Wednesday, February 21, 2007

TRIPS TO INSANITY


Ένα τριπάκι στην παράνοια. Αν και μου υποσχέθηκα να τα μειώσω αυτά. Εντάξει καλλιτέχνης είπαμε, αλλά η τρέλλα θέλει όρια. Ή μήπως τελικά δεν θέλει;

Έτσι επειδή αυτή την ώρα, όλοι κοιμούνται και εγώ ακούω τα όνειρα τους. Με κουφαίνουνε.
Έτσι επειδή μπορώ. Ελπίζω να με ακούς.

-

Θέλω να σκίσω το μυαλό μου στα δύο και να βρω την κρυμμένη εικόνα σου, να την ξαναπλάσω για να την απολαύσω πάλι. Σε έχω χάσει λίγο, το πρόσωπο σου έχει γίνει λίγο θολό-σαν μυρωδιά. Θέλω να πάρω αίμα και χώμα και να σε φτιάξω σαν άγαλμα να είσαι εδώ μπροστά μου. Βαρέθηκα να σε περιμένω μπροστά στην ονειροπύλη μου. Την διαβαίνεις σπάνια. Αλλά όταν την περνάς, ξυπνάω με δάκρυα χαράς. Ζωή μου. Ανάσα μου πρώτη.
Θέλω να σε θυμηθώ πάλι, γιατί με μισώ λίγο κάθε φορά που μου είναι δύσκολο να σε θυμάμαι. Θέλω να μου είσαι γνώριμη, δεν θέλω να είσαι μία ανάμνηση.
Θέλω ένα θαύμα....
Χωρίς δεύτερη σκέψη-όχι!
Χωρίς ΣΚΕΨΗ θα έδινα την ψυχή μου, θα γινόμουνα αιώνιος σκλάβος σε κάποια άσχημη κόλαση για να σε αγκαλιάσω για τρία δευτερόλεπτα. Για να σε αγκαλιάσω πάλι. Δεν μου αρκούν οι φωτογραφίες. Μου φαίνονται χρωματιστά χαρτιά που δεν αγγίζουν την αλήθεια. Εγώ θέλω τη σάρκα και την αφή. Σαν πεντάχρονος τη ζητώ με πείσμα.

Απεχθάνομαι εκείνους που υποστηρίζουν ότι δεν έχει αλλάξει τίποτα. Δεν ξέρουν. Και εύχομαι να μην μάθουν. Αλλά θα μάθουν...

Θέλω αυτό που άλλοι το παίρνουν δεδομένο. Με λύσσα θα ξεσκίσω τα αυτιά τους και θα τους ουρλιάξω πως είναι άδικοι με την ζωή τους. Αχάριστοι. Όπως ακριβώς ήμουνα και εγώ. Πριν...
Θέλω να ζωγραφίσω την κάρτα γενεθλίων σου και να είσαι εδώ για να την πάρεις. Θέλω να σε τρομάξω καθώς θα μπαίνεις στο σπίτι μετά από δουλειά και να γελάμε μετά για ώρα. Έγραψα ένα τραγούδι για σενα. Δεν το άκουσε κανένας. Οι άλλοι κοιμούνται τώρα.

Θέλω να πάρουμε μαζί το μετρό και να πάμε μία βόλτα. Εσύ δεν τα πρόλαβες αυτά. Θέλω να με κακομάθεις με πρωτογιάχνη και ταραμοσαλάτα. Χτες έφαγα από τις έτοιμες και βούρκωσα λίγο. Έφτιαχνες τόση που την πετάγαμε στο τέλος. Θέλω, κάνω, είμαι, πρέπει, τρελάθηκα λίγο από τον όμορφο πόνο του ΟΛΟΥ. Με ακούς;

