Sunday, December 30, 2007

U REMEMBER THE FACE OF YOUR FATHER


Είναι ωραίο να βλέπεις τον αδερφό σου να βρίσκει τον εαυτό του.

Μέσα από βρώμικα σκοτάδια να αναδύεται, πολεμιστής, λύκος.
Σε μία παραζάλη ολονυκτιακή (με ποτό και άπειρη κουβέντα) χρόνια πριν, σου είπα ότι μένω όχι γιαυτό που είσαι αλλά γιαυτό που ΞΕΡΩ ότι είσαι.
Σε είδα να θολώνεις και να χάνεσαι και κάποιες φορές σε έχασα κι εγώ με την σειρά μου, δεν μπορούσα με τίποτα να ακολουθήσω στα σοκάκια που κρυβόσουν.

Φάγαμε σάρκες ο ένας του άλλου, φτύσαμε κατάμουτρα αλήθειες ρε αδερφέ και μόνιμα δεν ήξερες τι θες να κάνεις. Έκανες χίλιες δυο δουλειές, το σώμα σου κουράστηκε μα πιο πολύ η ψυχή σου.
Και έκανες τον κύκλο σου κάτω από γεμάτα φεγγάρια.

Και γύρισες από εκεί που είχες χαθεί από την γέννηση σου γαμώτο μου. Και πήγες και γράφτηκες στην ρημάδα τη σχολή, τώρα στα 30 σου. Με τσαμπουκά.

Μου έδωσες τις πρώτες φωτογραφίες που τράβηξες. Τις πρώτες σαν φωτογράφος.
Μ' αρέσει να σε λέω έτσι.
Μ' αρέσει η ματιά σου.

Τώρα που κοιμάσαι, μ' ακούς να ουρλιάζω από χαρά; Ξέρεις εσύ....

Σ' ευχαριστώ για την υπερηφάνεια.

Ο φίλος μου.
Ο κολλητός μου.
Ο αδερφός μου.
Ο φωτογράφος.

Ο λύκος.




ALL PHOTOS BY KOSTAKIZ

Wednesday, December 19, 2007

ΜΙΚΡΕ ΠΟΛΕΜΙΣΤΗ


Τολμάς με νιότη ανίερη, κουταβιού, να διαβαίνεις μονοπάτια σκοτεινά, να ψάχνεις κάθε κρυμμένη σπηλιά για δράκους. Και όταν τους βρίσκεις, ανακαλύπτεις ότι τα όπλα σου είναι λειψά, το σπαθί σου στομωμένο, ασπίδα σκουριασμένη, μύες χαλαροί και κουρασμένοι.
Σε μένα θα τρέξεις.
Με πάθος περισσό ανεβαίνεις κορφές φασματικές, του νου σου αποκυήματα, τις κατακτάς μόνο και μόνο για να τις ξεχάσεις γιατί έτσι είναι τα φαντάσματα, δεν έχουν ύλη. Σαν τις κορφές σου. Ιδρωμένος γυρνάς από εκστρατείες του μυαλού, φέρεις λάφυρα θολά και τα επιδεικνύεις. Οι στρατηγοί γελάνε μαζί σου μικρέ πολεμιστή και δεν μιλάνε. Εσύ λες πολλά όμως.
Δεν προσέλαβες ποιητές να γράψουν το έπος σου, το ζωγραφίζεις μόνος σου. Ασέβεια. Κάποτε ούτε η εξορία δεν ξέπλενε το αμάρτημα αυτό. Μονάχα ο θάνατος και οι θεοί. Ο πόνος ο αληθινός, η μάχη. Και συ δεν έχεις πολεμήσει μικρέ πολεμιστή. Γυαλισμένα τα όπλα σου φοράς και τα λερώνεις πάνω σε δέντρα και χορτάρια. Με αίμα πότε θα πλυθείς;
Οπλαρχηγός δηλώνεις, βετεράνος και δεν αναρωτιέσαι γιατί στους σοβαρούς πολέμους κανείς δεν τρέχει σε εσένα για καθοδήγηση. Βλέπουν οι άλλοι την αλήθεια και όσοι θα στην πουν, είναι εχθροί σου.
Δάσκαλοι σου έπρεπε να είναι και εσύ μεγαλώνεις αμάθητος. Χαμένα χρόνια.
Και όταν στη δίνη της υπεργνωσίας σου χαθείς, ζαλίζεσαι και μένεις μόνος, πικραμένος και μισός. Σε μένα θα τρέξεις. Βγαίνεις στην πλατεία και ουρλιάζεις κατορθώματα ηρωικά, μετάλλιο κάποιος να βγει και να στο δώσει. Σε συνηθίσανε οι χωρικοί, γελάνε μαζί σου. Γραφικός.
Ίδιος.
Για λίγο θα φανεί η ευαισθησία σου, αφού και συ άνθρωπος είσαι. Αμέσως όμως θα κρυφτείς, εχθρούς θα γεννήσεις στις σκιές και στους καπνούς και με το κεφάλι κάτω θα ορμήσεις μπροστά. Αλλά το μπροστά σου είναι πίσω.
Κρέας για τα βέλη είσαι μικρέ.
Σε μένα θα τρέξεις.

Και γω για δράκους έψαχνα. Και τους βρήκα. Ριζωμένοι στο μεδούλι μου ήταν. Και θα 'ταν ψέμα αν σου έλεγα πως τους νίκησα μόνος μου. Χρειάστηκε να σπάσω όλα μου τα κόκαλα πρώτα και κατάκοιτος, χρειάστηκε να παρακαλέσω άλλους στρατηγούς να με αποτελειώσουν. Και όταν έγιανα, ανακάλυψα πως δεν ήξερα τίποτα ποτέ. Ακόμα δεν ξέρω. Και αυτή είναι η μόνη γνώση που χρειάζεται ένας πολεμιστής για να μπει στη μάχη.
Κάτσε δίπλα μου και σκάσε. Δεν έχω να σου πω τίποτα που να μην μπορείς να χλευάσεις.

Έχω πολλά να σου πω όμως, όταν αποφασίσεις να με ακούσεις. Μέχρι τότε, βάλε λίγα ξύλα στη φωτιά και ας μη μιλάμε. Να ακούμε τη θράκα να τρίζει, να μας λέει ιστορίες.

Άκου την. Τι λέει. Αυτή είναι πιο σοφή και από τους δυό μας.

"Μόλις δεις ότι σε βολεύει αυτό που είσαι, γύρνα το σπαθί απάνω σου. Εκεί είναι ο δράκος"

Monday, December 17, 2007

ΚΑΤΩ ΑΠΤΟ ΧΙΟΝΙ


Ρίξε χιόνι. Περιμένω.

Βρήκα μία φωτογραφία, είχε πέσει πίσω από την βιβλιοθήκη. Χριστέ μου πόσα χρόνια ήταν εκεί.
Έδειχνε 5 άτομα σε μία παραλία με κιθάρες. Χρειάστηκε να την καθαρίσω καλά από την σκόνη. Χρειάστηκε να αποκαλύψω τα πρόσωπα για να θυμηθώ, ένα ένα.

Ο ένας δεν ζει. Οι 3 χαθήκανε στον χρόνο. Ο τελευταίος ήμουνα εγώ. Φίλοι για πάντα. Τρανή απόδειξη αυτή η φωτογραφία. Απόδειξη ότι το "πάντα" κρατάει πολύ λίγο. Είχαμε πάει με αμάξια στη παραλία. Με ψάθες και κρασί και κιθάρες. Είπαμε να κάτσουμε μέχρι το ηλιοβασίλεμα και μας βρήκε τελικά η επόμενη ανατολή. Δεν το ξανακάναμε ποτέ αυτό.

Πέταξα από το υπόγειο ένα παλιό ποδήλατο, σκουριασμένο, να κάνω χώρο για άλλα πράγματα. Καθώς το έβαζα δίπλα στον κάδο θυμήθηκα. Πάνω σ' αυτό το ποδήλατο είχα πει: "Δεν θα χαθούμε ποτέ ρε συ"
Χαθήκαμε. Χαμογέλασα καθώς το άφηνα το ποδήλατο. Το σίδερο πετάω. Την ιστορία του την κρατάω ακόμα.

Σ 'ένα δέντρο κοντά στον δρόμο που μένω, είναι χαραγμένα κάτι γράμματα. Ακόμα εκεί είναι και ας έχουν περάσει 17 χρόνια. Αν περάσεις θα τα δεις. Είχα κόψει το δάχτυλο μου με τον σουγιά που τα χάραζα, οι άλλοι να κοιτάνε. Συμμορία. Σκορπίσαμε όλοι. Το δέντρο θυμάται όμως, να 'ναι καλά.

Και εκεί που λες στη στροφή του δρόμου ότι οι φίλοι περάσανε, έρχονται άλλοι να γεμίσουν τις θέσεις τις κενές. Καινούργιοι άνθρωποι αλλά τόσο παλιοί, τους ξέρεις χρόνια.

Ρίξε χιόνι, περιμένω.
Να βγω με τους καινούργιους φίλους μου, να παίξω σαν λυκόπουλο που μόλις βγήκε από τη φωλιά. Να κυλιστούμε για όσο κρατήσει ο χιονιάς, να γεμίσουνε οι μπότες μας χιόνι, να στεγνώσουμε τα πόδια μας μπροστά σε τζάκια, να τους πω αυτά που με πειράζουν, να με βρίσουν. Να δούμε ποιος από μας θα μείνει για να δει το χιόνι να λιώνει.

Να πάει να γαμηθεί το "πάντα".
Ρίξε.
Με το που λιώσει, με άλλα αδέρφια θα ξαναπάω στην παραλία.

Και ξανά.

Και ξανά.

Και είναι ζεστός αυτός ο χειμώνας τελικά.

Friday, December 14, 2007

ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ


Και να σου πάλι τα Χριστούγεννα.
Είσαι από αυτούς που γουστάρουν και τρελαίνονται; Να πάρεις κουραμπιέδες και μελομακάρονα, να στολίσεις δεντράκι και να βγάλεις στο μπαλκόνι τα φωτάκια τα καλά;
Ή είσαι από εκείνους που παθαίνουν τα Christmas Blues;

Δεν κρίνω. Ωραία είναι και τα δύο.

Απολογισμός λοιπόν. Χωρίς φανφάρες. Εγώ και το φεγγάρι. Κάνει κρύο σήμερα, πολύ. Έβλεπα την ανάσα μου καθώς πήγαινα για το μετρό. Το κασκόλ μέχρι τα αυτιά, το παλιό ναυτικό μου σφιγμένο γύρω μου.

Λίγο βρασμένο κονιάκ για το στομάχι και φύγαμε. Άκου.

Είδα που λες ανθρώπους να χαίρονται. Γέλασα μαζί τους, πολύ. Άμα γελάω ξαναγεννιέμαι.
Βρήκα άσπρες τρίχες στα μαλλιά μου. Δεν με πείραξε...πολύ.
Μίλησα από καρδιάς με κάποιους φίλους και τους ξαναγνώρισα απ' την αρχή. Τι ωραίο αυτό όταν συμβαίνει. Κάποιους άλλους ανθρώπους τους έχασα. Τους απομάκρυνα εγώ. Με αηδιάζει και με στεναχωρεί η δηθενιά.
Έκλαψα 6 φορές.
Ζωγράφισα ενάμισυ πίνακα.
Η γάτα μου έγινε 13 χρονών. Μακάρι να πάει 60.
Κάπου, κάποια στιγμή, με έχασα και βγήκα από τον δρόμο μου. Ευτυχώς. Εκτίμησα αυτά που έχω και τώρα τα θέλω πιο πολύ.
Με βουλώσανε 2 άνθρωποι και μου ανοίχτηκαν πολλοί. Κάποιους τους λέω φίλους ακόμα γιατί μου το επιτρέπουν. Να είναι καλά.
Χόρεψα υστερικά και με έπιασε η μέση μου. Ήταν καλός ο πόνος όμως.
Ένας σκύλος, κάπου, μου μίλησε με ανθρώπινη φωνή. Μου είπε γαμημένες αλήθειες. Αυτά που θες να ακούσεις τα προβάλεις σε αντικείμενα ή ζώα.
Είδα μία ταινία με την κοπέλα μου και μας έπιασε και τους δύο κόμπος στον λαιμό.
Πέθανε πολύς κόσμος. Δεν έχω τι να πω.
Κάηκαν δέντρα και άλλαξε η κυβέρνηση. Συνεχίζω.

Σε ένα μεθύσι απάνω, αγκάλιασα ένα πεζούλι. Πεσμένος όπως ήμουνα, με προσπέρασε μία κοπελιά με μακριά ξανθά μαλλιά. Περπατούσε με χαμένο το βλέμμα. Γύρω της καμιά δεκαριά λυκόσκυλα. Έστριψε στην γωνία του δρόμου, λίγο πριν ξημερώσει. Εγώ λιποθύμησα. Τα λυκόσκυλα ξαναγυρίσανε μόνα τους μετά από λίγο. Οι μουσούδες τους όλες κόκκινες.

Σε ένα πάρκο, ένα φύλλο έπεσε πάνω στο κεφάλι μου. Απάνω το φύλλο είχε ένα πρόσωπο.

"Μπρρρ, δεν την παλεύω άλλο φεγγάρι. Κάνει κρύο, φτάνει, πάω μέσα"
"Κάτσε λίγο"
"Δεν έχω κάτι άλλο"
"Πες μου για το ασήμι και μετά κοιμήσου"
"Πάλι;"
"Σε παρακαλώ"
"Εντάξει"

Ένα βράδυ, έμεινα ξύπνιος ως αργά- καλή ώρα- και κουρασμένος κάποια στιγμή, αποφάσισα να πάω να ξαπλώσω δίπλα στο μωρό μου. Έκλεισα την τηλεόραση, έλεγξα τα παράθυρα σε όλο το σπίτι και με τη γάτα αγκαλιά να γουργουρίζει, πήγα στο δωμάτιο. Κοίταξα στο κρεβάτι. Κοιμότανε. Ήτανε κουρασμένη. Είχαμε τσακωθεί και λίγο....
Και γύρω της, είχε ένα απαλό, ίσα που φαινότανε, ένα φως.

"Τι χρώμα είχε το φως;"

Ασημί. Σαν αύρα από λιωμένο ασήμι.
Ξάπλωσα ήρεμα να μην την ξυπνήσω και χάθηκα και γω μέσα στο ασήμι. Και η γάτα μας. Και ο κόσμος όλος. Και συ φεγγάρι.

Άντε πάω μέσα.
Τελείωσε και το κονιάκ.
Ραντεβού του χρόνου πάλι ε;
Ήτανε καλή χρονιά. Με όλα μέσα.

Θα ελέγξω τα παράθυρα, θα κλείσω τα φώτα. Θα πάρω αγκαλιά τη τζουτζού που γουργουρίζει. Πήγε 4.

Αγάπη.
Γέλιο.
Ασήμι.
Καληνύχτα.

Monday, December 03, 2007

LIFT ME UP


Δύο παιδιά κάνουν την αγάπη τους μουσική και την μουσική τους την μοιράζονται.
Θες κάτι άλλο;
Δεν νομίζω.
Τέλος.

Sunday, December 02, 2007

ΕΦΙΑΛΤΟΥ ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑ


Είναι ιδρωμένος.
Τρέχει σε ένα μαυρόασπρο τοπίο, σαν από παλιά ταινία, φαναροφωτισμένοι δρόμοι και ομίχλη. Καλντερίμι.
Είναι τυλιγμένος σε ένα μάλλινο, σκωροφαγωμένο παλτό γιατί υποτίθεται ότι θα έκανε κρύο αλλά αυτός δεν κρυώνει. Αντίθετα είναι ιδρωμένος, το παλτό τον βαραίνει. Το πουκάμισο του, κολλάει απάνω του σαν βρώμικη πουτάνα που δεν έχει χορτάσει. Αυτός όμως χόρτασε. Μπούχτισε και τώρα τρέχει. Τον κυνηγάει. Αυτός.

Σε μία γωνία σταματάει να βρει την ανάσα του. Μία βιτρίνα μπροστά του, παιδικά παιχνίδια. Ένας τεράστιος πάνινος κλόουν, καθισμένος μέσα, φοβάται τις Μπάρμπι γύρω του και παρόλο που τον ζωγραφίσανε να γελάει αυτός συνέχεια κλαίει. Μέσα του. Ο κυνηγημένος ευθυγραμμίζει το πρόσωπο της αντανάκλασης του με αυτό του κλόουν. Είναι ίδια τα πρόσωπα τους. Αυτός είναι που κάθεται μέσα στο μαγαζί, μόνος του, κανείς δεν τον αγοράζει.
Ο κλόουν αρπάζει ξαφνικά φωτιά, το χαμόγελο του επιτέλους ειλικρινές. Ο κυνηγημένος τρέχει. Ο Άλλος ακολουθεί.

