Monday, January 29, 2007

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΜΑΤΙΑΣ ΣΟΥ


Το βλέμμα/το κοίταγμα/ η ατένιση είναι ενέργεια που μεταφέρεται. Είναι ένα κομματάκι της ψυχής σου που ξεκολλάει και φεύγει από σένα αλλά παραμένει ΕΣΥ. Όταν κοιτάς κάποιον στα μάτια, ανταλλάζεις ψυχές μαζί του. Ακόμα και με τα ζώα. Σας έχει κοιτάξει γάτα μέσα στα μάτια;
Η ματιά είναι απτή και αναμφισβήτητη δύναμη. Όταν ατενίζεις ένα τοπίο γίνεσαι κομμάτι του για πάντα. Όταν κοιτάς έναν πίνακα, γίνεσαι τα χρώματα του. Τουλάχιστον, εγώ το πιστεύω αυτό. Το παρακάτω κείμενο ήταν μία ιδέα που είχα για μία ταινία μικρού μήκους. Το αφιερώνω με πολλή αγάπη σε εκείνους που περνάνε την μέρα τους με χαμηλωμένο βλέμμα, με βλέμμα άδειο. Το αφιερώνω σε εκείνους που δεν κοιτάνε κανέναν στα μάτια.
-----

Ο Γιώργος σηκώθηκε από το κρεβάτι του το πρωί εκείνου του Σαββάτου και κατέβηκε γοργά γοργά στον δρόμο για να συναντήσει τους φίλους του. Είχανε κανονίσει ημέρα εξερεύνησης με την συμμορία. Με το χαμόγελο χαραγμένο στα χείλη του, έτρεξε στην κουζίνα για να αρπάξει μία φέτα ψωμί με λίγη μαρμελάδα. Η μητέρα του πριν φύγει, του είπε να προσέχει κοιτώντας τον βαθειά στα μάτια. Ο Γιώργος εξαφανίστηκε από την πόρτα σε έναν μαγικό κόσμο παιχνιδιού και γέλιου. Η μητέρα του ξεκίνησε να φτιάχνει το φαγητό της μέρας όταν χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο διαχειριστής της πολυκατοικίας-ένας ευγενέστατος κύριος- που ήθελε να την ενημερώσει για την αυριανή διακοπή νερού. Κοιταχτήκανε στα μάτια και όταν ο διαχειριστής ανέβηκε και στους υπόλοιπους ορόφους, είχε πάρει στο βλέμμα του τον Γιώργο και την μαμά του. Στον τρίτο όροφο, η Βάσω, έπεσε πάνω στον διαχειριστή την ώρα που εκείνος έβγαινε από το ασανσέρ και εκείνη έμπαινε. Τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Πήρε μαζί της τον διαχειριστή, τον Γιώργο και την μαμά του και έφυγε βιαστική γιατί είχε αργήσει στο ραντεβού της με την κολλητή της, στην Πλάκα. Ο ταξιτζής που την πήρε την κοίταξε στα γαλανά της μάτια και σκέφτηκε ότι ήταν πολύ όμορφη. Εκείνη τον πλήρωσε και βγήκε από την ζωή του για πάντα. Ο ταξιτζής πήρε μία κούρσα για το αεροδρόμιο-ένα μεσήλικα με κοστούμι και χαρτοφύλακα. Στην διαδρομή μιλήσανε για πολιτική και αθλητικά. Κατά την διάρκεια της κουβέντας τους, κοιταζόντουσαν μέσα από τον καθρέφτη. Ο κύριος κατέβηκε στο αεροδρόμιο και στην πύλη των αναχωρήσεων, έπεσε πάνω σε έναν εργαζόμενο του αεροδρομίου που έσπρωχνε κάποια καρότσια για αποσκευές. Κοιταχτήκανε στα μάτια εκνευρισμένοι αλλά δεν αντάλλαξαν κουβέντα.
Ο εργαζόμενος έκανε το διάλειμα για τσιγάρο και καθώς κάπνιζε, είδε έναν πιλότο να ετοιμάζεται να επιβιβαστεί. Κοιταχτήκανε για δύο δευτερόλεπτα. Ο πιλότος πήρε μαζί του όλες αυτές τις ψυχές και έφυγε για Αγγλία. Στο ξενοδοχείο, έχοντας μία μέρα κενό μέχρι την επόμενη πτήση του, κάλεσε μία πόρνη στο δωμάτιο του από πρακτορείο που είχε ξανασυνεργαστεί μαζί του και στο παρελθόν. Ενώ την πηδούσε την κοίταγε στα μάτια. Το ίδιο και εκείνη. Όταν η πόρνη έφυγε, εκείνος ξανάβαλε τη βέρα στο δαχτυλο του. Η πόρνη πήγε στο επόμενο ραντεβού της -το δεύτερο από τα πέντε που είχε αυτήν τη μέρα-. Στον δρόμο, σταμάτησε σε ένα πολυκατάστημα για να αγοράσει τσιγάρα. Ο υπάλληλος αφού την κοίταξε στα βυζιά, μετά την κοίταξε στα μάτια. Ο επόμενος πελάτης από την πόρνη ήταν ένας Έλληνας φοιτητής. Είχε πάει και αυτός να πάρει τσιγάρα. Πήρε ένα Marlboro στην τσέπη του και αρκετούς συνοδοιπόρους στο βλέμμα του. Γύρισε στο σπίτι του. Εκεί τον περίμεναν οι συγκάτοικοι του για την καθιερωμένη "κick back" ρέκλα τους. Στρίψανε ένα τεράστιο τρίφυλο με τα Marlboro που είχε αγοράσει και άρχισαν να ταξιδεύουν. Παρήγγειλαν πίτσα και ο φοιτητής άνοιξε την πόρτα στον Πακιστανό που τις έφερε. Τον κοίταγε στα μάτια καθώς τον πλήρωνε. Ο Σατζίντ ο πιτσαδόρος, τελείωσε την δουλειά αργά το βράδυ και πήρε με τα πόδια τον δρόμο του γυρισμού. Έκανε κρύο και είχε τα χέρια του στις τσέπες. Είχε το κεφάλι του σκυφτό, να φυλαχτεί από το ψιλόβροχο που έπεφτε εκείνη την ώρα και δεν τους είδε. Του όρμηξαν και τον έσυραν μέσα σε ένα σοκάκι. Τον χτύπησαν μέχρι αναισθησίας και μετά τον έλουσαν με βενζίνη. Του έριξαν απάνω του ένα αναμμένο σπίρτο. Τον έκαψαν ζωντανό.
Ο Σατζίντ έκλεισε σφιχτά τα μάτια του ουρλιάζοντας και όταν τα ξανάνοιξε, βρισκόταν σε ένα άλλο μέρος. Ένα μέρος ζεστό και ήρεμο. Κάποιος στεκόταν μπροστά του και τον κοίταγε στα μάτια. Αυτός ο κάποιος είχε μέσα του την αγάπη του Σύμπαντος, την αγάπη ενός πατέρα και έτσι ο Σατζίντ δεν ασχολήθηκε με το να του δώσει όνομα ή καταγωγή. Τον Σαντζίντ δεν τον ένοιαζε πια. Τα είχε καταλάβει όλα. Με βλέμμα που μέσα του κουβαλούσε αμέτρητες ψυχές, ο Σατζίντ κοίταξε τον Θεό. Τον αγκάλιασε. Όλα ήταν καλά.