Όλοι κοιμούνται τώρα και εγώ θα ταξιδέψω και σαν τρελλός θα προσευχηθώ να έρθεις απόψε-έχεις καιρό να φανείς και μου έλειψες. Άνοιξα ένα συρτάρι και βρήκα κάτι γραμμένο με τον γραφικό σου χαρακτήρα. Μούδιασα μέσα μου. Ποτέ ένα χαρτάκι δεν είχε τόση ενέργεια. Το πέταξα γιατί έτσι είναι το πρέπον. Ήθελα να το φυλάξω όμως. Σε μισώ. Τι έκανες; Ξέρεις τι έκανες; Παρ'το πίσω. Όλοι κοιμούνται τώρα. Και εγώ κοιμάμαι και θα ξυπνήσω για να με μαλώσεις που παρακοιμήθηκα. Μου έχεις έτοιμο το σάντουιτς και όλα ήταν ένας εφιάλτης. Πέρασα την ονειροπύλη και έζησα όλα αυτά τα χρόνια μέσα σε ένα όνειρο, μία πλάνη. Είμαι μόλις 10 χρονών και εσύ είσαι εδώ. Δεν θέλω να ξυπνήσω. Όλοι κοιμούνται. Σε μισώ. Σε λατρεύω Θεέ μου...Ανάσα μου.

Θέλω να με δεις να παντρεύομαι.
Θέλω να με δεις να δημιουργώ και να γελάω. Τι έκανες; Ξέρεις τι έκανες; Με ακούς; Έχω πιει λίγο παραπάνω σήμερα αλλά δεν τρομάζω γιατί κοιμάμαι. Όλο κοιμούνται, άρα και γω. ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΟΛΕΜΗΣΩ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΘΕΟΥΣ ΓΙΑΤΙ ΜΕ ΕΚΑΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΚΑΙ ΕΤΣΙ ΜΕ ΑΦΗΣΑΝ. Να τους κλέψω την δύναμη και να σε φέρω πίσω. Και ας τιμωρηθώ μετά.
Μη με κακοκαρδίζεις. Ζηλεύω τα φτερά σου-άνθρωπος είμαι και σκέφτομαι με χώμα. Εσύ τώρα είσαι αέρας.
Ανάσα μου.
Μη με κακοκαρδίζεις. Κάποτε ήμουνα γιος. Τι έκανες; Που πήγες; Μ' ακούς;

-

Όλοι κοιμούνται τώρα. Εγώ είμαι ξύπνιος. Το ξέρω καλά. Το ποτήρι δίπλα μου άδειασε πάλι. θα πάω να ξαπλώσω μέσα στα χέρια της γυναίκας μου.
Μη με κακοκαρδίζεις. Είμαι κουρασμένος.

Και αν δεν έρθεις σήμερα, δεν θα σε κακοκαρδίσω ούτε εγώ...




Tuesday, February 13, 2007

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ


Ήταν Νοέμβρης και η μέρα ήταν γκρίζα σαν στάχτη. Υποτίθεται ότι τα σχολεία ήταν κλειστά λόγω της 17ης και έτσι ο Μάρκος είχε βγει σε μία από τις γνωστές σουλάτσες του. Εκείνες με το σκυφτό κεφάλι και το άδειο βλέμμα. Δυστυχώς όχι αρκετά άδειο, γιατί τους είδε να φιλιούνται και να χουφτώνονται και όση ώρα τους παρατηρούσε, ευχήθηκε να τον έβλεπαν και αυτοί, με κάποιον τρόπο να γυρίσουν προς το μέρος του και να πάθουν συγκοπή. Τα κεφάλια τους δεν ξεκόλλησαν, η συγκοπή δεν ήρθε. Ο Μάρκος άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού και πήγε στο τραπέζι τους. Στάθηκε μπροστά τους και σχεδόν γέλασε με τον ήχο των ρουφηχτών φιλιών τους. Πόσο καιρό άραγε; σκέφτηκε. Πόσο καιρό αυτό το φίδι την γούσταρε και έπαιζε τον κολλητό; Τον Μιχάλη τον ήξερε πάνω από τρία χρόνια (από το Γυμνάσιο) και είχαν περάσει μαζί από τις πύλες της κόλασης. Εφηβεία, όχι αστεία.