Πανικόβλητο τρεχαλητό μέσα στη νύχτα, κανείς δεν ξυπνάει, κάτι γάτες ενοχλούνται. Τα βήματα του πάνω στις πέτρες του καλντεριμιού ακούγονται σαν τύμπανα. Περνάει από ένα παγκάκι, ένα ζευγάρι κάθεται εκεί. Εκείνος έχει τα χέρια του στο πρόσωπο του, εκείνη έχει τον πούτσο του στο στόμα της. Εκείνος βογγάει. Εκείνη έχει μάτια γάτας και κοιτάει φευγαλέα τον κυνηγημένο την ώρα που περνάει. Λίγο μετά τους προσπερνάει μία σκιά. Ο Άλλος. Την ώρα που εκσπερματώνει ο νεαρός πεθαίνουνε και οι δύο.
Ομίχλη.

Βρίσκεται μπροστά σε μία πόρτα και την χτυπάει, την κλωτσάει, την γδέρνει με τα νύχια του αλλά κανένας δεν ανοίγει. Να φύγει, να πάει αλλού, γιατί δεν άνοιξε κανείς, σ' αυτήν την πόρτα βασιζότανε, θα ορκιζόταν πως...
Ο Άλλος έφτασε. Είναι πίσω του.

Θα γυρίσω να τον κοιτάξω.
Ξέρω πως θα ουρλιάξω αν έχει το πρόσωπο μου.
Θεέ μου δώσε μου δύναμη.

Γυρίζω.
Τον κοιτάω στα μάτια.

Δεν το'χω.
Σηκώνομαι να πιω λίγο νερό, η γλώσσα στεγνή από τα τσιγάρα. Έξω ξημερώνει.
Μία τελευταία σημείωση και ύστερα για δουλειά.

1/12/2007
Διαλογισμός αποτυχία. Δεν βοηθάει η προσωποποίηση. Θα δοκιμάσω ξανά. Φοβάμαι...φοβάμαιφοβάμαιφοβάμαιφοβάμαι.

Φοβάμαι

Thursday, November 29, 2007

ΜΝΗΜΗ ΑΠΟ ΙΣΤΟ


Θα βάλω ένα ποτήρι κρασί, κόκκινο γλυκό.
Από τα καλά ποτήρια, αυτά που έχουμε στο ντουλάπι για τις γιορτές αλλά που ποτέ δεν τα βγάζουμε ακόμα και όταν γιορτάζουμε.
Τζάκι αναμμένο και μουσικούλα. Camel ή κάτι από Floyd. Ταξιδιάρικο.
Σήμερα είπα να σου αφιερώσω την βραδιά.

Δίπλα μου τα απαραίτητα βοηθήματα. Άλμπουμ με φωτογραφίες και ένα σκουλαρίκι σε σχήμα ιππόκαμπου. Έξω βρέχει νωχελικά. Η βροχή βαριέται να κατέβει εννοώ. Τα ξύλα μυρίζουν παράδεισο και εγώ φοράω την τσόχινη την ρόμπα, την μπορντώ με τις τρύπες, του πατέρα μου. Το μωρό μου με ψήνει εδώ και χρόνια να την πετάξω αυτή τη ρόμπα αλλά σ' αυτό πατάω πόδι. Λείπει τώρα, το σπίτι άδειο εκτός από τη γάτα που έχει αράξει κάτω από το πάπλωμα και ονειρεύεται χαμστεράκια.

Κάθομαι στη πολυθρόνα μου.
Κάποτε δεν ήθελα φωτογραφίες για να θυμηθώ πρόσωπα. Εσένα. Τώρα θέλω. Τι σου είναι η μνήμη η πουτάνα. Με τον καιρό, παλιές εικόνες σκεπάζονται από καινούργια πράγματα και αυτές ξεθωριάζουν, γίνονται αραχνοΰφαντες, ξεφτίζουν. Και δεν είναι ότι γέρασα βρε αδερφέ. Αλλά έτσι πάει. Ευτυχώς, αλλιώς θα τρελαινόμασταν. Δεν πειράζει. Θα σε αυθυποβάλω στον εγκέφαλο μου, θα σε φέρω εδώ να πιεις από το κρασάκι Σάμου, να μυρίσεις τα ξύλα. Να με δεις που έβγαλα γένια και τρεις άσπρες τρίχες στο μουσάκι. Χαχα. Να σε πειράξω λίγο και με το γέλιο σου (Θεέ μου, αυτό δεν το θυμάμαι καθόλου!!!) να κρυφτούν οι σκιές.

Πίνω την πρώτη γουλιά. Σήμερα να μελαγχολήσω λίγο. Πιάνω το άλμπουμ με τις φωτογραφίες (ρε πούστη μου, γιατί δεν βγάλαμε περισσότερες;) και χτυπάει το τηλέφωνο. Το κολλητάρι.
Έχουν μαζευτεί σε σπίτι με την παρέα για επιτραπέζια. Έλα ρε μαλάκα, θα περάσουμε να σε πάρουμε σε δέκα.

Έβαλα χαρτοπετσέτα στο μπουκάλι, ο φελλός δεν ξαναμπαίνει.
Έριξα στάχτη στα ξύλα και ξύπνησα τη γάτα καθώς ντυνόμουνα.
Θα πάω.
Επειδή μου το πες εσύ.

Θα το κανονίσουμε για άλλο βραδάκι, εντάξει;
Ναι εντάξει. Το βλέμμα σου μου δίνει κίνηση, αυτό το βλέμμα που λέει να ξεκολλήσω από τη μιζέρια μου.

Θα το κανονίσουμε, ίσως του χρόνου, έχω και δουλειές....
Μπορεί την επόμενη φορά να μην φτάνουν τα άλμπουμ και τα σκουλαρίκια. Μπορεί να χρειαστεί διαλογισμός. Χαχα. Μνήμη, τι να κάνεις;

Την ώρα που έβγαινα από την πόρτα, σου είπα σ' αγαπώ.

Ναι.
Το ξέρω.

Tuesday, November 27, 2007

ΔΗΛΗΤΗΡΙΟ


Ζήλια. Το νούμερο ένα.

Μπαίνει στον οργανισμό σου ΠΑΝΤΑ από δική σου προτροπή. Εσύ το ελέγχεις αυτό το συναίσθημα. Και για να σε προλάβω εσένα εκεί πίσω που πας να πεταχτείς, ΝΑΙ τα συναισθήματα ελέγχονται ΑΦΟΥ εκδηλωθούν. Εννοώ: δεν μπορείς να ΜΗΝ νιώθεις ζήλια ΠΟΤΕ. Μπορείς όμως να την εκμηδενίσεις μόλις μπει στο αίμα σου, να την μεταλλάξεις, να την σβήσεις. Το τσίμπημα της θα το νιώσεις. Δεν είναι ανάγκη να φας όμως και όλα τα συμπτώματα της στη μάπα αφού εκδηλωθεί.
Τι να την κάνεις;
Κάνε την ζήλια σου ανάγκη για καλυτέρευση. Αλλιώς κάνε την χαρά για τον άλλον. Αν μπορείς.

Μνησικακία. Το νούμερο δύο.

Η αδυναμία συγχώρεσης. Δυνατό δηλητήριο. Να κρατάς μανιάτικο, να μην ξεκολλάς, να μην αναθεωρείς, να σκαλώνεις και να το τρέφεις το σκάλωμα σου μέχρι να γίνει σκάλα να την ανέβεις και να πας να κρεμαστείς. Δεν τους μπορώ τους "μανιάτες". Που μου' χε κάνει, που του 'πα, που τότε... Υπάρχουν βέβαια και δικαιολογημένα μανιάτικα. Πολύ σοβαρά όμως. Οι περισσότερες περιπτώσεις απλά υπάγονται στην κατηγορία "Θέλω να ασχολούμαι με κάτι στη ζωή μου".
Τι να την κάνεις τη μνησικακία;
Κάνε την συγχώρεση. Τέλος.

Και το τρίτο δηλητήριο, το πιο σύνηθες. Θυμός. Οργή.

Τι είναι ο θυμός ρε;
Καλά μιλάμε για γαμάτο συναίσθημα. Τα αυτιά σου φουντώνουν, το πρόσωπο κοκκινίζει, τα δόντια σφίγγονται, το βλέμμα αγριεύει. Από τα ακριβά δηλητήρια και παρ' ολ' αυτά, όλοι αγοράζουμε τεράστια αποθέματα. Τσαντίλα και τσαμπουκά και νεύρο. Ίσα που μπορεί και να μην κοιμηθείς. Θες να πλακώσεις κάποιον-κάτι.
Υπάρχουν κάποιοι που λένε ότι στην πραγματικότητα, όταν θυμώνεις, θυμώνεις με τον εαυτό σου. Ότι κατηγορείς εσένα που δεν ενέργησες διαφορετικά σε μία δεδομένη στιγμή.

Μπορεί και να' ναι έτσι. Αυτή τη στιγμή, δεν με ενδιαφέρει πολύ.
Να σου πω τι με ενδιαφέρει;

Να μάθω πόσο κάνει μία αυθεντική κατάνα. Να πάω να την αγοράσω και να την ακονίσω πάνω σε μαύρο μάρμαρο, με πανσέληνο, γυμνός. Να την ποτίσω με αίμα παρθένας καλόγριας και να την σκουπίσω με πούπουλα από καναρίνια. Που θα έχω αγοράσει μόνος μου από το pet shop.
Να πάω με την σπαθάρα μου στο σπίτι του και να χτυπήσω το κουδούνι. Και μόλις μπω, να το κάνω εκεί μέσα Kill Bill. Να το κάνω Ισουτζόκε Σαντογκάσι το μπουρδέλο του και μετά να βάλω φωτιά στα πτώματα να μην βρουν να θάψουν. Ρε μιλάμε ούτε η γάτα μου δεν με πλησιάζει τώρα που γράφω. Θα το σπάσω το γαμοπληκτρολόγιο και τον γαμουπολογιστή γαμώτηπουτάνα μου γαμώ.

ρε

θα ανέβω πάνω στο φεγγάρι και θα το γράψω με κόκκινα γράμματα, να φαίνεται όταν γεμίζει:

ΚΩΛΟΛΑΜΟΓΙΑ ΤΟΥ ΠΛΑΝΗΤΗ ΤΡΕΜΕΤΕ! ΕΡΧΕΤΑΙ Η ΚΡΙΣΗ!

Έτσι ψαρωτικό, να κλάνουν οι μποκονιόκοι και οι άνιωθοι του κόσμου (ναι, θα βάλω και μετάφραση, έχεις πρόβλημα;)

Θυμός.
Γαμώ τα δηλητήρια. Τι να τον κάνεις τον θυμό;
Να τον θρέψεις, να θεριέψει -να γίνει πράξη -να εξιλεωθείς.

Καλά είμαι, μη μασάς.

Τι άλλα;

Αρφ.....

Monday, November 26, 2007

ΓΛΥΚΙΑ ΑΝΑΣΑ-ΜΑΓΕΥΤΙΚΗ ΚΟΡΥΦΗ


Σώμα σπασμένο.

Σαν να είσαι σε μία υποθαλάσσια σπηλιά η οποία αρχίζει να καταρρέει. Πρέπει να κολυμπήσεις 50 μέτρα μέσα σε ένα στενό πέρασμα για να βγεις στην επιφάνεια αλλά με το που βουτάς, καταλαβαίνεις ότι δεν έχεις πάρει αρκετό αέρα. Με το που βουτάς. Αλλά δεν έχεις επιλογή. Συνεχίζεις να κολυμπάς.

Σαν να κάνεις ελεύθερη αναρρίχηση σε ένα επικίνδυνο βουνό και κάπου στα μέσα οι μυς σου καίνε, σε προδίδουν. Αλλά δεν έχεις επιλογή. Μόνο πάνω έχει εδώ που έφτασες. Τι θα κάνεις; Θα αφήσεις τα χέρια σου; Δεν παίζει.

Κούραση beyond belief.
Κλεμμένος ύπνος.
Αλλά κάπου πάει όλο αυτό ε;

Βασικά, σε αυτή τη περίοδο του εξαντλητικού ερημιτισμού, έτσι και τύχει να γυρίσεις το κεφάλι σου λίγο δεξιά, βλέπεις και άλλους κολυμβητές, και άλλους αναρριχητές. Κάπου μαζί θα φτάσετε. Το νόημα θα το βρεις μαζί τους. Η λυτρωτική ανάσα μετά τη βουτιά, θα γεμίσει όλων τα πνευμόνια. Στην κορυφή θα ουρλιάξεις από έκσταση ΜΑΖΙ τους.

Ομάδα.
Αγέλη.
Ο μόνος τρόπος να είσαι.

Και η γνώση, ότι κάπου στην πορεία, κάποιοι έμειναν πίσω. Κρύφτηκαν στη σπηλιά τους, στη ψεύτικη ασφάλεια, σε ένα αβγό που από καιρό έχει βρομίσει. Δεν πειράζει. Περισσότερος χώρος για αυτούς που αξίζουν να είναι συνοδοιπόροι σου.
Αυτή τη φορά, τα τσόφλια μου εγώ τα κάνω κιμωλία και ζωγραφίζω.

Σώμα σπασμένο.
Ανείπωτη σωματική κούραση.
Ψυχολογία τέλεια.

Friday, November 16, 2007

UNDER THE INFLUENCE


Σιωπή

Κατέβηκε βράδυ από το μετρό κ έβαλε τα ακουστικά του, να του κάνουν παρέα, θα το 'παιρνε με τα πόδια μέχρι το σπίτι, ωραία βραδιά. Καθαρός αέρας. Λίγα φώτα.

Προχώρησε καμιά 20ριά μέτρα και σταμάτησε να περπατάει, έβαλε τα κλάματα. Κάποιος πέρασε και αυτός έκανε ότι περπατάει, χωρίς να τρέχει τίποτα, ρεζίλι θα γινόταν. Στην επόμενη γωνία δεν υπήρχε φως στον δρόμο, ήταν μία σκοτεινή κηλίδα μπροστά του. Στάθηκε μέσα στο σκοτάδι και έκλαψε με λυγμούς. Μα τι τρελό! Η μουσική να παίζει στα αυτιά του και αυτός να κλαίει μέσα στην μέση του δρόμου.

Χα, χα, τι χαζό!

Περπάτησε λίγο παραπάνω και τα αστεράκια του φαίνονταν σαν μικρές πεταλουδίτσες, πήγε να τις πιάσει και μπαμ! έπεσε με μιας κάτω και μπουχου πάλι.
Μα τι παρανοϊκό, να κλαίει και να έχει πέσει κάτω σαν μικρό παιδάκι έτσι ξαφνικά, τι του συμβαίνει;

Λο-λα να ένα ΜΗ-λο.

Δεν είναι καλά, τρελλαίνεται; Μήπως χρειάζεται φάρμακα; Πω πω ένας ιππο-πόταμος. Μήπως θα λένε να ένας τρελλός; Τι φταίει;

Με ωραίες εικόνες και λουλουδάκια, φαντάσου το όλο αυτό.
Καλά μιλάμε τώρα που γράφω η γάτα μου έχει ξεράσει 6 φορές.
Βάρκα θα χρειαστώ...