Το ίδιο βράδυ που οι στάχτες του Σατζίντ ξεπλένονταν από το ψιλόβροχο του Λονδίνου, ο Γιώργος κοιμόταν ευτυχισμένος στο κρεβάτι του-πλήρης μετά από μία μέρα παιχνιδιού και ξεγνοιασιάς με τους φίλους του. Ποιός από μας θα μπορούσε να τον πείσει πως εκείνο το πρωί που σηκώθηκε, κοίταξε τον Θεό στα μάτια;

Και ο Θεός τον είδε. Και μέσα από τα βλέμματα τους ανταλλάξανε ψυχές.

Ο Γιώργος κοιμόταν ευτυχισμένος . Ένας μικρός Θεός, κουρασμένος από το παιχνίδι....


Friday, January 26, 2007

ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΧΡΟΝΟ!


-Είσαι μέσα στο μετρό και κρατάς σφιχτά κοντά σου τον χαρτοφύλακα σου. Είναι από δέρμα. Τα καλογυαλισμένα παπούτσια σου μόλις που ακουμπάνε τα πόδια της κοπελιάς που κάθεται μπροστά σου. Μπήκε πριν από σένα στο βαγόνι και πρόλαβε να καθίσει. Εσύ θα κάνεις όλη τη διαδρομή όρθιος. Το αφεντικό σου σε θέλει απίκο και προσπαθείς πάντα να τον κρατάς ικανοποιημένο. Με χαμόγελο πάντα. Υποτακτικός πάντα. Τι είπατε κύριε Χ; Υπερωρία; Μα φυσικά. Σήμερα έκανες όμως το πρώτο σου ολίσθημα. Σήμερα άργησες γιατί τσακώθηκες με την γυναίκα σου άσχημα. Σου είπε ότι έχετε απομακρυνθεί και ότι φταις εσύ. Κοιμήθηκες στον καναπέ και δεν άκουσες ποτέ το ξυπνητήρι. Αχ θεέ μου, ας μην σε απολύσει. Θα έχεις όσο χρόνο θες να συμφιλιωθείς με την γυναίκα σου. Αρκεί να μην σε απολύσει. Την απόλυση σκεφτόσουνα όταν πέρναγες τον δρόμο απέναντι από το γραφείο. Όταν ΟΛΑ κρύφτηκαν κάτω από ένα αμάξι μαζί σου- στριμωγμένοι εσύ και η ζωή σου κάτω από σίδερα. Την απόλυση σκεφτόσουν και πως θα εχεις τον χρόνο να τα διορθώσεις όλα...


