα πάντα για κάποιον. Και για αυτό πρέπει να με αφήσεις. Να φύγω.....

Είναι ήσυχα εδώ. Ήρεμα, σκοτεινά. Μυρίζει βρεγμένη γη.
Θα κοιμηθώ πάνω στο ρεύμα του νυχτερινού αέρα και θα ονειρευτώ και εγώ με την σειρά μου τον παράδεισο.

Και όταν ξημερώσει, ο ουρανός θα μου αποκαλυφθεί με ένα παγωμένο γαλάζιο και θα καταλάβω πως με άκουσες.

Monday, May 21, 2007

ΜΟΝΟ ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ


Είμασταν δίπλα δίπλα και κοιτάγαμε κάτω. Τον κόσμο.
Αέρινα πνεύματα χορεύανε στα μαλλιά μας και είμασταν και οι δύο όμορφοι. Άγγελοι. Τα φτερά μας διπλωμένα στις πλάτες μας, περίμεναν την πτήση σχεδόν ανυπόμονα, σαν με δική τους θέληση και νοημοσύνη. Θυμάσαι;
Είχες σταθεί λίγο πιό μπροστά και σιωπηλή χαμογελούσες.
Οι υπόλοιποι από την παρέα είχαν ήδη ξεκινήσει. Είχαμε μείνει εμείς, να χορτάσουμε λίγο ακόμα από ουρανό πριν ξαναγεννηθούμε. Είχαμε ήδη διαλέξει μονοπάτια. Το δικό σου ήταν πιο κακοτράχαλο από το δικό μου και θυμάμαι που προσπάθησα να σε μεταπείσω.

"Είσαι σίγουρη;"
"Απόλυτα" μου είπες και χαμογέλασες παιχνιδιάρικα. Εγώ φοβόμουν λίγο. Κάθε ζωή, κάθε πορεία είναι μία σκάλα προς το ΕΝΑ αλλά εσύ είχες πάρει μία απόφαση δύσκολη, που περιείχε πόνο.
"Δεν είναι ανάγκη να το κάνεις αυτό τώρα...εννοώ αν δεν θες. Μπορείς να διαλέξεις χαρά και ευτυχία για τις μέρες σου εκεί κάτω." Δεν ξέρω αν ακούστηκα φοβισμένος. Δεν ήμουν, αλήθεια. Ίσως λίγο ανήσυχος. Εσύ το κατάλαβες, δεν σταμάτησες να χαμογελάς.
"Όλες τις προηγούμενες φορές βίωσα το φως" μου είπες χωρίς να με κοιτάξεις. Το βλέμμα σου ήταν βυθισμένο στην ζωή από κάτω μας, πλανιόταν πάνω στους ανθρώπους, μέσα στις ψυχές τους.
"Τώρα είμαι έτοιμη για την εκπλήρωση. Για τον πόνο που θα μου δώσει αληθινά φτερά."

Δεν είχα κάτι να σου πω. Πήρα το χέρι σου στο δικό μου και για λίγο χαζεύαμε μαζί τον κόσμο σαν αιώνιοι φίλοι, σαν αδέρφια, χαρούμενοι και πλήρεις. Όταν το φως άρχισε να λιγοστεύει, χωρίς να μιλήσουμε, καταλάβαμε και οι δύο πως η ώρα πλησίαζε. Είχαμε ήδη αποχαιρετήσει τους υπόλοιπους-αδερφικές ψυχές που είχαν ξεκινήσει για το δικό τους ταξίδι. Με κάθε έναν από αυτούς, ένα σιωπηλό ραντεβού μας περίμενε κάπου στο μέλλον της ανθρώπινης ζωής μας. Δεν θα θυμόμασταν τίποτα από τα φτερά μας και από τα σχέδια που κάναμε. Πολλοί είχαν διαλέξει σεβαστές μερίδες πόνου να βιώσουν. "Εξελικτική οδύνη" το λέγαμε στις συναντήσεις μας και γελάγαμε όλοι με αγάπη γιατί ξέραμε ότι έτσι ήταν. Εσύ είχες διαλέξει το πιό σκοτεινό μονοπάτι από όλους μας. Ήσουν πάντα η πιό δυνατή.