Thursday, October 25, 2007

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΟΥΡΙΗΛ (Γ)


Αιωνιότητα (η) 1. Διάρκεια χωρίς αρχή και τέλος, χωρίς χρονικό περιορισμό, ο άπειρος χρόνος 2. Το απώτατο μέλλον, η ασαφής κατάσταση στην οποία θεωρείται ότι εισέρχεται ο άνθρωπος μετά τον θάνατο.
Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗΣ -ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ
-
Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ

Λευκός θόρυβος.
Μπήκε σε ένα σούπερ μάρκετ, χωρίς λόγο. Η μουσική από τα ηχεία, λευκός θόρυβος. Πήρε ένα βαζάκι με πιπεριές, καυτερές. Το άνοιξε και έβαλε μία στο στόμα του, να καεί, να πληγωθεί. Μία υπάλληλος του έκανε παρατήρηση. Έφυγε και πήγε σε ένα πάρκο, κοντά στο σπίτι του όλα αυτά. Οι άνθρωποι γύρω του, λευκός θόρυβος. Ζευγάρια και μαμάδες με παιδιά, ζωντόβολα που παίζανε ποδόσφαιρο. Τα κοίταγε και δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε έπαιζε αυτός ποδόσφαιρο, πότε ήταν που δεν τον απασχολούσαν πράγματα. Κάπνισε με σκυμμένο κεφάλι, τα μαλλιά του να κρύβουν το πρόσωπο του. Το κινητό του κλειστό, να μην τον βρίσκουν. Θα τον έβρισκαν έτσι και αλλιώς όταν ερχόταν η ώρα. Πότε γέρασε; Δεκαεφτά χρονών, να είναι εξήντα, ντροπή.
Θες να μην το ορίσουμε; Πες το κατάθλιψη γονιδιακή, μαυρίλα από διαλυμένη οικογένεια ή γκόμενα που τον κεράτωσε. Πες το χαλασμένη μηχανή κάπου βαθιά, ελαττωματική καρδιά. Το θέμα είναι ότι αυτός ο μαλλιάς που κάθεται σε εκείνο το παγκάκι, σήμερα το βράδυ θα τελειώσει την ζωή του.
Δεν σκέφτεται τίποτα.
Λευκός θόρυβος οι σκέψεις του.
-
Ο Ουριήλ γονάτισε στην παγωμένη άμμο, άδειος, κενός, κουρασμένος. Το σώμα του δεν είχε άλλη δύναμη να προσφέρει, τα άκρα του κρεμασμένα σαν νεκρού. Το πρόσωπο του ιδρωμένο και χλωμό. Κρύο. Νύχτα.
Γονάτισε με έναν αναστεναγμό, σαν κάποιος που ξυπνάει και τεντώνεται, σαν κάποιος που ξέρει ότι πεθαίνει. Έγειρε το κεφάλι του ψηλά. Αστέρια παντού. Κενή ομορφιά που δεν μιλάει στην άδεια του καρδιά. Μπήκε στην έρημο να μυηθεί. Αλλά απέτυχε και τώρα, γονατισμένος παραδίνεται.
Μέσα στο μυαλό του, μία επιθυμία μόνο. Να τελειώνει με αυτήν τη ζωή, να φύγει για ότι τον περιμένει μετά. Ένας νέος άνθρωπος στο απόλυτο τέλος. Κάποιος που ξέρει ότι το εννοεί. Να θέλει να ΜΗΝ είναι άλλο. Ήρθε και στάθηκε ο Θεός μπροστά του, με την μορφή αγοριού. Του μίλησε όπως μιλάνε οι πατεράδες.
-
Γύρισε σπίτι μόλις βράδιασε. Η μάνα του κάπνιζε και έβλεπε τηλεόραση.
"Ήρθες;" χωρίς να τον κοιτάξει.
Πήγε στο δωμάτιο του και έπιασε την κιθάρα του. Την ψευτογρατζούνισε αλλά δεν βγήκαν νότες, λευκός θόρυβος μόνο. Κοίταξε τα πράγματα του με βλέμμα κενό. Πήγε στο μπάνιο και γδύθηκε, κοίταξε τον εαυτό του γυμνό. Καμιά αγάπη- ντροπή για έναν νέο γέρο στην ηλικία των δεκαεφτά. Ξαναντύθηκε και έκλεισε το φως στο δωμάτιο του. Βγήκε από το σπίτι χωρίς να του μιλήσει η μάνα του. Δεν της μίλησε και αυτός, αλλά κλείνοντας την εξώπορτα τον έπνιξε ένας κόμπος στον λαιμό. Ανέβηκε στην ταράτσα του σπιτιού. Πέντε ορόφους πάνω. Την ταράτσα που ήταν πάντα ξεκλείδωτη.
-
"Τι θες Ουριήλ; Τι ζητάς εδώ που έχεις φτάσει;" Η φωνή του Θεού ήρεμη, ένας γονιός.
"Να εισέλθω στο ΕΙΝΑΙ σου για πάντα πατέρα. Πέρασα τις δοκιμασίες της ψυχής. Έθαψα τους νεκρούς μου και συγχώρεσα. Πέρασα τις δοκιμασίες του σώματος. Άπειρες μέρες χωρίς τροφή ή νερό. Και τώρα είμαι έτοιμος για την αιωνιότητα. Αυτό ζητάω. Αυτό θέλω."
-
Ακούμπησε στο κάγκελο και κοίταξε κάτω. Μία κοιμισμένη πόλη, ο θόρυβος της λευκός. Άναψε ένα τελευταίο τσιγάρο. Αν μάθαινε η μάνα του ότι καπνίζει, θα τον σκότωνε. Χαμογέλασε.
Όσο κάπνισε, σκέφτηκε ονόματα και πρόσωπα. Σκέφτηκε μουσικές και έρωτες. Και όλες του οι σκέψεις, λευκός θόρυβος. Πέταξε το τσιγάρο και ανέβηκε στο σιδερένιο κάγκελο.
"Αντίο" είπε με βραχνή φωνή. Σε ποιόν το είπε; Ο αέρας μονάχα τον άκουσε.
-
"Να φύγεις θες απ' την ζωή, να γίνεις αρχάγγελος στο πλευρό μου."
"Ναι πατέρα"
"Να απαλλαχτείς από αυτόν τον επίγειο πόνο, την αδικία και την οδύνη."
"Ναι πατέρα"
"Να είσαι για πάντα όπως εγώ. Αιώνιος."
"Ναι πατέρα."
"Είσαι σίγουρος Ουριήλ; Η αιωνιότητα είναι που ζητάς;"
Ο νέος σώπασε για λίγο. Κοίταξε γύρω του. Να πεθάνει, ναι. Να φύγει, ναι.
"Ναι πατέρα"
Το αγόρι έσκυψε το κεφάλι του απογοητευμένο.
"Μία λέξη θες Ουριήλ. Αυτό που σημαίνει, το είχες πάντα."

Και έφυγε από δίπλα του ο Θεός.
Και ο Ουριήλ, έζησε. Μέχρι τον θάνατο του.
-
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα. Δεν κούνησε απ' την θέση του. Ένα βήμα για να λυτρωθεί αλλά δεν το έκανε.
Βαπτίστηκε εκεί, πάνω στο κάγκελο. Ο λευκός θόρυβος χάθηκε από τα αυτιά του. Άρχισε να ακούει τον άνεμο που τραγουδούσε. Κάτω μακριά, δύο γάτες τσακώνονται. Ένα αμάξι περνάει. Φαγητό μυρίζει από κάποιο σπίτι. Η ανάσα του κοφτή. Κάτι παθαίνει τώρα ο δεκαεφτάχρονος, κάτι φεύγει από πάνω του, από μέσα του. Κατεβαίνει από το κάγκελο, κάνει εμετό. Ξερνάει τον γέρο που μεγάλωσε μέσα του. Κλαίει με σπασμούς αλλά το κλάμα του δεν είναι λευκός θόρυβος. Είναι ομορφιά. Σαν κάποιος να τον οδηγεί, νιώθει τα χέρια του να σηκώνονται, να ανεβαίνουν στο πρόσωπο του.

Θα κατέβει κάτω πάλι ο μικρός. Θα κλειδώσει την ταράτσα πίσω του.
Θα πάει στην μάνα του να της πει....κάτι.

Να κάνει ένα τσιγάρο πρώτα.
Να ηρεμήσει.
ΤΕΛΟΣ

ΣΤΟΝ ΜΑΛΛΙΑ ΠΟΥ ΑΝΕΒΗΚΕ ΣΤΗΝ ΤΑΡΑΤΣΑ
ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΡΕ

Monday, October 22, 2007

OI TΡΕΙΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΟΥΡΙΗΛ (Β)


Aζάζελ Ο δαίμονας γίδα. Σύμφωνα με την εβραϊκή μυθολογία, ο Αζάζελ (το όνομα του σημαίνει ο δυνατός του Θεού) έδρευε σε ερήμους. Αρχηγός των Σε' ίριμ (τριχωτοί δαίμονες), δίδαξε ενάντια στη θέληση του Θεού, τα μυστικά του πολέμου και της οπλοκατασκευής στους ανθρώπους. Θεωρείται ο υπαίτιος για την διαφθορά στην Γη. Εξαιτίας του έγινε ο κατακλυσμός. Ανατέθηκε στον Ραφαήλ να τον τιμωρήσει, ο οποίος τον έδεσε χειροπόδαρα και τον έριξε στα έγκατα της γης όπου και παραμένει μέχρι την Τελική Κρίση.

ΤΟ ΣΠΑΘΙ

Τα δάκρυα του πάγωσαν πάνω στο πρόσωπο του. Έγιναν μικρά διαμάντια που έπεσαν σαν αστέρια στο έδαφος. Ο Ουριήλ είχε ζήσει τα βράδια της ερήμου, είχε νιώσει το κρύο τους. Αυτή η θερμοκρασία όμως ήταν μαγική, η εκδήλωση της απότομη. Η ανάσα του ήταν ορατή. Έσκυψε και μάζεψε τα διαμάντια από κάτω. Μόλις σηκώθηκε, δύο φιγούρες στέκονταν μπροστά του.
Δύο άντρες. Ο ένας ρακένδυτος, ατημέλητος με μπλεγμένα μαλλιά και μακριά βρώμικη γενειάδα. Είχε σκυμμένο το πρόσωπο και το σώμα του τραντάζονταν από λυγμούς. Ο άντρας έκλαιγε. Δίπλα του ένας νεαρός, φαινομενικά όχι πολύ μεγαλύτερος του Ουριήλ. Ντυμένος με μία κατάλευκη κελεμπία, το δέρμα του σαν μάρμαρο-λευκό και αυτό. Απόκοσμο πρόσωπο, γωνιώδες, καθόλου μαλλιά, ούτε ίχνος από φρύδια. Τα μάτια του δύο λίμνες πίσσας, χωρίς ίριδα ή κόρη. Το αριστερό του χέρι στον ώμο του άντρα που κλαίει. Στο δεξί του, ένα τεράστιο σπαθί. Μίλησε με αρχαία φωνή.

"Είμαι ο Αζάζελ, ο κάτοικος της ερήμου, ο αποδιοπομπαίος τράγος. " Έγειρε το κεφάλι του σε αφύσικη γωνία, κοιτώντας προς τα πίσω και πάνω. Σαν να αφουγκράζονταν κάτι. Σαν να του έλεγαν κάτι τα αστέρια. Ένα απαλό αεράκι σηκώθηκε, το σφύριγμα του σαν ύαινες που κλαίνε. Ή γελάνε. Συνέχισε με το πρόσωπο του προς τον ουρανό.
"Είσαι δεκαεφτά χρονών Ουριήλ, τώρα θα ήσουν παντρεμένος. Η Σαντίθ όμως βρήκε τραγικό τέλος δύο χρόνια πριν, στα νερά του Ιμαούλ. Ατύχημα. Είπαν όλοι. Εσύ τι νομίζεις Ουριήλ;"

Μία απαίσια φωνή ξύπνησε μέσα στο κεφάλι του Ουριήλ, ο πόνος του χαμού της Σαντίθ ακόμα νωπός και όμως κάτι μέσα του να κρύβεται, να του διαφεύγει όλο αυτό το διάστημα. Και τώρα, με τα λόγια του ξένου, κάτι να ψιθυρίζει μέσα του. Κάτι κακό.

"Δεν ξέρω"
"Ω, μα ξέρεις Ουριήλ. Μία όμορφη κοπέλα στην άκρη του ποταμού. Δες το Ουριήλ. Δες τον άντρα που την πλησιάζει. Της επιτίθεται και την πετάει στο χώμα. Εκείνη ουρλιάζει αλλά κανείς δεν την ακούει. Την βιάζει ενώ την πνίγει Ουριήλ. Το βλέπεις; Την βιάζει ΑΦΟΥ την έχει πνίξει. Και μετά την πετάει στο ποτάμι. Χωρίς μάρτυρες. Κανείς δεν είναι εκεί. Που είσαι εσύ Ουριήλ;"

Τα λόγια του Αζάζελ είναι πυρωμένο σίδερο στην ψυχή του. Κόκκινη οργή θέριεψε στην καρδιά του. Ύστερα ο Αζάζελ, έσπρωξε τον άντρα που έκλαιγε, τον έριξε στα πόδια του Ουριήλ. Το κλάμα του άντρα δυνάμωσε και μαζί του ο αέρας. Άμμος σηκώθηκε και μαστίγωσε τους τρεις άντρες. Τώρα ο Αζάζελ τινάζει το κεφάλι του, καρφώνει το μαύρο βλέμμα του στα μάτια του Ουριήλ.

"Αυτός είναι ο φονιάς " λέει και δείχνει τον συντετριμμένο. "Τα δικά του χέρια σφίχτηκαν στον λαιμό της Σαντίθ, οι δικές του πράξεις σου χάρισαν την οδύνη. Και η ψυχή της δεν έχει βρει δικαίωση Ουριήλ. Δεν έχει βρει δικαίωση."
Ο λευκός άντρας πετάει το σπαθί προς το μέρος του Ουριήλ. Το μέταλλο σέρνεται πάνω στις πέτρες, βγάζει έναν ήχο σαν ουρλιαχτό μωρού και σταματάει κοντά του. Ο άνεμος γίνεται θύελλα, η θύελλα ανεμοστρόβιλος, στο κέντρο του οι τρεις άντρες και το σπαθί. Η φωνή πίσω από τα μάτια του Ουριήλ, λυσσασμένη τώρα, τον διοικεί.
Δεν έχει βρει δικαίωση. Δεν έχει βρει δικαίωση.
Σκύβει και σηκώνει το σπαθί, ο Αζάζελ χαμογελάει, τα δόντια του κίτρινα. Ο πεσμένος άντρας σταματάει το κλάμα, σηκώνει το κεφάλι του και κοιτάζει το σπαθί. Μικρά φίδια σέρνονται μέσα στα γένια του. Μέσα στη βοή του ανεμοστρόβιλου, ο Ουριήλ ακούει πεντακάθαρα τις λέξεις που ξεστομίζει ο φονιάς.

"Την ώρα που πέθαινε η πουτάνα, φώναζε το όνομα σου"

Ο Ουριήλ σηκώνει το σπαθί.
Ο Αζάζελ δακρύζει μαύρα δάκρυα ακίνητος.
Ο φονιάς τώρα γελάει, προκαλεί.

Απόγευμα, αγκαλιασμένοι. Η Σαντίθ να κρύβει το πρόσωπο της στον λαιμό του Ουριήλ. Μυρίζει σανταλόξυλο, τα μαλλιά της γυαλίζουν με το λάδι της ελιάς. "Σ' αγαπώ" του ψιθυρίζει συνέχεια μέχρι που χάνεται ο ήλιος. Αυτός δεν μιλάει, μόνο χαμογελά.

"Σε συγχωρώ" λέει στον φονιά και στέκεται με ένα κλαρί στο χέρι μέσα στην ήρεμη νύχτα, απέναντι του ο Αζάζελ ακίνητος. Ακίνητοι και οι δύο, ο Ουριήλ λαχανιασμένος. Το πρόσωπο του δαίμονα είναι σκυθρωπό, σκεφτικό. Σαν να βλέπει τον νέο πρώτη φορά, σαν να βλέπει στον νέο κάτι που τον αφήνει άναυδο. Πλησιάζει τον Ουριήλ χωρίς να περπατήσει, αιωρείται. Φτάνει τόσο κοντά που η ανάσα του μπερδεύεται με αυτή του νέου. Μυρωδιά γίδας, μυρωδιά από μαντρί. Στις μαύρες λίμνες που είναι τα μάτια του δαίμονα, ο Ουριήλ βλέπει το εαυτό του. Ο Αζάζελ μιλάει για τελευταία φορά, η φωνή του χιλιάδες στόματα από μαρτυρικές, χαμένες ψυχές.