« Την έχεις πηδήξει;»
Η ηδονή ξεκινούσε. Κάτι βαθιά μέσα του, αργοξυπνούσε και χασμουριόταν, κάτι επικίνδυνο. Ο Μάρκος το καλωσόρισε.
Το ζευγαράκι πάγωσε πρώτα, τα κλειστά τους μάτια τώρα ανοιχτά και γουρλωμένα. Το χέρι της Νεφέλης να σφίγγει τον ώμο του Μιχάλη. Σαν γαμημένη ταινία του ’50.
«Μα....Μάρκο;», η φωνή της ξερή και αχνή από τα φιλιά. Δεν την κοίταξε καν. Η σειρά της θα ερχόταν. Τώρα προείχε ο Μιχάλης ο οποίος, προσπαθούσε να πει κάτι αλλά δεν μπορούσε.
«Λέγε ρε, την έχεις πηδήξει;». Από τα διπλανά τραπέζια κάποιοι έριξαν γρήγορες ματιές και επέστρεψαν ψεύτικα στους καφέδες τους. Τα μάτια του Μάρκου είχαν πάρει φωτιά, οι γροθιές του είχαν σφιχτεί. Ο Μιχάλης δεν είχε ξαναδεί ποτέ τον κολλητό του σε αυτήν την κατάσταση. Αυτό σε συνδυασμό με την μυρωδιά φόνου που πλανιόταν στον αέρα, τον είχαν καταστήσει λεκτικά ανάπηρο. Το μόνο που μπορούσε να ψελλίσει ήταν «ρε Μάρκο....ρε συ.....ρε Μάρκο...» σαν χαλασμένο CD.
Ο Μάρκος τράβηξε μία καρέκλα και κάθισε έτσι που να τους έχει και τους δύο απέναντι του. Κοίταξε τον Μιχάλη. Όση ώρα του μιλούσε, τα γαλάζια μάτια του δεν έφυγαν από τα καφετιά του χεσμένου πρώην φίλου του.
«Δεν είναι ότι με κορόιδεψες, ούτε ότι μου το έπαιζες φίλος. Όσες συμβουλές και αν μου έδωσες όταν με χώρισε αυτό το πουτανάκι...», λανθασμένα ο Μιχάλης πήγε να αντιδράσει αλλά το αίμα μέσα στα μάτια του Μάρκου τον έκανε να σκάσει. Η Νεφέλη κοίταξε στιγμιαία τον νυν και μετά ,τρομαγμένη τον πρώην.
«...όσες συμβουλές και αν μου έδωσες τις εκτίμησα και σε ευχαριστώ.», κυνισμός. Ελάτε να σας δείξουμε πώς γίνεται.
«Δεν με τσαντίζει αυτό. Δεν με τσαντίζει καν το γεγονός, ότι δεν σεβάστηκες τα όσα περνάω. Το θάνατο της θείας μου, τις μαλακισμένες αγωνίες μου...δεν με τσαντίζει που τρία χρόνια σε πίστεψα σαν αδερφό και φίλο και κολλητό. Καταλαβαίνεις;». Ο Μάρκος έσκυψε λίγο πιο κοντά του και ανεπαίσθητα ο Μιχάλης τραβήχτηκε προς τα πίσω. Η Νεφέλη του έσφιγγε το χέρι χωρίς η ίδια να το καταλαβαίνει. Κάποια κεφάλια είχαν γυρίσει προς το μέρος τους αλλά αυτό δεν ενοχλούσε τον Μάρκο. Μισή ντροπή δική του, τρία τέταρτα δική τους.