-Είσαι στην καφετέρια και διαβάζεις την εφημερίδα σου. Είσαι αξύριστος. Άλουστος. Είναι φθινόπωρο και πίνεις ζεστό καφέ. Σηκώνεις τα μάτια σου και βλέπεις μία όμορφη γυναίκα απέναντι σου να σε κοιτάει. Δεν μπορεί όμως να κοιτάει εσένα. Μπορεί; Έχει και κείνη εφημερίδα μπροστά της, πράγμα που δείχνει πως και εκείνη -σαν και εσένα- έχει χρόνο μπροστά της. Θα μπορούσες να την καλέσεις να πιείτε τον καφέ μαζί. Θα μπορούσε το όλο πράγμα να προχωρήσει ακόμα παραπέρα. Έχεις μείνει μόνος σου...πόσο;...τρία χρόνια, θεέ μου, τρία χρόνια. Την θες αυτή την γυναίκα που σε κοιτάει και χαμογελάει, θέλεις να σου σπάσει την μοναξιά σου, θέλεις να ξυριστείς και να λουστείς για αυτήν τη γυναίκα. Πληρώνεις όμως και φεύγεις. Εμφανής απορία στο βλέμμα της, αλλά την αγνοείς. Καμιά τρελλοκαμπέρω θα είναι που ψωνίζει άντρες σε καφετέριες. Εσύ έχεις χρόνο να βρείς κάτι αληθινό, το 'χεις αποδείξει στον εαυτό σου άλλωστε. Τρία χρόνια το ψάχνεις....


-Είσαι μπροστά από τον υπολογιστή σου και διαβάζεις αυτές εδώ τις λέξεις. Γουστάρεις να διαβάζεις τις απόψεις των άλλων και να μοιράζεσαι μαζί τους τις δικές σου. Έχεις βάλει και λίγη μουσικούλα, ίσως έχεις ανάψει και τσιγάρο. Και ταξιδεύεις όμορφε άνθρωπε, σε ηλεκτρονικά σημεία συνάντησης βρίσκεις φίλους, κάνεις γνωριμίες και μιλάς για τα πάντα. Άυριο θα πας στην δουλειά. Ή θα κοιμηθείς επειδή δεν έχεις δουλειά. Θα πάρεις τηλέφωνο κάποιον φίλο για να βγείτε ή θα βγεις μόνος σου επειδή οι φίλοι σου χαθήκανε. Θα κάνεις Ό,ΤΙ κάνεις πάντα, κάθε μέρα. Αλλά ΔΕΝ θα κάνεις το πιο σημαντικό. Δεν θα προσπαθήσεις να γίνεις αυτός που γουστάρεις να είσαι και θα μεταθέσεις την αλλαγή αυτή για λίγο πιο κάτω στο μονοπάτι σου, όταν θα έχεις περισσότερο χρόνο να ασχοληθείς με τον εαυτό σου. Θα πεις πολλές φορές για να το ακούσεις, ότι οι άνθρωποι δεν αλλάζουν, όπως συνηθίσει κανείς και άλλα τέτοια. Θα παντρευτείς, θα κάνεις παιδιά και θα τα μάθεις να ζούνε με την πολυτέλεια του ανύπαρκτου χρόνου που απόλαυσες και συ, όμορφε άνθρωπε.

-Κουράστηκα λίγο από την προσπάθεια που ενυπάρχει στην ρουτίνα μου. Θα αφοσιωθώ σε αυτήν για να την αντιμετωπίσω για λίγο και μετά θα ασχοληθώ με μένα. Έλα μωρέ, φάση είναι και δεν θα κρατήσει για πολύ. Απλά θέλω τον χρόνο μου-δεν γίνονται όλες οι αλλαγές μέσα σε μία μέρα. Ξέρω πολύ καλά τι πρέπει να κάνω απλά δεν το κάνω γιατί...θέλω τον χρόνο μου. Οπότε ας επικεντρωθώ στο τίποτα και έχει ο θεός για τα άλλα.

Έχει ο θεός...μόνο που χτές ούρλιαζα γκολ και τώρα είμαι 30.
Έχει ο θεός...μόνο που όσα δεν πρόλαβα να σου πω, γίνονται μέσα μου αγκάθια.
Έχει ο θεός...μόνο που κάποτε γέλαγα και τώρα απλά χαμογελάω. Χαμογελάω γιατί τα άφηνα όλα στο μέλλον και γίνανε όλα παρελθόν μου, χωρίς εμένα.



Χρόνος;;; Αχ, υπερηλίθιε σοφέ εαυτέ μου. Πότε θα πάρεις τον χρόνο να σκεφτείς αυτά που ξέρεις;




Ευχαριστώ τον crazy chef για την έμπνευση...