"Διαλέγεις την συγχώρεση σαν να είσαι θεός. Αλλά είσαι μόνο ένας άνθρωπος, Ουριήλ"
"Το ίδιο είναι δαίμονα. Θεός και άνθρωπος. Ένα."
"Η πίστη σου θα είναι η καταδίκη σου. Η αλήθεια είναι κάτι που δεν θα αντέξεις. Όταν θα πέσεις όμως Ουριήλ, θα είμαι εκεί"

Ο δαίμονας πισωπατεί. Γίνεται φασματικός, το λευκό του χρώμα σκοτεινιάζει και χάνεται στη νύχτα, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Τελευταία η στοιχειωμένη φωνή του, ξαναλέει σαν προσευχή, με απόλυτη βεβαιότητα:

"Θα είμαι εκεί"

ΤΕΛΟΣ ΜΕΡΟΥΣ Β

Sunday, October 21, 2007

ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΠΕΙΡΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΟΥΡΙΗΛ (Α)


Αρχάγγελοι
Πολλές είναι οι διαφωνίες ως προς την θέση που έχουν αυτά τα Θεϊκά πλάσματα και συχνά αναφέρονται στην Πρώτη Χορωδία. Η σύγχυση μάλλον προέρχεται από την συνήθεια να χρησιμοποιούμε κυρίως τον όρο «άγγελοι» για όλα τα Θεϊκά πλάσματα, με αποτέλεσμα η ονομασία «Αρχάγγελοι» (που σημαίνει «ανώτεροι άγγελοι») να μας παραπέμπει στην σκέψη ότι είναι οι ανώτεροι όλων. Κατά μερικούς όμως οι Αρχάγγελοι έχουν μονάχα δυο σκοπούς: να εποπτεύουν και να καθοδηγούν τους αγγέλους αλλά και να αναλαμβάνουν χρέη «στρατηγών» των αγγελικών στρατιών σε περιόδους μάχης.


Ουριήλ, Αρχάγγελος του Κεραυνού, του Τρόμου και της Λύτρωσης, Κυβερνήτης του πλανήτη Ήλιου κατά μερικούς, του πλανήτη Ουρανού κατά άλλους, Προστάτης της Μουσικής και της Μαγείας. Το όνομά του σημαίνει «Η Φωτιά του Θεού» και ένα από τα υπόλοιπα ονόματα που του αποδίδονται είναι και Βερβοήλ. Αναφέρεται σαν Σεραφείμ ή Χερουβείμ, ως εκείνος που κυβερνά τα Τάρταρα, εκείνος που προειδοποίησε τον Νώε για τον Κατακλυσμό.


Ευρετήριο αγγέλων (Πηγή)

ΤΟ ΦΙΛΙ
Τον ξύπνησε με ένα φιλί στα ξεραμένα του χείλη.
Δεκατρείς ημέρες στην έρημο, χωρίς φαγητό και νερό τις τελευταίες δύο. Πρόλαβε να αποχαιρετήσει τους γονείς του, Ιμεάλ και Εμαθήρ. Ύψωσε την τελευταία του προσευχή στον ουρανό και μετά έκλεισε τα μάτια του και σωριάστηκε στο καυτό έδαφος.
Και τώρα η Σαντίθ τον ξυπνούσε με ένα φιλί. Η όμορφη Σαντίθ, με το σκούρο δέρμα και τα αιώνια, καστανά της μάτια. Δύο θάλασσες αγάπης για εκείνον. Η μέλλουσα νύφη του. Η Σαντίθ που πνίγηκε πριν δύο χρόνια.
Τινάχτηκε μακριά της τρομοκρατημένος.

"Πώς είναι δυνατόν;" τη ρώτησε και ένιωσε βλάσφημος. Κάθε βράδυ προσευχόταν για την επιστροφή της και τώρα που οι προσευχές του είχαν εισακουστεί, τις χλεύαζε. Εκείνη έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. Τα μακριά, μαύρα μαλλιά της ανέμισαν στον νυχτερινό, κρύο αέρα της ερήμου. Μοναδικό φως, η λάμψη των άστρων. Κάτι κινήθηκε στα πόδια της αλλά ο Ουριήλ δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει τι.
"Εσύ με κάλεσες αγαπημένε." Η φωνή της ένα μαχαίρι, ήχος λησμονημένος, αγαπητός, ανίερος. "Ζωή μου και φως μου. Μισή μέσα στη λήθη περίμενα το κάλεσμα σου. Κορμί παγωμένο σαν το νερό που με σκότωσε, τώρα αναπνέω ξανά. Ζεστή, θερμή για σένα." Άπλωσε τα χέρια της. Κίνηση στα πόδια της. Τον πλησίασε, δύο βήματα. Κάτι σκοτεινό γύρω από τα πέλματα της, πιο σκοτεινό απ' την νύχτα. Ο Ουριήλ προσπάθησε να δει.
Ένα σμήνος εντόμων αηδιαστικών, μία μπάλα να κοχλάζει εκεί που πατούσε. Σε συνεχή κίνηση η μάζα, σφράγιζε το κάθε της βήμα. Τώρα φάνηκε ένα σκουλήκι, τώρα ένα σκαθάρι μαύρο, τεράστιο.

"Φύγε" η φωνή του ψίθυρος.
Άλλο ένα βήμα από εκείνη. Ήχος από χιλιάδες πόδια που γρατζουνάνε μικρά κελύφη. Σαν άπειρες σελίδες που τσαλακώνονται. Μία τερατώδης αράχνη ξεκόβει από τη σφαίρα και ξαναγυρίζει αμέσως.
"Φύγε" με περισσότερη πίστη. Περισσότερο τρόμο.
Είναι δίπλα του και εκείνος μπορεί να μυρίσει τον τάφο πάνω της, τον θάνατο, το μουχλιασμένο χώμα. Κάποια από τα έντομα, αγγίζουν τα δικά του πόδια τώρα. Στέκεται από πάνω του, αυτός γονατισμένος πάνω σε πέτρες. Η Σαντίθ σκύβει στο πρόσωπο του. Ο Ουριήλ κλείνει τα μάτια του.
"Φίλα με" του λέει αλλά η φωνή της έχει αλλάξει. Τώρα μία λεγεώνα από φωνές του μιλάνε μέσα από το στόμα της, το θέλγητρο χιλιάδων ιερόδουλων ξεχύνεται από την ανάσα της.
"Πιάσε με εκεί κάτω να δεις πόσο υγρή είμαι, Ουριήλ"
"ΦΥΓΕ"
Η Σαντίθ ουρλιάζει με χιλιάδες φωνές. Γίνεται ολόκληρη μία μάζα από έντομα, διαλύεται, πέφτει στο χώμα και σκορπάει. Ο Ουριήλ είναι μόνος. Κλαίει.

ΤΕΛΟΣ ΜΕΡΟΥΣ Α

Friday, October 19, 2007

ΔΟΚΙΜΙΟ ΠΕΡΙ ΓΥΝΑΙΚΩΝ


Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ

Να βάψεις τα χείλια σου ένα απαλό ροζ και να βάλεις το άρωμα το έντονο, αυτό που μένει στον χώρο και σε χαρακτηρίζει. Να ξυρίσεις τις μασχάλες σου και τα πόδια σου και την ευαίσθητη περιοχή σου, γιατί σήμερα μπορεί να είναι η μέρα. Σήμερα μπορεί να κάτσει κανα τυχερό. Θα αλείψεις το σώμα σου με κρέμα από αλόη και θα βάψεις τα νύχια σου, θα κρύψεις τις όποιες ατέλειες σου με μαεστρία και με πουτανιά.
"Αν είναι να γδυθώ, θα σβήσω το φως" σκέφτεσαι ενώ χτενίζεσαι. "Μόλις τον τυλίξω, ας δει την κυτταρίτιδα μου και το σπυρί στο αριστερό μου κωλομάγουλο που δεν λέει να εξαφανιστεί εδώ και δύο εβδομάδες"
Βγαίνεις από το σπίτι και είσαι σαν παιδούλα σε διήγημα της Δέλτα. Της Πηνελόπης.
Πας στο μαγαζί με την παρέα και αυτός που γουστάρεις την έχει ήδη πέσει σε κολλητή φίλης που διάλεξε σήμερα να έρθει, από όλες τις ημέρες. Σε γράφει στα αρχίδια του ενώ όλες τις προηγούμενες σου την "έπεφτε".
Το βράδυ θα πέσεις για ύπνο μόνη και απογοητευμένη. Θα του στείλεις ένα ηλίθιο μήνυμα αλλά δεν θα σου απαντήσει γιατί μάλλον θα γαμάει.
Ο άντρας των ονείρων σου θα μείνει στα όνειρα σου κουκλάρα μου, γιατί είσαι 35. Έτσι σκέφτεσαι και αποκοιμιέσαι πάνω σε ένα βρεγμένο μαξιλάρι.

Η ΠΙΑΣΜΕΝΗ

"Είμαι πιασμένη" έλεγες και λάμπανε τα μάτια σου. Τον πρώτο χρόνο.
Μετά αρχίζεις να παινεύεις το σπίτι σου για να μη πλακώσει την όμορφη καρκάλα σου.
Μετά του πλένεις τα σώβρακα και του μαγειρεύεις και ελπίζεις σε ένα παιδί για να "ξαναδεθείτε".
Και αν το παιδί δεν έρθει, ισχυρίζεσαι ότι είσαι μοντέρνα και βολεύεσαι με κατοικίδια.
Και αν δεν παίζουν κατοικίδια, παίζουν κολλητές που σε καταλαβαίνουν. Βλέπετε μαζί "Sex & the city" και τρώτε σοκολάτες και μετά κάνετε δίαιτες για να αποκτήσετε σώματα που κανείς δεν θα χαρεί. Έχεις να έρθεις σε οργασμό πάνω από 3 χρόνια.
Είσαι η μάνα σου και εκείνος ο πατέρας του. Να ζήσετε.

Λέμε τώρα βρε αδερφέ, μη φορτώνεις. Ναι ξέρω, υπάρχουν και άλλα στερεότυπα, δεν είναι μόνο αυτά. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει πόσο δύσκολο είναι να είσαι γυναίκα. Με ένα γαμορολόϊ να χτυπάει μέσα σου, μία ημερομηνία λήξης σε ΟΛΑ. Τεκνοποίηση, εμμηνόπαυση, ισότητα, χειραφέτηση, τεστ ΠΑΠ, ταμπόν και λιποαναρρόφηση. Κακομοιρούλα.
"Οι γυναίκες είναι πιο ώριμες"
"Οι γυναίκες δεν γαμιόνται, κάνουν σχέσεις"
"Οι γυναίκες είναι το συναίσθημα, οι άντρες η πυγμή"
"Οι γυναίκες είναι η θαλπωρή και η φροντίδα"

Ξέρεις τι λέω εγώ;
Γαμείς δε γαμείς, ο καιρός περνάει κουκλάρα μου.
Εγώ έχω πουλάκι και συ νινάκι. Ε ΚΑΙ;
Σε βαριέμαι όταν στολίζεσαι και βάφεσαι ενώ ΞΕΡΩ πως ψάχνεις αυτό που και εγώ ψάχνω. Ένα φιλί, λίγο ιδρώτα, έναν ΑΝΘΡΩΠΟ κάτω από όλα τα στολίδια. Και αυτή ακριβώς είναι η κατάρα σου, κουκλάρα μου όμορφη. Έφαγες τα καλύτερα σου χρόνια να ψάχνεις για γαμπρό και δεν έψαξες εσένα ρε πούστη μου. Μα καθόλου όμως;
Και κάτω από τα υπέροχα βυζιά σου και τον γυμνασμένο κώλο σου, κρύβεται ένα μιαρό πλάσμα χωρίς χιούμορ, χωρίς αυτάρκεια και χωρίς ΚΑΝΕΝΑ ΙΧΝΟΣ ΑΥΤΕΠΙΓΝΩΣΗΣ. Εγώ τουλάχιστον έχω φάει και πέντε χυλόπιτες και ίσιωσε η μούρη μου. Εσύ "δεν έχεις βρει τον σωστό". ...
Και όταν τον βρεις θα γίνεις η μαμά του. Και θα είσαι ΤΟΣΟ μα ΤΟΣΟ αποδεκτή. Ακόμα και με ρυτίδες, θα είσαι "χρυσή" και "άξια".

Ανατρίχιασες; Και γω.....

Να γελάς και να αρέσεις. Να μην δικαιολογείσαι και να μην κρεμιέσαι από τον άλλον. Να στολίζεσαι γιατί εσύ γουστάρεις. Άμα σε πειράζω στο δρόμο, να χαμογελάς και άμα γίνω ενοχλητικός να με διαολοστείλεις. Να μην νιώθεις ίση, να είσαι. Άμα στο κρεβάτι είμαι για τα μπάζα, να μου το λες. Να με αγαπάς χωρίς να με έχεις ανάγκη. ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΥΟ ΜΙΣΑ. ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΠΟΥ ΠΡΟΣΠΑΘΟΥΝ. Να κλαις χωρίς να μου ζητάς συγγνώμη. Να έχεις τις δικές σου παρέες και να με διώχνεις από το σπίτι για να καλέσεις τις φίλες σου. Να μην μου χαρίζεσαι, δεν είμαι εγώ ο κυνηγός, δεν είναι BBC εδώ. Να λες σ' αγαπώ όταν το νιώθεις, όχι όταν στο πουν πρώτα. ΣΤΑΜΑΤΑ ΝΑ ΤΟ ΠΑΙΖΕΙΣ ΣΠΟΥΡΓΙΤΑΚΙ. Ξέρω ότι κλάνεις ακόμα και αν δε σε ακούει κανείς.
Ψιτ!
Εγώ θέλω δίπλα μου συνοδοιπόρο, όχι ακόλουθο.

Και κάτι τελευταίο.
Μυστικό.
Μεταξύ μας.

Η μαγκιά δεν είναι να ξεχωρίσεις εκεί που εγώ έχω διαπρέψει. Αυτό το κάνουν και οι καλά εκπαιδευμένες μαϊμούδες.
Η μαγκιά είναι να ξέρεις την δύναμη σου απάνω μου.

Και να μην μου τη δείχνεις.

Monday, October 15, 2007

Ο ΨΗΛΟΣ ΚΑΙ Ο ΧΟΝΤΡΟΣ


Την ιστορία-παραβολή με τον βάτραχο και τον σκορπιό την ξέρεις. Και αν δεν τη ξέρεις, βαριέμαι να τη πω. Τέλος πάντων, στο τέλος πνίγονται και οι δύο.
-
Οι δύο φίλοι-αδερφοί έφτασαν στην άκρη του γκρεμού, μεσάνυχτα.
Ο ένας είχε μακριά μαλλιά και μπλέ μάτια. Λεπτός και ψηλός. Σαν τον Χριστό.
Ο άλλος είχε κατσαρά μαλλιά και πράσινα μάτια. Παχύς και γελαστός. Σαν τον Βούδα.
Κάνανε πλάκα με αυτό. Ο Χριστός και ο Βούδας. Αϊ, ρε μαλάκα. Χα, χα.

Δεν ξέρανε πόσο μοιάζανε με την παρομοίωση. Οι δύο Θεοί. Αυτοί, για τους φίλους λέω.

Ο Χριστός κοίταξε κάτω στο γκρεμό και είδε σκοτάδι. Ο Βούδας είδε ψηλά τα άστρα και έκλασε.
"Μα τι μαλάκας είσαι"
"Γιατί ρε;" ρώτησε ο Βούδας. Έκλανε συχνά. Γελάγανε και οι δύο.
Επίσης κλαίγανε μαζί, κυρίως το ξεκίναγε ο Χριστός με τον ρομαντισμό του και το θλιμμένο βλέμμα του. Επίσης παίζανε μαζί, παιχνίδια για μικρούς και για μεγάλους. Ήταν αδέρφια οι δύο Θεοί. Μέχρι που ο Βούδας έσπρωξε τον Χριστό στον γκρεμό εκείνο το βράδυ.