«Αυτό που με τρελαίνει, αυτό το οποίο θα δυσκολευτώ να ξεπεράσω ρε αρχίδι, είναι ο χρόνος που σου χάρισα. Χρόνος από την ζωή μου. Τρία χρόνια πεταμένα ρε μπάσταρδε. Αυτά μπορείς να μου τα ξαναδώσεις; Τρία χρόνια στα σκουπίδια. Δεν θα μπορώ να κοιμάμαι τα βράδια για πολύ καιρό. Όχι για σένα, ΣΙΓΟΥΡΑ όχι για κείνη, ούτε για την φιλία μας, αλλά για τον χρόνο που έχασα.» Παύση θεατρική. Με ιδιαίτερη χαρά, ο Μάρκος παρατήρησε μικροσκοπικά δάκρυα να σχηματίζονται στις άκρες των ματιών του κολλητού.
«Φτούσου παλιόπουστα» είπε ο Μάρκος και έφτυσε κανονικά προς το μέρος του Μιχάλη, οι λέξεις να γεμίζουν το στόμα του σαν καραμέλα. Ο πρώην φίλος έσκυψε το βλέμμα στο πάτωμα.
Ο Μάρκος έστρεψε το βλέμμα του στη Νεφέλη και αυτό που είδε στα μάτια της, τον έκανε να πονέσει βαθιά μέσα του. Η Νεφέλη σφιγγόταν και είχε θυμώσει –άγνωστο με τι ακριβώς- και μπορούσε να διακρίνει πάνω της την αποστροφή που της είχε γεννήσει. Μία γνήσια πουτάνα. Ο πόνος χάθηκε και επέστρεψε η πείνα. Πείνα για την υπέροχη απόλαυση που έρχεται μαζί με το μαρτύριο εκείνων που έχουν σφάλει. Κατά Μάρκον π.12 κ.34 σ.2
Βούτηξε τα πινέλα σε φρέσκες μπογιές και συνέχισε το αριστούργημα.
«Είσαι η πρώτη γυναίκα στη ζωή μου και γι’ αυτό δεν θα σε ξεχάσω ποτέ... μάλλον. Αυτό από μόνο του, με γεμίζει με μία μαγική δύναμη. Ξέρεις ποια είναι αυτή;»
Η Νεφέλη σχεδόν τρομαγμένη δεν τολμούσε να μιλήσει.
«Η δύναμη της ενόρασης. Η ικανότητα να μπορώ να δω στο μέλλον σου καλή μου. Και τώρα θα το μοιραστώ μαζί σου.» Θεατρική παύση. Το στόμα της Νεφέλης έτρεμε σπασμωδικά σαν ένα μικρό κοριτσάκι που μόλις είχε κάνει μία σοβαρή ζημιά και το τσάκωσαν στα πράσα.
«Ξεκίνησες τον ρόλο σου σαν γυναίκα σ’ αυτόν το πλανήτη μαζί μου και μέχρι εδώ όλα καλά. Ερωτευθήκαμε και όλα καλά. Όλα χαλάνε στο σημείο όπου εσύ ανακαλύπτεις ότι αυτό που έχεις ανάμεσα στα πόδια σου είναι ένα εργαλείο ελέγχου. Ο Μιχάλης είναι μόνο ο πρώτος από πολλούς που θα ακολουθήσουν. Οι θεοί το ξέρουν πως είσαι πανέμορφη -όχι- πως είσαι μουνάρα και οι άντρες που θα συναντάς θα σκέφτονται μόνο ένα πράγμα. Πώς ακριβώς θα καταφέρουν να σε γαμήσουν.»
«Πάψε», ο ανεπαίσθητος ψίθυρος από τα χείλη της Νεφέλης ξέφυγε σαν πορδή γρίπης όμως ο Μάρκος είχε κουφαθεί. Είχε ρέντα τώρα.