Γι' αυτό τράβηξες το χέρι σου πρώτη και γύρισες να με κοιτάξεις, τελειωτικά. Εγώ δεν μπόρεσα να σε δω καθαρά, είχα βουρκώσει.
"Θα με βρεις;" σε ρώτησα προσπαθώντας να φανώ δυνατός, προσπαθώντας να μην κλάψω. Θυμάσαι;
"Το ξέρεις ότι θα σε βρώ. Και σένα και τους άλλους." Σκούπισες τα δάκρυα μου και μου χάϊδεψες το πρόσωπο. Με αγκάλιασες. Το φως είχε χαθεί ολοκληρωτικά. Πάνω στον σκοτεινό καμβά του ουρανού, δύο ζευγάρια φτερά λαμπύριζαν σαν άστρα. Είμασταν εμείς αγκαλιασμένοι και λέγαμε τα λόγια του αποχαιρετισμού. Λόγια επανασύνδεσης.

"Έλα, χαμογέλα" μου είπες και έκανες ένα βήμα πίσω. "Είναι μόνο μία ανάσα. Σ' αγαπώ"
Και βούτηξες απλώνοντας τα φτερά σου, στον κόσμο, τέλεια, υπέροχη πάνω στον αέρα. Ταξίδεψες γοργά προς την γέννηση σου και εγώ ψιθύρισα στην νύχτα: "Θα τα πούμε σε λίγο"
Κάθισα λίγο εκεί πάνω, στον ουρανό, χαζεύοντας τα άστρα.
Και το δικό μου μονοπάτι είχε πόνο μέσα. Αλλά εσύ μου είχες δώσει δύναμη. Με το χαμόγελο σου. Με την αγέρωχη πτήση σου προς την ζωή.

Βούτηξα στον κόσμο χωρίς να κοιτάξω πίσω. Ανυπομονώντας να ξανασυναντηθούμε όλοι, να αναγνωρίσουμε ο ένας στο βλέμμα του άλλου τον ουρανό.
"Είναι μόνο μία ανάσα" μου είχες πει. Θυμάσαι;

Με ακούς;

Είσαι εκεί;

Εγώ θυμήθηκα. Είμαι εδώ.

Και βλέπω τον ουρανό στα μάτια σου.



Στα αγγελάκια που περνάνε δύσκολα αυτόν τον καιρό: Είναι μόνο μία ανάσα...

Friday, May 11, 2007

ΛΑΒΑ


Μια φορά και έναν καιρό,

έσκασε ένα καλοκαίρι που τα ξετίναξε όλα με την ζέστη του. Σαν να έπινε ο Θεός ένα ποτήρι λάβα διαβάζοντας Stephen King. Και εκεί που πήγε να πιάσει το ποτήρι του, το σκούντηξε κατά λάθος και αυτό χύθηκε πάνω στον κόσμο.

Και εγέννετο η ιδρωμένη μασχάλη και το κολλημένο βρακί στα σκέλια.
Και επιγεννήθησαν τα γεμάτα λεωφορεία. Οι λεκέδες στις κάλτσες και η μάκα πίσω απ' τα αυτιά.

Οι άνθρωποι είχαν να το λένε: τέτοια ζέστη ήταν που είχε ξεκληρίσει τους δεινόσαυρους. Η Κόλαση κατέβασε στόρια. Δεν είχε νόημα η ύπαρξη της καθώς η θερμοκρασία στα ανώτερα πατώματα ήταν μεγαλύτερη και άρα πιό βασανιστική. Ο Βελζεβούλ έστησε περίπτερο στην Ομόνοια και πούλαγε πάγο. Δέκα ευρώ το κυβάκι. Όλοι ήθελαν αλλά κανένας δεν αγόραζε και έτσι το μαρτύριο τους παρατείνονταν. Ο Βελζεβούλ ήταν ευχαριστημένος.