Ο ψηλός πρόλαβε και έπιασε το χέρι του χοντρού. Κρεμάστηκε πάνω απ' το κενό και ούρλιαξε. Από τρόμο. Από έκπληξη. Κοίταξε τον χοντρό στα μάτια, με τα δικά του να βουρκώνουν, από το άδικο, από την οργή.
"Γιατί ρε;"
"Γιατί μπορώ" είπε ο Βούδας.
"Ρε συ, θα σκοτωθώ"
"Το ξέρω ρε αδερφέ αλλά δεν γίνεται αλλιώς. Με συμπληρώνεις τόσο, που σε έχω ανάγκη. Συγχώρα με, αλλά ελεύθερος θέλω να' μαι. Συγχώρα με ρε..."
Ο Βούδας πόναγε, δεν τα 'λεγε αυτά από μίσος ή κακεντρέχεια.
Ο Χριστός κοίταξε τον άλλο στα μάτια. Να σκοτωθώ, σκέφτηκε. Να δει ο αδερφός μου τι κάνει. Να γίνω ο σωτήρας του.
"Σε συγχωρώ" του είπε και αφέθηκε να πέσει. Και άλλαξαν και οι δύο.
Δύο τεράστια, αποτρόπαια, λευκά φτερά ξεπήδησαν από την πλάτη του Χριστού. Του ξέσκισαν τη σάρκα. Με αηδία τα είδε να απλώνουν.
"Όχι" φώναξε υστερικά. "Εγώ να πέσω θέλω"
Δύο πέτρες φύτρωσαν στα πέλματα του Βούδα. Τεράστια κοτρώνια, κυβικά σε σχήμα. Τον καθήλωσαν με το τεράστιο βάρος τους, εκεί, στην άκρη του γκρεμού.
Τα φτερά οδήγησαν τον Χριστό μακριά, παρά τη θέληση του. Εκείνος ούρλιαζε και χτυπιόταν, να πέσει ήθελε, να γίνει ο μάρτυρας. Ο Βούδας πετρωμένος στη θέση του, έμεινε εκεί στην άκρη του γκρεμού, ανήμπορος να πέσει, ανήμπορος να φύγει. Ούρλιαζε και αυτός. Οι δύο φίλοι λίγο πριν τα φτερά πάρουν τον Χριστό μακριά, άπλωσαν τα χέρια, ο ένας προς τον άλλον. Κλαίγανε. Κανείς από τους δύο δεν μπόρεσε να κλάσει έτσι ώστε να γελάσουν. Χώρισαν απότομα, ο Χριστός να χάνεται στη νύχτα, ο Βούδας να κλαίει ακίνητος. Δεν ξαναβρέθηκαν ποτέ οι δύο Θεοί.

Ο ψηλός και ο χοντρός.
Ο Χριστός και ο Βούδας.
...............................................................................................................
Είναι καλά στη πέτρα χοντρέ;
Εγώ εδώ πάνω είμαι μία χαρά. Και ξέρεις και τι άλλο; Έχει κι άλλους εδώ πάνω, σαν κ μένα. Και αυτούς κάποιος τους πέταξε.
Δεν είναι αστείο ρε χοντρέ;
Να πρέπει να πέσεις για να μπορέσεις να πετάξεις.
Να σαι καλά που με έσπρωξες ρε.
Να σαι καλά.
Να σαι καλά.
Κουνήσου τώρα, γιατί στα πόδια σου έπιασες βρύα.
Τα λέμε χοντρέ. Εγώ Σωτήρας κανενός δε γίνομαι. Τα φτερά μέσα μου τα' χα ξεχασμένα.
Τα λέμε χοντρέ. Βρήκα άλλα αδέρφια, να πετάνε.
Να περνάς καλά χοντρέ, εκεί στην άκρη του γκρεμού.

Εγώ να πέφτω θέλω.

Sunday, October 14, 2007

IT'S JUST A RIDE


Άνοιξε τα μάτια του από τον πόνο.
Είχε αποκοιμηθεί με το κεφάλι του κρεμασμένο μπροστά και ο αυχένας του είχε πιαστεί. Το βαγόνι ήταν άδειο. Τα φώτα στην οροφή ήταν πολύ χαμηλωμένα, προσδίδοντας έναν τελετουργικό αέρα στο κινούμενο τραίνο. Σαν αιγυπτιακός τάφος με ρόδες.
Νύχτα.
Προσπάθησε να κοιτάξει έξω αλλά αντίκρισε τα κουρασμένα μάτια του στο τζάμι: έξω μόνο σκοτάδι, πηχτό σαν αίμα, ανυπόμονο να εισβάλει στο τραίνο, να το πνίξει σε μία εβένινη λίμνη. Ο χώρος μύριζε δέρμα από τα παλιά καθίσματα και μία φευγαλέα νότα τσιγαρίλας, αν και το κάπνισμα απαγορευόταν. Κοίταξε μπροστά, μέχρι τη πόρτα που οδηγούσε στο επόμενο βαγόνι.
-
Δεν μίλαγε συχνά, το βλέμμα του πάντα χαμηλωμένο. Στη δουλειά τον λέγανε σκυφτούλη. Εικονογράφος. Βυθισμένος πάντα στα σχέδια του, στα μελάνια του και στα χαρτιά του. Χωρίς φίλους, χωρίς σχέση, έμενε μόνος σε μία γκαρσονιέρα πάνω από ένα σκυλάδικο. Τα βράδια δεν κοιμότανε από τη φασαρία. Σχεδίαζε μέχρι τις πρωινές ώρες και μετά ξάπλωνε λίγο μέχρι το μεσημέρι που έπιανε δουλειά στην εφημερίδα. Στο μικρό μπαλκονάκι του, είχανε φτιάξει φωλιά κάτι περιστέρια. Τα βράδια τους έβαζε νερό σε μία λεκάνη και μετά πήγαινε στο μπάνιο και αυνανιζόταν. Τηλεόραση δεν είχε. Ήταν ερωτευμένος με μία σερβιτόρα που δούλευε στο μαγαζί, από κάτω του. Τους τελευταίους μήνες στεκόταν στο παράθυρο και την παρακολουθούσε που ερχόταν για να πιάσει δουλειά. Το πρωί την έβλεπε να φεύγει κουρασμένη.
-
Δεν ήξερε πόση ώρα ταξίδευε. Το τραίνο δεν έκανε καμία στάση από την ώρα που είχε ξυπνήσει. Μονότονος ο θόρυβος από τις ράγες, μεγεθύνονταν στο άδειο βαγόνι, ανακλούσε στις επιφάνειες του μικρού χώρου και γινόταν εκκωφαντικός. Προχώρησε μέχρι τη πόρτα που ένωνε τα δύο βαγόνια και κοίταξε από το τζαμάκι. Στο επόμενο βαγόνι, κάποιος καθόταν μόνος του σε ένα κάθισμα. Φαινόταν ξύπνιος. Άνοιξε τη πόρτα. Το τραίνο σφύριξε.
-
Τις Κυριακές, πήγαινε βόλτα στο πάρκο που ήταν κοντά στο σπίτι του. Καμιά φορά, έπαιρνε μαζί του ένα μπλοκ και μολύβια για να ζωγραφίσει. Συνήθως όμως πήγαινε εκεί για να βλέπει τα ζευγαράκια να περνάνε. Του άρεσε να φαντάζεται τον εαυτό του στη θέση των αντρών που συνήθως κρατούσαν τις κοπέλες τους από το χέρι. Στο δρόμο του γυρισμού, έφτιαχνε σενάρια μεσ' το κεφάλι του. Ότι στο σπίτι τον περίμενε η γυναίκα του και τα παιδιά τους. Χαμογέλαγε τις Κυριακές, όταν γύριζε από το πάρκο. Τις Κυριακές δεν ήταν σκυφτούλης.
-
Πλησίασε τον καθισμένο επιβάτη και τον άγγιξε στον ώμο. Εκείνος γύρισε και τον κοίταξε και ήταν ο εαυτός του. Γέρος. Γερασμένος.
"Που πάμε;"
"Δεν ξέρω"
"Αργούμε;"
"Ποιος νοιάζεται;"
Ο καθισμένος εαυτός του, ακούμπησε στο τζάμι και αποκοιμήθηκε. Μία αράχνη πρόβαλε μέσα από το ρουθούνι του. Μπροστά στα μάτια του, το γερασμένο εγώ του, έλιωσε και έγινε σκόνη. Κοίταξε ευθεία μπροστά. Ακόμη μία πόρτα. Κόκκινη, με μία ταμπέλα: "ΟΔΗΓΟΣ"
-
Τον απέλυσαν από την εφημερίδα γιατί βρήκανε κάτι 20χρονα με υπολογιστές, που κάνανε καλύτερη εικονογράφηση με λιγότερα λεφτά. Εκείνη τη μέρα, πήρε το λεωφορείο και πήγε στη παραλία, να κάτσει κοντά στη θάλασσα. Το βράδυ που γύρισε σπίτι του πιο ήρεμος, βρήκε την πόρτα του σπασμένη. Είχαν ληστέψει το σπίτι του. Στη μανία τους που δεν είχαν βρει τίποτα για να πάρουν, του είχαν καταστρέψει όλες τις ζωγραφιές. Βουρκωμένος, κατέβηκε κάτω και πήγε στην πόρτα του μαγαζιού που δούλευε εκείνη. Την άνοιξε και από μέσα ξεχύθηκε δυνατή μουσική και φωνές.
-
Η θέση του οδηγού άδεια. Τα φώτα του τραίνου φανέρωναν για κάμποσα μέτρα τις ράγες και τα τριγύρω χόρτα σε ένα τρελό χορό μεγάλων ταχυτήτων. Όλα τα άλλα σκοτάδι. Δεν υπήρχαν όργανα ή μετρητές, ενδείξεις ή ρολόγια. Μόνο ένα τιμόνι από ξύλο, σαν σε πειρατικό καράβι. Κοίταξε πίσω του και είδε μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του, βαγόνια. Όλα γεμάτα με καθισμένα αντίγραφα του εαυτού του. Όλοι οι εαυτοί του να τον κοιτάζουν στα μάτια και να περιμένουν. Κάθισε στη θέση του οδηγού και έπιασε το τιμόνι. Αυτός και οι χιλιάδες εαυτοί του, άρχισαν να χαμογελάνε.
Μακριά στον ορίζοντα, είδε τα πρώτα σημάδια αυγής.
-
Άνθρωποι να χορεύουν, να τραγουδάνε μεθυσμένοι, κάπνα και μυρωδιά από φτηνό φαγητό και πούρα. Στη σκηνή, ένας χοντρός μπροστά από μία μπάντα, τραγουδούσε κάτι φάλτσο. Την είδε να περιφέρεται ανάμεσα στα τραπέζια, κρατώντας πανέρια γεμισμένα με γαρύφαλλα. Κάποια στιγμή πέρασε κοντά του και τον κοίταξε. Του χαμογέλασε και εκείνος ξέχασε τις σκισμένες ζωγραφιές του. Όπως πήγε να απομακρυνθεί, την έπιασε από το μπράτσο. Εκείνη πάντα χαμογελώντας, νομίζοντας τον για πελάτη, έσκυψε προς το μέρος του να ακούσει την παραγγελία του.

"Θα σε περιμένω να σχολάσεις" της είπε.
"Θα σε κεράσω καφέ και μετά θα πάμε απάνω και θα σε ζωγραφίσω"

Και μετά τη φίλησε.

Tuesday, October 02, 2007

ΜΙΚΡΑ, ΑΝΩΔΥΝΑ ΕΓΚΕΦΑΛΙΚΑ

"Scream"
by
Egggod

Ξυπνάς το πρωί και φτιάχνεις ένα καφεδάκι πριν αρχίσει να τρέχει η μέρα και να σε παίρνει σβάρνα. Σε λίγο ξεκινάει η εντροπία, το τρέξιμο (ευχάριστο ή δυσάρεστο), σε λίγο βάζεις νέφτι στις νότιες, υπογαστρικές περιοχές σου και ορμάς.
Κατεβαίνεις με την κυλιόμενη προς την αποβάθρα του μετρό και βλέπεις αραγμένο τον συρμό με ανοιχτές πόρτες. Η φωτεινή πινακίδα γράφει "00.30". Για όσους δεν κατάλαβαν, αυτό είναι δευτερόλεπτα. Πας να κατέβεις αλλά στην αριστερή μεριά είναι κυράτσα με βαλίτσα που έχει αράξει γιατί δεν μπορεί να την κουβαλήσει. Δεξιά της ένας κύριος, ηλικιωμένος, που απλά στέκεται αμέριμνος, προφανώς πηγαίνει βόλτα.
"Να περάσουμε λίγο;" λες με την απαραίτητη ένταση στην κυράτσα μπας και νιώσει.
"Και γω να κατέβω θέλω" απαντάει πειραγμένη με υστερική φωνή. Τι ηλίθια απάντηση είναι αυτή; ΠΡΟΦΑΝΩΣ θέλεις να κατέβεις μωρή χοντροκώλα, γιαυτό είσαι στις κυλιόμενες που πάνε προς τα κάτω. Αλλά αν θες να σταθείς, να το κάνεις στη δεξιά μεριά, όπως ΟΛΗ η Ευρώπη, γαμώ το σίστο σου.
Ακούς τον εκνευριστικό ήχο που ανακοινώνει ότι οι πόρτες κλείνουν. Είσαι μόλις 6 μέτρα μακριά αλλά ξέρεις ότι θα το χάσεις. Και το χάνεις το τραινάκι. Θα αργήσεις πάλι σήμερα. Η κυράτσα αρχίζει να γκρινιάζει για την αγένεια μερικών. Βάζεις mp3 δυνατά και χάνεσαι σε πρωινές φαντασιώσεις, όπου της ανοίγεις το κεφάλι με ηλεκτρικό πριόνι.
Α, by the way: Καλημέρα.

Είσαι στη δουλειά και κάποιος ανώτερος σου ιεραρχικά, επιδεικνύει απόλυτη ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ να οργανώσει την "από κάτω" του ομάδα, με αποτέλεσμα πολύτιμα λεπτά και ώρες από τον χρόνο σου, να περνάνε με την ατελέσφορη προσπάθεια του βλάκα να προσπαθεί να δικαιολογήσει τα λεφτά που παίρνει. Γυρνάς τα μάτια σου, ξεφυσάς, δαγκώνεις τα ήδη σκασμένα χείλια σου και παίρνεις βαθιές ανάσες. Κάποια στιγμή-και για να προχωρήσουν τα πράγματα- αναλαμβάνεις να δίνεις ιδέες και να κάνεις τη δουλειά του, χωρίς ταυτόχρονα να φανεί ότι του παίρνεις και τη θέση. Το πράγμα ξεκολλάει και όλα καλά. Και στο τέλος της ημέρας, έρχεται ο ίδιος αυτός λαμογιοβλάκας και σου λέει ακουμπώντας σε στον ώμο: "Θέλω να προσπαθήσεις λίγο περισσότερο. Εντάξει; Πιστεύω σε εσένα. Δεν θα με απογοητεύσεις ε;"
Σου κλείνει το μάτι και σε αφήνει να στέκεσαι εκεί, σαν στήλη άλατος. Σε όλο το γυρισμό, φαντασιώνεσαι να του δαγκώνεις το καρύδι και να του το φτύνεις στο κατάπληκτο πρόσωπο του.
Α, by the way: Καλησπέρα.

Μπαίνεις στο σπίτι.
Οι φωνές της μέρας κουδουνίζουν στο εσωτερικό του κεφαλιού σου.
Γδύνεσαι και μπαίνεις κάτω από τη ντουζιέρα, μένεις ακίνητος κάτω από το νερό σε έναν δικό σου βυθό που ζούνε μόνο μπλε γοργόνες και φύκια και δεν ακούγεται τίποτα. Το τηλέφωνο χτυπάει. Δεν θες να το σηκώσεις. Σταματάει. Το νερό συνεχίζει να τρέχει. Ξαναρχίζει να χτυπάει. Αυτή την φορά αυτός που καλεί, δεν το βάζει κάτω. Επιμένει μέχρι να βγεις από το μπάνιο, να τυλιχτείς με μία πετσέτα και να το σηκώσεις. Εσύ είσαι σίγουρος μέχρι να φτάσεις το ακουστικό, ότι κάποιος έχει πεθάνει.
"Ποιός είναι;" ανήσυχος.
"Που είσαι;" νεύρα από το έτερον ήμισυ.
Και τότε γίνεται το download. Ραντεβού ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ στον κινηματογράφο. ΚΑΤΕΥΘΕΙΑΝ. Σαν να λέμε μετά τη δουλειά ένα πράμα. ΦΑΑΑΑΑΑΑΚ!!!
Προσπαθείς να εξηγήσεις. Πριν σου κλείσει το τηλέφωνο στη μούρη προλαβαίνει να σου πει:
"Είσαι πολύ μαλάκας ώρες ώρες"
Μένεις με το ακουστικό στο χέρι, να στάζεις νερά.
Α, by the way: Καληνύχτα.

Και που 'σαι. Μη μασάς.
Και αύριο μέρα είναι.

Saturday, September 29, 2007

ΣΑΒΒΑΤΟ ΒΡΑΔΥ ΜΟΝΟΣ, ΟΛΕ!