«Και οι πιο πολλοί από αυτούς, θα κάνουν ακριβώς αυτό. Θα σε γαμάνε και μετά θα σε παρατάνε. Και αυτό θα συνεχιστεί μέχρι που μία μέρα θα καταλάβεις ότι τα χρόνια περάσαν και πως θα ήταν καλύτερα να νοικοκυρευτείς και θα κάνεις ακριβώς αυτό. Δεν ξέρω πότε ακριβώς, στα 30 σου, στα 40 σου, δεν έχει σημασία. Σημασία έχει πως θα παντρευτείς και μάλλον θα κάνεις και δύο μούλικα από έναν άντρα που μάλλον δεν θα αγαπάς και όλοι τους ανεξαιρέτως θα σε ρουφήξουν μέχρι να αδειάσεις. Ο άντρας θα σε γαμάει τα βράδια μέχρι να έρθει η στιγμή που τα κρεμασμένα σου βυζιά θα τον αηδιάζουν και θα βρει κάποια άλλη και τα παιδιά θα σε γαμάνε την μέρα –πρώτα με τις απαιτήσεις τους και μετά με την αδιαφορία τους. Κάπου στα 50κάτι σου θα αποκτήσεις καρκίνο του μαστού και θα σου κόψουν τα βυζιά και το μόνο που θα έχει μείνει για να σου θυμίζει τον παλιό σου εαυτό θα είναι οι φωτογραφίες σου από τις ανέμελες μέρες. Αυτές εδώ», τόνισε ο Μάρκος και κοίταξε γύρω του την καφετέρια.
«Θα πεθάνεις σύντομα και εδώ, ερχόμαστε στο σημείο που ήθελα να φτάσω εξ’ αρχής. Όταν πεθάνεις, άσχημη και ξεχασμένη και ΣΙΓΟΥΡΑ μόνη, θα σε θάψουν σε ένα μίζερο, καχεκτικό τάφο με μία άσχημη φωτογραφία σου πίσω από το τζαμάκι. ΑΥΤΟΝ τον τάφο θα κατουρήσω και θα φτύσω μωρή πουτάνα. ΑΥΤΟΝ τον τάφο θα βεβηλώσω και θα χέσω και θα το κάνω βράδυ και κανένας δεν θα με πιάσει και θα νομίζουν πως ήταν τίποτα κωλόπαιδα αλλά θα είναι ο 50άρης εαυτός μου που θα το κάνει αυτό και να είσαι σίγουρη ότι θα γίνει. Στο ορκίζομαι. Απλά θέλω να το ξέρεις και να μην έχεις καμία αμφιβολία μέσα σου για αυτό. Ότι συγγενείς μπορεί να έχεις, την επόμενη μέρα θα καθαρίζουν τα δικά μου σκατά από τον τάφο σου.» Μία μικροσκοπική φλέβα είχε πεταχτεί στο μέτωπο του αλλά τουλάχιστον είχε κρατήσει την φωνή του σταθερή. Η Νεφέλη είχε σκύψει στο πάτωμα και έκλαιγε σιωπηλά. Ο Μιχάλης κοίταζε με γουρλωμένα, γεμάτα δάκρυα μάτια τον πρώην φίλο του και δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά του. Είναι απίστευτο το πόσο ηδονικό είναι αυτό, σκέφτηκε ο Μάρκος με μία δόση παράνοιας. Τελικά η εκδίκηση θα μπορούσε να γίνει τρόπος ζωής.
«Μην τολμήσει κανείς από τους δύο σας να πάρει τηλέφωνο.», πρόσθεσε και σηκώθηκε μαλακά από το τραπέζι. Τα μάτια του έπεσαν στο πακέτο τσιγάρων του Μιχάλη. Το πήρε ολόκληρο και βγήκε από την καφετέρια.