Τα σκυλιά με κρεμασμένες γλώσσες ξάπλωναν στις σκιές ημιθανούντων δέντρων. Δέντρα που πάσχιζαν να ανασάνουν μέσα στον καυτό αέρα. Με κάθε ανάσα τους, έχαναν και από ένα φυλλαράκι. Τα παιδιά στις γειτονιές σταμάτησαν να παίζουν τα παιχνίδια τους. Μαζεύονταν σε σπίτια πλούσιων φίλων που είχαν air condition και βλέπανε βραζιλιάνικα. Οι γονείς δούλευαν για να πληρώνουν τα air condition.

Οι άνθρωποι σταμάτησαν:

1) Να κάνουν σεξ. Η εφίδρωση απαγορεύτηκε από τον νόμο. Μόνο βιαστικοί αυνανισμοί σε ελεγχόμενο περιβάλλον επιτρέπονταν, κάτι που είχε μεγάλο αντίκτυπο στις σχέσεις.
2) Να γυμνάζονται
3) Να τρώνε ζεστά φαγητά. Μόνο κρύα σάντουιτς και σαλάτες. Τα μεξικάνικα delivery χρεωκόπησαν. Οι ιδιοκτήτες τους άνοιξαν παγωτατζίδικα που με την σειρά τους χρεωκόπησαν και αυτά.
4)Να περπατάνε. Τα πεζοδρόμια καταργήθηκαν και αντικαταστάθηκαν από χώρους ρίψης σκουπιδιών. Όχι κάδους. Χώρους ρίψης. Οι ιδιοκτήτες των αντιστοιχούμενων διαμερισμάτων απλά πετούσαν τα σκουπίδια τους ακριβώς από κάτω. Σε μικρό διάστημα είχε πεθάνει και το τελευταίο αδέσποτο από καλπάζουσα χολέρα, κάτι που το ευχαρίστησε τα μάλλα καθώς όντας το τελευταίο αδέσποτο, ήξερε πως πιθανολογικά όλες οι φόλες προορίζονταν για αυτό και μόνο αυτό.

Οι άνθρωποι βρήκαν καινούργιες λέξεις για την ζέστη. Μολυβόχυμα, κοκκινοπνοή, λιωστύρι, πλαντάξια, τροπική πλαντάξια. Τις ψιθύριζαν στον καυτό ύπνο τους, πάνω σε μουσκεμένα σεντόνια που δεν μπορούσαν να πλυθούν λόγω της παρατεταμένης λειψυδρίας. Ο λόγος έφθινε. Η ομιλία κατανάλωνε πολλή ενέργεια. Αναπτύχθηκε η βλεφαρική επικοινωνία που με την σειρά της, έδωσε το έναυσμα για την αρχή της κατανόησης της γλώσσας των νεογέννητων μωρών. Όλα έμοιαζαν να λένε με το που γεννιούνταν: "Που σκατά με φέρατε;"

Με πλησμονή όλοι καρτερούσαν τον χειμώνα. Οι μισοί πεθάνανε με αυτήν την πλησμονή, στεγνοί, απελπισμένοι. Για τιμωρία μιλούσαν οι θρήσκοι, για υπέρτατη πόρωση οι παραθεριστές στην Ιμπίθα.

Οι τέχνες εξαφανίστηκαν. Οι πόροι της γής ελλατώθηκαν σε ανησυχητικά επίπεδα. Ο χειμώνας ήρθε αλλά το καλοκαίρι δεν έφυγε. Η ζέστη σαν ερωτευμένη πόρνη, παρέμεινε στο πλευρό του κόσμου. Η ανθρωπότητα κατά τον Δεκέμβριο, δέχτηκε την μοίρα της.

Μετά την γιορτή της Πρωτοχρονιάς που έγινε στους 42 βαθμούς, εθεάθη το εξής γκραφίτι σε κολώνα της Ακρόπολης:

"ΡΕ ΘΕΕ! ΜΗΠΩΣ ΝΑ ΤΟ ΓΥΡΝΑΓΕΣ ΣΕ ICE TEA;;;"

Καλό καλοκαίρι