"Nefeli"
Photo by Egggod

Εδώ και δύο ώρες λέω να κάνω μπάνιο και βαριέμαι.

Να μία ωραία πρόταση για να ξεκινάει κανείς ένα κείμενο. Σαν να κάνεις καμάκι σε γκόμενα με μυξόνι τριών εκατοστών να κρέμεται από το δεξί ρουθούνι. Το αριστερό παραπονεμένο. Όχι ότι μου έχει συμβεί. Πάντα καθαρίζω τη μύτη μου. Καμιά φορά και με χαρτομάντιλα.

Και σήμερα ήταν ζεστή μέρα λέμε. Ένα μπανάκι επιβάλλεται. Ή ένα ντουζάκι. Τη διαφορά, που να με πάρει ο τριδιάβολος, δεν τη κατάλαβα ποτέ. ΠΟΤΕ!
Ντους (ή ντουζ) είναι όταν πλένεις ΜΙΑ φορά τα μαλλιά σου και καθόλου το σώμα; Ή όταν απλά βρέχεσαι και δεν πλένεις τίποτα; Αν κατά λάθος, πέσει απάνω σου αφρόλουτρο, τότε κάνεις μπάνιο;
Μπάνιο είναι όταν πλένεις δύο φορές τα μαλλιά σου (αν έχεις) και δύο το σώμα, τρίβοντας διεξοδικά και επίμονα; Ή μία τα μαλλιά και πολύ καλά το σώμα, με ιδιαίτερη προσοχή ανάμεσα στα δάχτυλα και πίσω από τα αυτιά;

Όταν είναι να πας σε γάμο κάνεις μπάνιο ή ντους; Αν κάνεις το δεύτερο, είσαι γύφτος; Αν δεν κάνεις τίποτα είσαι βρωμιάρης; Αν έκανες μπάνιο τη προηγούμενη;

Τέλος πάντων, εδώ και δύο ώρες λέω να πάω να βραχώ και να τριφτώ με αφρόλουτρο αφού λούσω και τα μαλλιά μου, αλλά βαριέμαι. Είναι Σάββατο, μόνος στο σπίτι. Έχεις ανοίξει τον υπολογιστή και μόλις εμφανιστεί το wallpaper σου, αρχίζεις να σχηματίζεις τετραγωνάκια με το ποντίκι πάνω στην επιφάνεια εργασίας, κρατώντας πατημένο το κουμπί του ποντικιού. Μιλάμε για κόλλημα.
Θα σηκωθώ να βάλω κόκα κόλα από το ψυγείο. Περπατάω ξυπόλητος μέσα στο σπίτι. Στο τέλος του διαδρόμου, λουφάζει η γάτα μου η οποία βαριέται πιο πολύ από μένα. Περνώντας από δίπλα της, μου την πέφτει στο πόδι. Δύο γρήγορα χαστουκάκια χωρίς νύχια και τζουπ στον καναπέ, σε θέση μάχης. Τουρλωμένο κώλο, ουρά να ανεμίζει, αυτιά χαμηλωμένα.
"Βαριέμαι" λέει το προσωπάκι της.
Της ορμάω και μου αρπάζει το χέρι με τις πατούσες της. Αυτή τη φορά βγάζει νύχια. Δαγκώνει και σφυρίζει νευριασμένη (και καλά, αφού γουστάρει). Επιστρατεύω το δεύτερο μου χέρι και της δείχνω γιατί οι άνθρωποι κυβερνούν τον κόσμο. Απασχολημένη με το ένα, δεν παίρνει χαμπάρι το άλλο που πλησιάζει στην ουρά της. Τη τσιμπάω τόσο που να μην πονέσει πολύ, αλλά αρκετά για να την νευριάσω. Εξοργίζεται και μπαίνει σε matrix mode. Οι κανόνες καταρρέουν και χτυπάει στα τυφλά. Ένα από τα νύχια της γαντζώνεται στο μπροστινό τμήμα από το μποξεράκι μου και σε μερικό από το περιεχόμενο του.

Την ίδια στιγμή στον τρίτο όροφο της ίδιας πολυκατοικίας.
Γυναίκα: "Καλό παιδί αυτός ο νεαρός στον πρώτο, αλλά αυτά τα ουρλιαχτά του με τρομάζουν ώρες ώρες."
Άντρας: "Ακούει χέβι μέταλ. Δεν έχεις δει τις μπλούζες που φοράει; Νέοι...τσ, τσ, τσ"
Γυναίκα: "Τσ, τσ, τσ..."

Βάζω κόκα κόλα. Η γάτα μου αναίσθητη πίσω από τον καναπέ. Θα ξυπνήσει, δεν ανησυχώ. Είναι σκυλί η γάτα μου, δε μασάει.

Μπροστά στο ψυγείο, δεύτερο κόλλημα βαρεμάρας. Κοιτάς με δέος τα περιεχόμενα του. Στη μέσα μεριά της πόρτας, μπουκάλια με νερό, βούτυρα, αναψυκτικά και κάτι κραγιόν της κοπέλας μου. Κραγιόν στο ψυγείο, έλεος. Βγάζω ένα, το ανοίγω, το μυρίζω, βάζω λίγο στο χέρι μου. Βυσσινί βαθύ. Αφήνω ανοιχτό το ψυγείο και πάω μέχρι το μπάνιο, έτσι για να σπάσω πλάκα βρε αδερφέ. Βάζω λίγο κραγιόν. Σα τραβέλι που δεν ξυρίστηκε. Απαίσιος. Γελάω και καθώς τραντάζομαι με πονάει το τραύμα της γάτας. Κατεβάζω το μποξεράκι μου και σκύβω για να επιθεωρήσω από κοντά τη ζημιά. Τη πουτάνα, τελικά έσκισε λίγο δέρμα. Θα τσούζει για πάντα. Κοιτάω γύρω μου και το βλέμμα μου πέφτει πάνω στο οινόπνευμα. Ανατριχιάζω.
Ανοίγω το ντουλάπι του καθρέφτη και βλέπω μία κρέμα ματιών. Κάπου στην περιγραφή πάνω στο κουτί έχει την λέξη "ενυδάτωση". Εδώ είμαστε. Αφήνω το μποξεράκι μου να πέσει στους αστραγάλους μου, βάζω λίγη κρέμα στα δάχτυλα μου και ξανασκύβω πάνω από την επίμαχη περιοχή για καλύτερη και προσεκτικότερη επάλειψη. Το αριστερό χέρι για στήριξη και ανύψωση. Το δεξί έτοιμο να αλείψει.

"Γιατί είναι ανοιχτό το ψυγεί-" Της κοπέλας μου της κόβεται η μιλιά. Δεν χρειάζεται να έχεις δώσει πρώτη δέσμη για να καταλάβεις γιατί.
Στέκομαι εκεί γυμνός, με το μποξεράκι στους αστραγάλους μου, σκυμμένος σαν τον καραγκιόζη, με το πουλί μου στο ένα μου χέρι και κάτι άσπρο και κρεμώδες να στάζει από το άλλο. Με βυσσινί κραγιόν στα χείλια μου.

ΜΕ ΒΥΣΣΙΝΙ ΚΡΑΓΙΟΝ ΣΤΑ ΧΕΙΛΙΑ ΜΟΥ
------------------------------------------------------------------------------------------------
Ώρες αργότερα, είμαστε αγκαλιά και βλέπουμε Friends στο dvd.
"Ρε μωράκι" μου λέει. "Δε πας να κάνεις κανά μπάνιο. Ζέχνεις λίγο"
Αααχ, η άνεση των μακροχρόνιων σχέσεων.
"Ναι ρε μωρό θα πάω. Βαριόμουνα."
Σηκώνομαι βαριεστημένα και μπαίνω στο μπάνιο για ένα ντουζάκι. Το μπάνιο παίρνει ώρα.
Την ώρα που το νερό αρχίζει να πέφτει απάνω μου και κάνει την πληγή να τσούζει, την ακούω έξω από την πόρτα της τουαλέτας να μου λέει:

"Ρε μωρό. Η γάτα που είναι;"

Saturday, September 15, 2007

ΠΑΡΑΜΥΘΑΣ ΝΑ ΗΜΟΥΝ


Βρήκα ένα αγέννητο παραμύθι μέσα σε ένα βλέμμα.

Και ένιωσα εξερευνητής, βεβηλωτής , σπουδαίος. Μα αυτός που του άνηκε το βλέμμα, δε θέλησε να μου πει το παραμύθι του, το άφησε αγέννητο να κρέμεται στα μάτια του, το στόμα του κλειστό, η καρδιά σφαλιστή.

Μπαίνω στο μετρό, κάθομαι δίπλα σου. Μαζεύεσαι για να μην σε ακουμπήσω, σαν άπλυτος να είμαι εγώ και συ ο βασιλιάς που ταξιδεύει μόνος. Καρφώνεις τη ματιά σου στο κενό, ενοχλημένος από την ύπαρξη άλλων γύρω σου. Θέλω να σου πω: ¨Καλημέρα άνθρωπε. Το άρωμα σου είναι ωραίο και σίγουρα έχεις ιστορίες να μου πεις. Θα ταξιδέψουμε μαζί για 20 λεπτά και τι να προλάβουμε να πούμε, αλλά ας ξεκινήσεις εσύ και βλέπουμε." Θέλω να τραβήξω στη κουβέντα μας και την κοπελιά που κάθεται απέναντι μας, με τα πορτοκαλί μαλλιά. Να μιλήσουμε για ιππότες και όνειρα και τι θα ήθελε ο καθένας μας να κάνει πραγματικά, να πει πραγματικά. Δεν λέμε τίποτα εμείς οι χίλιοι μες το τραίνο, δεν κοιταζόμαστε, νευριάζουμε με τους άλλους και τραβάμε την πορεία μας μόνοι. Κατεβαίνετε και οι δύο σας μία στάση πριν από μένα. Το άρωμα σας έχει μείνει στο βαγόνι. Τουλάχιστον μοιραστήκαμε αυτό.

Τον χειμώνα, περιμένω στη στάση για λεωφορεία που πάντα αργούν. Σε ουρές για γλυκά τις γιορτές. Στο τραπέζι μου να με σερβίρουν, ενώ δίπλα μου παίζει ένα αγοράκι από κάποια οικογένεια πιο πέρα. Κοιτάνε τα πιάτα τους. Στη στάση έχουμε στριμωχτεί εννιά άνθρωποι γιατί βρέχει. Δεν μιλάει κανείς. Στην ουρά θέλω να πω "Καλά Χριστούγεννα" αλλά όλοι βιάζονται να πάνε σε φιλικά τραπέζια.

Σε ένα μουσείο στάθηκα μπροστά από έναν πίνακα του Θεοτοκόπουλου και βούρκωσα. Δίπλα μου μία κοπελιά με κοίταξε και χαμογέλασε. Στα καστανά μάτια της είχε κρυμμένα παραμύθια. Έκανα να της μιλήσω αλλά κατέβασε το κεφάλι και απομακρύνθηκε γοργά.

Σε ένα νεκροταφείο πήγα να αφήσω κάτι λουλούδια και ένας γεράκος ήταν καθισμένος μπροστά από τον διπλανό τάφο. Δεν έκλαιγε, απλά καθόταν. Κάθισα και γω και έβγαλα τσιγάρο. Τον κοίταξα. Σηκώθηκε αμήχανα και έφυγε. Τα μάτια του είχαν ιστορίες να πουν. Αλλά δεν τις είπαν.

Μέσα σε σκοτάδι έκανα την ερώτηση.
"Τι είναι;"
"Τίποτα"
Και μετά άργησα να κοιμηθώ.

Βρήκα ένα αγέννητο παραμύθι μέσα σε ένα βλέμμα. Στον καθρέφτη. Ξεκίνησα να μου το λέω αλλά σταμάτησα.

Με αποκαρδιώσανε όλα αυτά τα αγέννητα παραμύθια στα μάτια των ανθρώπων που θα παραμείνουν αγέννητα γιατί δεν μιλάμε.

Και αυτή, προς το παρόν, είναι η δικαιολογία μου για να μην είμαι παραμυθάς.

Tuesday, September 11, 2007

ΤΡΕΙΣ ΑΓΓΕΛΟΙ ΚΑΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ


Τσιμεντένιος μόλος και στην άκρη του το παγκάκι.
Τόσο μακριά από την πόλη που ήταν σαν να βρίσκεσαι σε νησί. Η υπερβολικά ζεστή μέρα αργοπέθαινε μέσα στον απέραντο ωκεανό που είχα για θέα. Κάθισα να την χαζέψω να ξεψυχά στα ατάραχα νερά. Πάνω, ο ουρανός, ένας γκριζογάλαζος καμβάς που σκούραινε με γοργούς ρυθμούς. Κάποιος ζωγράφος είχε ρίξει εκεί μέσα και λίγη πορφύρα. Ονόμασα τον πίνακα "Η βεβήλωση του μπλε". Χαμογέλασα, άναψα τσιγάρο και κάθισα.
Ο αέρας μύριζε ιώδιο και βρεγμένο ξύλο. Στα πόδια μου, απομεινάρια αλλοτινών επισκεπτών. Πακέτα από τσιγάρα, αποτσίγαρα, καμμένα χαρτιά, κουτάκια μπύρας, σπασμένα γυαλιά. Ξανακοίταξα πάνω. Μερικά καλοκαιρινά σύννεφα δάνειζαν τα φουστάνια τους στην ουράνια σύνθεση.
Σκεφτόμουν να αλλάξω τον τίτλο του πίνακα όταν ο γέρος κάθισε, χωρίς λέξη, δίπλα μου. Νευρίασα γιατί εξέλαβα την άνεση του ως επίδειξη θράσους.

"Μπορώ να καθίσω;" με ρώτησε χαμογελώντας.

Γύρω στα εβδομήντα, άσπρα μαλλιά, μέτριο ανάστημα, μεγάλη κοιλιά. Φορούσε κρεμ παντελόνι και κοντό μπλουζάκι, γαλάζιο. Στα πόδια του είχε ψάθινα σανδάλια. Τα μάτια του ήταν το ίδιο χρώμα με το μπλουζάκι του. Το ίδιο χρώμα με τα δικά μου. Πώς μπορείς να κακοκαρδίσεις έναν γαλανομάτη;

"Δεν είναι δικό μου το παγκάκι" είπα με τον κατάλληλο τόνο, να καταλάβει ότι αστειεύομαι.
"Αλλιώς φαινόσουνα από μακριά"
"Δηλαδή;"
"Σαν να σου ανήκει" είπε και χαμογέλασε σαν να με ήξερε χρόνια. Σαν να είχαμε μεθύσει μαζί άπειρες φορές.

Πιάσαμε την κουβέντα. Ο κυρ Παναγιώτης μου μιλούσε σαν κολλητός. Κατευθείαν στην ουσία, λες και είχαμε αφήσει κάποια κουβέντα στη μέση μόλις χτες. Ήταν συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος. Είχε μία κόρη και δύο εγγόνια. Η γυναίκα του είχε πεθάνει κάμποσα χρόνια πριν. Όταν μου το έλεγε δεν είχε πίκρα στη φωνή του. Μόνο νοσταλγία. Του έλειπε η γυναίκα του. Το Μαράκι του. Έτσι είπε. Δεν ήξερα τι να πω, οπότε το βούλωσα. Σταμάτησε και εκείνος να μιλάει και για λίγο, κοιτάγαμε μαζί τον ωκεανό. Έβγαλα τον καπνό μου και μου ζήτησε και εκείνος ένα τσιγάρο. Το άναψε και με το χέρι που το κρατούσε, έκανε μία αόριστη κίνηση προς την θάλασσα.

"Αυτό είναι Θεός" είπε χαμογελώντας.
"Ποιο, η θάλασσα;"
"Όχι. Το να μπορείς να την χαζεύεις και η ανάμνηση αυτού του μπορώ, όταν δεν θα μπορείς. Τι είναι Θεός, παρά η ανάμνηση των πραγμάτων που μπορούσαμε να κάνουμε κάποτε και που τώρα αδυνατούμε;"
"Με χάνεις κυρ Παναγιώτη"

Έσβησε το τσιγάρο του και σηκώθηκε. Κοίταξε από την μία άκρη του ορίζοντα μέχρι την άλλη. Μετά κοίταξε εμένα με εκείνα τα οικεία, μπλε μάτια.