Wednesday, February 07, 2007

HUMAN SMELL 2


Είμαι μία όμορφη ψυχή.
Θέλω να βγω στον κόσμο και να αναπνεύσω την ζωή. Θέλω να μάθω να ζωγραφίζω και να χορεύω. Θέλω να πονέσω μόνο και μόνο για να μάθω να εκτιμώ το γέλιο.
Τόσες επιθυμίες...μακάρι να μπορέσω να τις εκπληρώσω όλες. Θα αφοσιωθώ στο να τις κάνω πραγματικότητα. Η ζωή μου θα είναι φως. Τα όνειρα μου θα είναι η ζωή μου. Θέλω να αγαπήσω τόσο πολύ. Έχω τόση πολλή αγάπη μέσα μου. Θέλω να βρω ένα ταίρι και να του δώσω όλο μου το είναι.
Είμαι μία όμορφη ψυχή.
Θα χαρίσω γέλιο και χαρά. Και θα απολαύσω το γέλιο και την χαρά που θα μου χαρίσουν. Το ορκίζομαι σε εμένα. Το ορκίζομαι στους γονείς μου που μου δίνουν αυτό το σώμα. Το ορκίζομαι στην αρχαία ΦΥΣΗ που μας ορίζει όλους. Θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να είμαι άνθρωπος. Περίμενα για πάντα αλλά τώρα ήρθε η δική μου στιγμή. Να νιώσω. Να με νιώσουν. Όλες οι αισθήσεις, όλα τα συναισθήματα, αυτός ο θησαυρός που λέγεται ΖΩΗ. Μου ανήκει και θέλω να κλαίω για πάντα από χαρά.
Είμαι μία όμορφη ψυχή.
Από όμορφους γονείς.
Θα περιμένω εδώ λίγο ακόμα - η νεοσχηματισμένη μου καρδούλα θα τρέμει από ανυπομονησία. Θα βγω στο ΦΩΣ και θα ουρλιάξω την ηδονή της γέννησης μου, να με ακούσουν όλοι. Ήρθα! Είμαι εδώ! Σας ευχαριστώ! Τώρα θα γιορτάζω κάθε μέρα, μέχρι να σταματήσω να υπάρχω. Ξέρω πως το ταξίδι είναι σύντομο αλλά θα το ξεχάσω και αυτό μέσα στην ομορφιά. Και με την προστασία σας θα γίνω δυνατός. Θα περπατήσω για να φτάσω όλα αυτά τα όνειρα που ευχάριστα με ζαλίζουν, τώρα που περιμένω εδώ.
Είμαι μία όμορφη ψυχή.
Θα περιμένω λίγο ακόμα. Και μετά θα σας αντικρύσω για πρώτη φορά...

-

-Δυστυχώς...λυπάμαι...αλλά είναι όντως όπως σας τα είπα. Το παιδί θα γεννηθεί δυσλειτουργικό. Το συγκεκριμένο σύνδρομο θα του στερήσει την ποιότητα ζωής που αξίζει σε έναν φυσιολογικό άνθρωπο. Τι να σας πω.........

-Εεεε...ίσως....τότε....
....
....
....
....
ρίχτε το....
ρίχτε το γιατρέ....