"Μ' αρέσει να ζωγραφίζω. Δεν είμαι τίποτα σπουδαίο στη ζωγραφική αλλά μου αρέσει πολύ. Να απλώνω τα χρώματα με το πινέλο, να ορίζω εγώ τα πράσινα μου, τα κόκκινα, τα μπλε μου. Να φτιάχνω καφέ νερά και κίτρινους ουρανούς. Παγκάκια από μωβ και δέντρα από άσπρο"
Πάλι δεν καταλάβαινα. Του το έδειξα με το βλέμμα μου.

"Τυφλώνομαι λεβεντιά μου. Σπάνια νόσος του αμφιβληστροειδή. Κανα χρόνο ακόμα"

Σιωπή. Αέρας από θάλασσα. Τον κοίταγα και με κοίταγε. Και χαμογέλαγε. Ποιος τον είχε στείλει εδώ; Πώς με βρήκε; Τι ήθελε; Δεν μου έφταναν τα δικά μου; Τι να του έλεγα; Τι εξυπνάδα να σκεφτόμουνα; Του είπα το μόνο που μπορούσα.

"Δεν ξέρω τι να πω κυρ Παναγιώτη"
"Δεν πειράζει. Αρκεί που το παραδέχεσαι" Έκανε να φύγει.
"Να βλέπεις θάλασσες. Να βλέπεις"
Αυτό το τελευταίο το είπε πιο έντονα. Και μετά γύρισε και έφυγε. Όταν είχε φτάσει αρκετά μακριά, σήκωσε το χέρι του και με χαιρέτησε.
Έμεινα να κοιτάω την ατσαλένια θάλασσα που τώρα είχε δανειστεί από την πορφύρα του ουρανού. Να κοιτάω. Να βλέπω. Με ένα κόμπο στον λαιμό και ένα μισοκαμμένο τσιγάρο στο χέρι μου. Ο αέρας είχε γίνει λίγο πιο ψυχρός ξαφνικά. Μπορεί να ήταν και ιδέα μου.

"Θες αναπτήρα;" άκουσα τη φωνή και τινάχτηκα.

Ένα τσιγγανάκι με ένα καλάθι γεμάτο μπρελόκ και αναπτήρες. Λερωμένα-σχεδόν κουρελιασμένα- ρούχα, σαγιονάρες, άλουστα μαλλιά, πονηρό μουτράκι.

"Πάρε αναπτήρα, αφού καπνίζεις"
"Δεν θέλω" είπα με αρκετή δόση απαξίωσης μπας και ξεκουμπιστεί. Αμ δε.
"Τσιγγούνης είσαι; Δώσε ένα τσιγάρο"
"Καπνό έχω"
"Φέρε να στρίψω τότε" είπε με περισσή άνεση και ακούμπησε το καλαθάκι του δίπλα μου. Χωρίς να το καλοσκεφτώ του έδωσα τον καπνό μου. Κάθισε χάμω, όχι στο παγκάκι, σταυροπόδι. Τα γόνατα του ήταν μαύρα από την βρώμα. Έστριψε το τσιγάρο του καλύτερα από εμένα, δεκάξι χρόνια καπνιστής. Ο μικρός δεν ήταν πάνω από δέκα. Με πήρε χαμπάρι που τον παρατηρούσα σαν χαζός.

"Πούστης είσαι;"
"Πας καλά μικρέ;"
"Ε, που είναι η γκόμενα σου;"
"Σπίτι της" είπα.
"Και συ τι κάνεις εδώ;"
"Κοιτάω τη θάλασσα"
"Εδώ είναι δε φεύγει" Το είπε σοβαρά. Δεν χαμογέλασε. Άναψε το τσιγάρο του και ξαναπέρασε στην επίθεση, ρουφώντας τον καπνό με τρόπο που έχω δει μόνο σε ταινίες. Λαίμαργα, πρόστυχα.
"Καλλιτέχνης είσαι;"
"Ηθοποιός και άμα με κοροϊδέψεις θα σε βαρέσω"
"Θα μου κλάσεις. Πάρε αναπτήρα"
"Δεν θέλω είπαμε"
"Εσύ το είπες. Φίλους δεν έχεις;"
"Έχω"
"Που είναι;"
"Σπίτια τους"
"Μήπως γαμάνε την γκόμενα σου;"
"ΡΕ! Για μαζέψου!" Με είχε και το ήξερε το μπάσταρδο. Σηκώθηκε με το τσιγάρο στο στόμα.
"Δε χαμογελάς καθόλου" είπε χωρίς να υπαινίσσεται κάτι. Απλά περιέγραφε αυτό που έβλεπε.
"Είμαι κουρασμένος" απάντησα αμυνόμενος.
"Αυτός δεν είναι λόγος. Θα παγώσεις και δεν θα έχεις προλάβει να χαμογελάσεις όσο μπορείς."
Άφησε έναν αναπτήρα στο παγκάκι και γύρισε να φύγει.
"Ε! Δεν θέλω αναπτήρα λέμε!"
"Δώρο" είπε χωρίς να κοιτάξει πίσω.

Τον παρατηρούσα μέχρι που χάθηκε από τα μάτια μου. Αυτόν τον μικρό άντρα που μίλησε με λέξεις σαν ξυράφια.
"Θα παγώσεις..."
Πήρα τον αναπτήρα στα χέρια μου και τον περιεργάστηκα. Ένας απλός μπλε αναπτήρας. Πάτησα το κουμπί του και με βάρεσαν τα βολτ της κρυμμένης μπαταρίας. Αναπτήρας τρυκ. Γέλασα μέχρι που σκοτείνιασε για τα καλά.

Και μετά ήρθε ο σκύλος.
Ένας γέρος, μαδημένος, βρομιάρης, με σκισμένο αυτί και ένα θολό μάτι. Πολεμιστής. Ήρθε κοντά μου σαν να είχαμε ραντεβού και όταν με πλησίασε αρκετά, κούνησε νωχελικά την ουρά του κανα δυό φορές και μετά κάθισε πάνω της. Του χαμογέλασα και του ψιθύρισα γλυκόλογα. Τα μάτια του ήταν κουρασμένα, η γλώσσα του κρεμασμένη. Όταν πήρε περισσότερο θάρρος, ακούμπησε το κεφάλι του πάνω στο πόδι μου. Τον χάιδεψα πίσω από τα αυτιά και για λίγο πρέπει να κοιμήθηκε εκεί. Όλη την ώρα έβγαζε μικρούς κοφτούς ήχους, σαν πονεμένα γρυλίσματα. Εγώ του ψιθύριζα. Κατέληξα να του λέω τα πάντα. Γύρω μας, ο θαλασσινός αέρας δυνάμωνε σε απόλυτη αναλογία με το σκοτάδι. Το νερό πια δεν φαινόταν. Τα φώτα της πόλης πίσω, μακριά, ίσα που έφταναν μέχρι το παγκάκι, περιγράφοντας απαλά τα σχήματα μας. Εμένα και του σκύλου.
Κάμποση ώρα μετά, άνοιξε τα μάτια του και σήκωσε το κεφάλι του από το πόδι μου. Σαν να αφουγκραζόταν κάτι. Σαν κάτι να τον ενόχλησε. Οι μπλεγμένες τρίχες του, χόρευαν με τον νυχτερινό αέρα σε μυστικούς ρυθμούς. Τα μαλλιά μου το ίδιο. Τα μάτια του έμοιαζαν βουρκωμένα. Τα δικά μου βούρκωσαν κανονικά. Δεν με κοίταγε. Κοίταγε πέρα, στο σκοτάδι του ωκεανού και ανάσαινε βαριά.
Περπάτησε μέχρι την τσιμεντένια άκρη και γάβγισε. Δύο φορές μόνο. Σαν κάτι να είπε στο νερό, στη θάλασσα. Και μετά γύρισε και με κοίταξε με εκείνα τα κουρασμένα μάτια. Και έφυγε. Κούνησε πάλι την ουρά του και ύστερα χάθηκε στο σκοτάδι. Για λίγο, μπορούσα να ακούσω τα νύχια του πάνω στο τσιμέντο, να σέρνονται. Μετά σιωπή. Αέρας.

Δεν έκατσα πολύ, μετά από αυτό. Λίγο.

Ίσα για να δω αν η θάλασσα θα απαντούσε στον σκύλο. Στον γέρο. Στο παιδί.

Σε μένα ίσως;

Δεν έκατσα πολύ. Έφυγα μόλις χάθηκε ο κόμπος από τον λαιμό μου...

Saturday, September 08, 2007

Ένα ταξίδι, μία σκιά και ο χειμώνας


Γύρισα.
Πήγα σε μέρη μαγικά. Είδα τον ήλιο να βασιλεύει σε ξένες θάλασσες, νερά που δεν είχα ξαναδεί. Είδα δάση που τώρα δεν υπάρχουν και μύρισα την δροσιά τους. Την έχω μαζί μου ακόμα. Περπάτησα πάνω σε επάλξεις ξεχασμένων κάστρων και κρύφτηκα σε εσοχές ενετικών φρουρίων. Οι πέτρες σε τέτοια μέρη έχουν μυστικές φωνές που ψιθυρίζουν. Πέρασα από ποτάμια που είναι αιώνια, οι πηγές τους σε βουνά βγαλμένα από Ελβετικά παραμύθια. Είδα πόλεις αδιάφορες, γκρίζες, πόλεις ονειρεμένες, χωριά παγωμένα σε άλλες εποχές. Έπαιξα με σκυλιά σε παραλίες έρημες λίγο πριν ξημερώσει. Σε έναν τοίχο, κάπου, είδα γραμμένο το "Σ' αγαπώ". Χωρίς όνομα. Ήταν για όλους και έτσι το κράτησα για μένα.
Τραγούδησα μεθυσμένος πάνω σε αρχαίες πέτρες και χόρεψα σε μαγαζιά που δεν κλείνουν ποτέ. Είδα τρία γεμάτα φεγγάρια. Μίλησα σε άπειρους ανθρώπους. Οι πιο πολλοί χαμογελούσαν.
Ταξίδεψα βράδυ, γύρω μου άνθρωποι να κοιμούνται και εγώ να κοιτάζω έξω, τον σκοτεινό δρόμο να φεύγει. Κάποιος παραμιλούσε σε μία διαδρομή. Κανείς δεν τον ξύπνησε. Αυτά που έλεγε ήταν αλήθειες. Ένα τσιγγανάκι μου είπε ότι μοιάζω με τον Χριστό. Ένας οδηγός με έβρισε γιατί πήγε να με πατήσει. Από ένα καράβι χαιρέτησα κάτι παιδιά που στεκόντουσαν στο λιμάνι-εμείς σαλπάραμε. Με χαιρέτησαν και αυτά, φωνάζοντας.

"Όσο και αν ταξιδέψεις, όπου και αν πας, ο εαυτός σου πάντα θα σε προλαβαίνει..."

Τώρα ξέρω ποια ήταν αυτή η σκιά που με ακολουθούσε παντού. Μία μόνιμη αίσθηση στην άκρη του ματιού μου. Ένα πρόσωπο μέσα στο ποτήρι μου. Ταξίδεψα πολύ, νομίζοντας ότι αφήνω πράγματα πίσω μου. Αλλά ήταν όλα μαζί μου, από την αρχή. Ευτυχώς.

Τώρα βρέχει. Με πρόλαβε ο χειμώνας μετά από ένα καλοκαίρι που με έκαψε. Θα ανοίξω λίγο το παράθυρο, να μπει η βροχή, να μυρίσει το σπίτι χώμα. Θα πιω τον καφέ μου και θα καπνίσω το τσιγάρο μου.

Και ύστερα, θα καλέσω τη σκιά που στέκεται στην πόρτα του δωματίου μου, να έρθει να καθίσει δίπλα μου. Να ακούσουμε μαζί την βροχή. Τέρμα το τρέξιμο. Έχουμε πολλά να πούμε.

Γύρισα.
Δεν έφυγα ποτέ.
Χαμογελάω.
Καλό χειμώνα.

Tuesday, August 28, 2007

ΜΗ ΚΛΑΙΣ...



Έρχομαι...

Wednesday, August 15, 2007

Μέχρι τον ιδρώτα να ζω για πάντα


Σε εξωφρενικούς ρυθμούς.

Μικρές δόσεις από μεγάλα νοήματα που σε τρελαίνουν. Δεν ξέρω τι έχει σημασία: να ζεις απολαυστικά και αργά ή πολλά μαζί και γρήγορα; Και ποιος δίνει τη σημασία; Να πω ότι είμαι αυτός που είμαι και ότι δεν αλλάζω.

Να πω ότι δεν είμαι κανένας και φτιάξτε με. Φτιάξε με.

Ανάσα.

ΓΝΩΡΙΜΙΑ
Θα κάτσεις να με ακούσεις. Θα συστηθούμε με ευγένεια και με την άνεση που έχει ο καθένας μας, θα πει τις δικές του αλήθειες. Εγώ ξέρω τι θα σου πω, έχω κάνει πρόβα τα τσιτάτα μου χρόνια πριν. Το ίδιο και συ. Θα αρχίσουμε να φοράμε τις μάσκες μας και θα παίξουμε θέατρο ξεπερασμένο- έτσι γίνεται την πρώτη φορά. Η ποιοτική πρόζα προκύπτει μετά από πολλές προσπάθειες και συνήθως όταν δεν μιλάμε. Να ένα τσιτάτο να γουστάρεις. Θα βάλω τα καλά μου για την δεύτερη συνάντηση μας. Το ωραίο μου το άρωμα που σου ανεβάζει τους ρυθμούς, σε κάνει να θέλεις να με μυρίσεις και αν είσαι άντρας, να με ζηλέψεις. Το ίδιο και συ. Θα μυρίσουμε ο ένας τον άλλον και θα πούμε περισσότερα. Ίσως συνεχίσουμε και από εκεί που σταματήσαμε. Για την ζωή, για τον θάνατο και για την γαμημένη την τέχνη, που γαμήθηκε αργά με το πέρασμα των αιώνων και θα ταχθούμε στην υπεράσπιση της, εμείς θα την σώσουμε και ας την ξεπουλάμε με τα φτηνά τα λόγια μας. Αρκεί να συμφωνούμε. Θα μου αγγίξεις τον ώμο καθώς θα συμφωνείς. Θα σου χαμογελάσω και θα νομίσω πως είσαι δικιά μου.

Κανείς μας δεν θα καταλάβει ποτέ, πως ήμασταν ο ένας του άλλου από τον πρώτο χαιρετισμό. Από το γεια. Και πιο πριν από αυτό ίσως.

ΧΟΡΟΣ
Με λίγο αλκοόλ θα σηκωθούμε να χορέψουμε, χωρίς να μας νοιάζει αν μας κοιτάνε. Η παρέα μπορεί και να σχολιάσει-σίγουρα θα το κάνει. Μετά το πρώτο τραγούδι θα αρχίσω να βλέπω τον ιδρώτα σου, να βλέπω τον λαιμό σου να γυαλίζει. Θα ξεχάσω τσιτάτα και ατάκες και θα πλησιάσω. Το ίδιο και συ, δεν υπάρχουν πολλά πράγματα μετά από αυτό για να γίνουν. Ένα μόνο. Και το ξέρεις. Το βλέπω στα μάτια σου. Θα μπει το σωστό τραγούδι-αργό ή γρήγορο, δεν έχει σημασία. Θα με ακουμπήσεις κάπου, μπορεί στην μέση χαμηλά και θα μου δώσεις να καταλάβω ότι θες να σε ακουμπήσω και γω, κάπου χαμηλά. Θα πληρώσω τα ποτά μου. Αν είμαι μεθυσμένος και τα δικά σου. Μπορεί να δώσω τα λεφτά στα φιλαράκια που θα με κοιτάνε με νόημα, χαμογελώντας. Δεν με νοιάζει τίποτα. Δεν θα σε αφήσω να πλησιάσεις το τραπέζι, θα είσαι κοντά στην πόρτα και θα περιμένεις, ίσως να κουνιέσαι και λίγο, σκεπτόμενη το τι ακολουθεί. Θα χαζέψω με την μορφή σου μέσα στον κόσμο, θα σταθώ ανάμεσα στην παρέα και σε σένα και θα σε κοιτάξω. Μετά θα σε αρπάξω άπρεπα και θα τρέξουμε.

Κανείς μας δεν θα καταλάβει ποτέ ότι αυτά που φανταστήκαμε χορεύοντας, ήταν καταδικασμένα να είναι κατώτερα από αυτά που θα ζούσαμε. Καταδικασμένα εξ αρχής.