Tuesday, February 06, 2007

HUMAN SMELL 1



Με το παραπονεμένο ύφος της ικεσίας παρακαλούσε τους περαστικούς.
Τι ζήταγε; Λεφτά νομίζω. Ναι, λεφτά (πώς μου' ρθε να πω αγκαλιά;). Γύρω μας το χάος-Χριστούγεννα στη Αθήνα. Η λαοθάλασσα στην Ερμού να μοιάζει σαν εφέ φτιαγμένο από υπολογιστή (μα που τους βρήκαν τόσους κομπάρσους;). Ο κόσμος μας προσπερνούσε σαν σε fast forward. Εκείνη καθισμένη κατάχαμα, παρ' όλο το κρύο. Εγώ σε ένα παρτεράκι, περίμενα τον κολλητό. Θα πηγαίναμε για καφέ.
Την χάζεψα αρχικά γιατί ήταν όμορφη. Και νέα. Τσιγγάνα. Αλλά με πάρα πολύ πόνο στο πρόσωπο της. Η πρώτη μου σκέψη ήταν πως όλο αυτό ήταν ένα καλοφτιαγμένο θέατρο. Αυτή το κάνει αυτό κάθε μέρα, σκέφτηκα και άναψα τσιγάρο. Ρε την άτιμη.
Οι άνθρωποι να μας προσπερνάνε, να τρέχουν βουλιμικά στις αγορές τους, να αδειάσουν τα μαγαζιά και μετά να τρέξουν στα τραπέζια τους με τις γυναίκες και τα μούλικα τους. Με τα χρέη τους και τις ληγμένες κάρτες τους. Εκείνη και εγώ, απέναντι ο ένας από τον άλλον, οι ύφαλοι μέσα σε εκείνη την τρικυμία.
Φορούσε μία ξεφτισμένη καφέ ζακέτα, πάνω από καμιά δεκαριά άλλα ρούχα. Η φούστα της ήταν κυπαρισσί, βρώμικη. Επίτηδες άραγε; Δεν φορούσε παπούτσια και θυμάμαι που σκεφτόμουνα: Μα καλά ρε πούστη μου, δεν κρυώνει; Πρέπει να έχει 2 βαθμούς τώρα...Το ένα χέρι της προτεταμένο να ζητάει ελεημοσύνη. Το άλλο να κρατάει σφιχτά στο βυζί της ένα φασκιωμένο μωρό. Όχι, δεν το θήλαζε, απλά το έσφιγγε πάνω της. Μέσα από τα πανιά που το είχε τυλίξει, φαίνονταν μόνο το προσωπάκι του και το ένα χεράκι του. Ήταν λίγο μπλε. Μάλλον από το κρύο. Θυμάμαι (ναι, το θυμάμαι ξεκάθαρα) που σκέφτηκα: αυτοί δεν μασάνε από αυτά, είναι μαθημένοι. Και τα παιδιά τους έτσι τα μεγαλώνουν και δεν αρρωσταίνουν ποτέ. Καθησύχασα τον εαυτό μου και κοίταξα αλλού.
Η φωνή της, μία μονότονη παραφωνία μέσα στο γενικό κονσέρτο της γιορτινής Ερμού.
Σααας παρακαλώ, να έχετε υγεία και ευτυχία, μία βοήθεια.
Κοίταξα για λίγο αυτούς που περνούσαν από δίπλα της. Κανείς δεν την κοίταγε στα μάτια. Όλοι ήταν απορροφημένοι στην γιορτινή απόδραση τους. Και εκείνη να εκλιπαρεί. Άρχισε να με ενοχλεί λίγο.
Γιατί δεν πιάνει μία δουλειά; Το παιδάκι τι της φταίει; Άραγε ξέρει αυτή τι είναι adsl και blog; Βλέπει ταινίες; Αν πάω κοντά θα βρωμάει; Τα σκεφτόμουνα και φτιαχνόμουνα μόνος μου, ένιωθα λίγο καλύτερος από αυτή. Αλλά η πουτάνα, με τι πιστότητα έπαιζε τον ρόλο της...το μωράκι κολλημένο στο βυζί να μην χαμπαριάζει από κρύο και θόρυβο. Το βλέμμα της από αρχαία τραγωδία. Μπράβο...

Ήρθε ο κολλητός και εξαφανιστήκαμε κάπου στο στομάχι της Αθήνας, εκεί γύρω. Ώρες αργότερα πήραμε τον δρόμο του γυρισμού και βρεθήκαμε στο ίδιο σημείο, πηγαίνοντας για το μετρό του Συντάγματος. Είδαμε συφερτό από μακριά, κόσμο μαζεμένο, φωνές. Πλησιάσαμε και εμείς να δούμε, κλασσικοί περίεργοι.
Οι άνθρωποι είχανε φτιάξει έναν κύκλο και στην μέση του ήταν η τσιγγάνα. Ούρλιαζε. Κράταγε το μωρό στα χέρια της, το οποίο δεν κουνιότανε. Το κεφαλάκι του πηγαινοέρχοταν σαν κούκλας. Ο πόνος στο πρόσωπο της ήταν πολύ αληθινός. Αυτό δεν ήταν θέατρο. Ήταν ένας εφιάλτης που μας δάγκωνε τις μούρες, εν μέσω γιορτών. Κάποιοι είχανε αηδία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα τους. Κάποιοι αρπάζανε τσάντες και παιδιά και λακίζανε. Κάποιος είπε να πάρουμε την αστυνομία αλλά δεν νομίζω να κουνήθηκε κανείς. Άλλωστε Ερμού ήμασταν, θα περνάγανε σε λίγο οι μπάτσοι από μόνοι τους. Κοιτάγαμε. Εκείνη ούρλιαζε.

Ώρες πριν την χάζευα και από μέσα μου την κορόϊδευα. Δεν την κοίταζε κανείς στα μάτια και εγώ ένιωθα ανώτερος της, έτσι που την έβλεπα.
Βρώμικη.
Ρακένδυτη.
Με το νεκρό μωρό της, στην αγκαλιά της.

Αυτή το κάνει αυτό κάθε μέρα....