ΙΔΡΩΤΑΣ
Σε ένα ημιφωτισμένο δωμάτιο πριν ξημερώσει. Θα ντραπώ μόνο για λίγα δευτερόλεπτα, όσο θα ξεκουμπώνομαι και θα είσαι μακριά μου κάνοντας το ίδιο. Να ρίξω λίγο νερό απάνω μου, να φύγει η τσιγαρίλα. Δεν θα με αφήσεις. Θα με αρπάξεις με θάρρος που δεν αρμόζει στο σώμα σου και θα κολλήσεις απάνω μου. Θα νιώσω τα κρυμμένα μέρη σου εκτεθειμένα και οι σκέψεις μου θα γίνουν κίνηση, όχι λόγια, όχι λέξεις. Κίνηση. Δεν με ενδιαφέρουν πια τα χέρια σου και το πρόσωπο σου, ούτε τα πόδια σου που τόσο καιρό κοίταγα με ζωώδη λαιμαργία. Τώρα θέλω να διεισδύσω στα μυστικά σου, θέλω να τα πάρω για μένα, δικά μου. Θέλω να σε πιω. Να σε πονέσω. Να κάνω πράγματα που ντρέπομαι να συζητώ ακόμα και με κολλητούς, τα κάνω σε σένα μόνο για μένα, εδώ θα πεθάνουνε, δεν θα τα μάθει κανείς. Θέλω να σε δω να παίρνεις εκφράσεις ιερές. Θα σε σπρώξω προς την δική μου ηδονή και θα με σκίσεις με τα νύχια σου για να σου δώσω την προσοχή που σου αρμόζει, θα με τιθασεύεις και εγώ θα σε μισώ στιγμιαία. Και θα στο δείχνω. Κάθε ανάσα σου θα βγαίνει μαζί με ήχο και θα κολλήσω το αυτί μου στο στόμα σου για να είναι και ο ήχος σου μόνο δικός μου. Μέχρι να γίνουμε ένα. Μέχρι να με χάσω.

Κανείς μας δεν θα καταλάβει ποτέ τι ακριβώς ήταν αυτό που βιώσαμε μαζί. Θα του δώσουμε χαζούς τίτλους-ηδονή, οργασμό. Έκσταση. Ένα κομμάτι Θεού ήταν και δεν θα το πάρουμε ποτέ χαμπάρι.

ΠΟΡΕΙΑ
Θα ζήσουμε μαζί, θα έρθεις να μείνεις σε εμένα και θα έχεις άποψη για το πώς θα πρέπει να βάψουμε τους τοίχους. Το πρωί θα ξυπνάω δίπλα σου και θα βλέπω τις τσιμπλίτσες σου να μένουν πάνω στο μαξιλάρι, πριν πας για την δουλειά. Θα σε λατρεύω. Χριστέ μου πόσο θα σε λατρεύω.
Θα μου φτιάχνεις φαγητό και θα βλέπουμε ταινίες μαζί στην τηλεόραση και όταν θα φοβάσαι θα κρύβεσαι στην αγκαλιά μου και εγώ θα γίνομαι άντρας. Και ας φοβάμαι και εγώ. Θα ψωνίζουμε μαζί για όλη τη βδομάδα και θα μάθω τα μυστικά σου. Με ποια καλλυντικά γίνεσαι όμορφη και πόση ώρα χρειάζεσαι στο μπάνιο για να ετοιμαστείς. Θα μάθεις και εσύ τα δικά μου. Πως δεν θέλω να μου μιλάνε οι άνθρωποι όταν σηκώνομαι το πρωί και πως κάθε βράδυ θέλω να κάθομαι μόνος μου και να ζωγραφίζω, τουλάχιστον για μία ώρα. Πως άμα βαριέμαι να κάνω μπάνιο, μόνο λούζομαι και φοράω άρωμα. Και θα με λατρεύεις.
Θα βγαίνουμε με φίλους, κολλητούς, παρέες τρελές. Θα περνάμε τέλεια και το βράδυ θα γυρίζουμε σπίτι και θα κάνουμε έρωτα. Δεν θα είναι όπως εκείνη την πρώτη φορά αλλά θα είναι πανέμορφα. Και αυτό αρκεί. Θα το κάνουμε εμείς να αρκεί. Και θα περάσουν χρόνια.

Και κάποια στιγμή, γιατί μπορώ, θα βαρεθώ το χρώμα στους τοίχους και θα σου πω να το αλλάξουμε. Θα συμφωνήσεις αλλά θα τσακωθούμε για το χρώμα. Εγώ θα θέλω μπλε, εσύ ώχρα. Θα αρχίσουμε να βλέπουμε κωμωδίες, ταινίες που δεν θέλουν αγκαλιές. Θα νευριάζω όταν δεν είσαι έτοιμη να φύγουμε και θα θες άλλα δέκα λεπτά. Θα σε ξενερώνει που κάθομαι μόνος μου τα βράδια.
Θα προσπαθήσουμε να βγούμε με τις παλιές παρέες-αλλά με ποιους; Όλοι παντρεύτηκαν και έχουνε παιδιά οι περισσότεροι. Θα βγαίνουμε για ποτό οι δύο μας και θα κοιτάμε το διπλανό ζευγάρι που μιλάνε ψιθυριστά. Που θα πληρώνουν το ποτό τους και θα σηκώνονται να φεύγουν, τα μάτια τους να λάμπουν. Όπως τα δικά μας κάποτε. Και θα περάσουν χρόνια.

Και ένα πρωί, θα ξυπνήσω δίπλα σου και θα σε δω μαζεμένη στην άκρη του κρεβατιού, τυλιγμένη με όλο το σεντόνι. Οι τσίμπλες σου και η μάσκαρα σου πάνω στο μαξιλάρι.

Κανείς μας δεν θα μάθει ποτέ σε ποιο ακριβώς σημείο, θα μπορούσαμε να τα είχαμε αποφύγει όλα αυτά.

ΣΙΩΠΗ
«Και έπειτα οι δρόμοι μας θα χωρίσουν και με το πέρασμα των χρόνων, θα χάσουμε επαφή. Θα ξεχνάμε να στέλνουμε χριστουγεννιάτικες κάρτες ή να τηλεφωνιόμαστε. Και έπειτα οι αναμνήσεις μας θα ατονήσουν, όπως τα βαρύτερα υπερουράνια στοιχεία.
Και θα πάρουμε διαζύγιο από άλλους ανθρώπους και θα μένουμε σε μεγάλα σπίτια με πλακόστρωτα δρομάκια, αποσμητικό χώρου και ρουμπινέδες από χρυσό δέκα καρατίων. Και μετά θα γεράσουμε ακόμη περισσότερο και οι αναμνήσεις μας θα σβήσουν ολοκληρωτικά σχεδόν. Αλλά ό,τι και να συμβεί, όσο και να μεγαλώσει το χάσμα μεταξύ μας, ο καθένας μας θα είναι ο τελευταίος άνθρωπος που θα ξεχάσει ο άλλος. Επειδή είμαστε οι πρώτοι που μπήκαμε στη ζωή, ο ένας του άλλου.»

Εκπνοή.


Σιωπή.

Monday, August 06, 2007

ΜΙΑ ΑΓΚΑΛΙΑ


Κάθισα λίγο πιο μακριά αυτές τις μέρες και παρατήρησα τον κόσμο που πέρναγε μπροστά μου, τον κόσμο που μίλαγε γύρω μου. Πίνανε τα ποτά τους και πηγαίνανε για μπάνιο και μερικοί γελάγανε και άλλοι κάθονταν σιωπηλοί κοιτάζοντας την θάλασσα. Η Κρήτη τελικά είναι επικίνδυνο μέρος. Μπορεί να χαθείς για πάντα εκεί πέρα, να μην ξαναγυρίσεις ποτέ. Τι είναι; Το μέρος, οι μύθοι, οι άνθρωποι, τα τοπία; Η ενέργεια;
Είναι ο αέρας που μυρίζει Αφρική και άμμο και νερό.
Κοίταξα λίγο τους ανθρώπους και αναγνώρισα μοτίβα συμπεριφοράς δικά μου. Όλοι ίδιοι είμαστε τελικά. Δεν πα να χτυπιέσαι για το αντίθετο. Μία σταγόνα είμαστε όλοι. Με μία ανάγκη μόνο να υπερισχύει των άλλων. Επαφή. Ένα χάδι, μία λέξη, ένα φιλί, ένα κοίταγμα. Μία αγκαλιά.
Είδα στο διαδίκτυο ένα βιντεάκι με έναν τύπο που είχε βγει στους δρόμους και μοίραζε τσάμπα αγκαλιές. Οι περισσότεροι έτρεχαν τρομαγμένοι μακριά του. Κάποιοι τον αγκάλιαζαν. Ακόμα και αυτοί που έφευγαν είχαν στα μάτια τους την επιθυμία για μία μικρή δόση ζεστασιάς. Αυτό είναι ο άνθρωπος. Τέρμα, το βρήκα, κλείστε τα βιβλία, σταματήστε τις έρευνες και τις μελέτες. Μία αγκαλιά είμαστε όλοι, αυτό θέλουμε, αυτό ζητάμε από την μέρα που γεννιόμαστε.
Μιλάμε και λέμε "αγκάλιασε με". Χορεύουμε, κάνουμε έρωτα και λέμε "μην μ' αφήσεις ποτέ". Κάνουμε τέχνη ή πόλεμο και από πίσω από τις πράξεις μας υπάρχει πάντα η αναζήτηση για την ΜΗ μοναξιά. Ποιό είναι το αντίθετο της μοναξιάς; Δεν μου' ρχεται. Μήπως δεν υπάρχει λέξη;
Στο Ηράκλειο με περίμενε ο γέρος. Χρόνια τώρα είχα υποσχεθεί να πάω να τον δω αλλά ποτέ δεν βρήκα την ευκαιρία (ποτέ δεν την δημιούργησα κιόλας). Κατάφερα να πάω να τον δω. Μου είχε μιλήσει πολλές φορές στην καρδιά μου με τις λέξεις του, με είχε αγκαλιάσει και αυτός με την σειρά του χωρίς να μου ζητήσει τίποτα. Τον λάτρευα σχεδόν θρησκευτικά τον γέρο. Πήγα να τον δω, εκεί ψηλά πάνω από το Ηράκλειο, μέσα στην πέτρα κάτω από τον σταυρό.

Μου μίλησε ο γέρος και με αγκάλιασε πάλι. Έκλαψα. Του' πα και γω μερικά δικά μου και όση ώρα μίλαγα δεν με διέκοψε.
Τόσα χρόνια, τόσο ταξίδι, μόνο και μόνο για να μου ξαναπεί αυτό που ήξερα από την αρχή του ταξιδιού μου.

"Δεν ελπίζω τίποτα
Δεν φοβάμαι τίποτα
Είμαι λέφτερος"

Έφυγα με την υπόσχεση να ξαναπάω. Έφυγα χωρίς να κοιτάξω πίσω και ήθελα να αγκαλιάσω τον κόσμο όλο.

Thursday, July 19, 2007

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΑ ΚΛΑΜΠΑΚΙΑ ΚΑΙ DRAMBUIE


Ημίφως, καπνός, δυνατή μουσική- κάτι από Chemical Brothers. Να βαράει στομάχι σε κάθε bps.

Το γαμάτο με τα καλοκαιρινά κλαμπάκια είναι ο ιδρώτας. Άμα σε πιτσιλάει, δεν καταλαβαίνεις τι είναι: ποτό μου χύσανε τώρα; Έφτυσε κάποιος; Ποιος νοιάζεται; Είμαι στο τρίτο ποτό και έχω σκοπό να συνεχίσω. Τραπεζάκι της παρέας, όλα τα τσαντάκια και τα κινητά αφημένα πάνω, τα ποτά στα χέρια, όλοι να κουνιόνται. Άμα θες να πεις κάτι, πρέπει να στηρίξεις διαφραγματικά και να την δεις Επίδαυρο. Κατευθείαν μέσα στο αυτί του συνομιλητή.

«ΜΑΛΑΚΑ ΤΡΕΛΟ ΚΕΦΙ»
«ΕΛΑ;»
«ΤΡΕΛΟ ΚΕΦΙ»
«ΚΑΙ ΓΩ»
«ΤΙ ΚΑΙ ΣΥ;»
«ΝΤΕΦΙ. ΤΕΛΕΙΩΣ»

Που να εξηγήσεις το αστείο τώρα μέσα στον χαμό. Γελάς μόνος σου σαν μαλάκας και πίνεις άλλη μία γουλιά. Το γαμάτο με τα καλοκαιρινά κλαμπάκια είναι ότι οι γκόμενες μπορεί να έρθουν με το μαγιό τους. Να την έχουν δει Beyonce, με φουστίτσα από κάτω και μπικίνι τοπ από πάνω. Λευκό. Αν είσαι τυχερός, μπορεί και να της μοιάζουν κιόλας. Βρίσκεις μία που να της μοιάζει και κάνεις την εκτίμηση: πόσα Drambuie ακόμα μέχρι να είναι ίδια; Ποιος χέστηκε; Αρχίζει το χάζεμα. Με απαράμιλλο τακτ συνεννοείσαι με τους υπόλοιπους αρσενικούς της παρέας ότι είναι καλό κομμάτι αυτό που τσεκάρεις, έτσι για να ξέρεις ότι δεν θα βγεις ο σαβουρογάμης της παρέας. Παίρνεις έγκριση και μπαίνεις σε stealth mode. Και καλά κουνιέσαι στον ρυθμό αλλά τα μάτια σου δεν ξεκολλάνε από εκείνη. Της δίνεις και όνομα. Σάντυ. Ή Κέλλυ. Ναι, Κέλλυ. Βρε το Κελλάκι πώς το κουνάει. Το πακέτο είναι ότι όσο χαζεύεις, κατεβάζεις το ποτό σου σαν να είναι φάρμακο. Πας να κουνηθείς προς το μπαρ και σε προλαβαίνει ο κολλητός.

«Άσε, έχω παραγγείλει σέϊκερ»

Και σκάει το σέϊκερ και να οι γύροι με τα σφηνάκια και γίνεσαι και συ ο ίδιος ένα σέϊκερ. Τρία τέταρτα Drambuie, ένα τέταρτο καρπουζοτεκίλα ή ό,τι άλλο διάολο έχει παραγγείλει ο κολλητός. Εκείνη δεν έχει σταματήσει να χορεύει. Που στο διάολο την βρίσκει τόση ενέργεια ρε γαμώτο; Πόσο πολύ έχω γεράσει, το στανιό μου; Μπάρμαν, άλλο ένα Drambuie.

Το γαμάτο με τα καλοκαιρινά κλαμπάκια είναι ότι είναι καμιά φορά κοντά στην παραλία, πολλές φορές και πάνω της. Σκάνε άτομα από την αμμουδιά, μούσκεμα. Νυχτερινή βουτιά να πνίξουνε τα δαιμόνια του μπουκαλιού και ξανά μέσα στο πάρτυ. Γενικά ένα ωραίο κλίμα, τα καλοκαιρινά κλαμπάκια. Η μουσική ανεβάζει τους τόνους, κομμάτια που μπορεί να μην ξέρεις, αλλά βαράνε καλά. Στομάχι όλα. Τα τελευταία χιτάκια, όπως μπορείς να καταλάβεις από τα ουρλιαχτά ηδονής των κοριτσιών που χορεύουνε. Και από τα ουρλιαχτά μερικών φλώρων που χορεύουνε δίπλα τους. Ουρλιάζει και η Κέλλυ, εκστασιασμένη. Να ουρλιάζει έτσι και σε άλλες φάσεις της ζωής της; Στη μέση το τέταρτο ποτό. Κάποιος ουρλιάζει κάτι στο αυτί μου και μετά γελάει. Γελάω και γω και ζω ξανά την σκηνή στο club από το trainspotting. Περνάει μία σερβιτόρα και της παραγγέλνω το πέμπτο, πριν τελειώσω το τέταρτο. Χαμένη η μπάλα. Και το γήπεδο. Και οι παίκτες και τα φανελάκια με τις διαφημίσεις απάνω.

Το γαμάτο με τα καλοκαιρινά κλαμπάκια είναι ότι δεν σε νοιάζει πόσο θα ιδρώσεις γιατί μετά δεν έχει κρύο στον γυρισμό.

Κάπου στο έκτο ποτό, δεν υπάρχουν πια αναστολές….Η Κέλλυ συνεχίζει να χορεύει. Με έχει κοιτάξει και κανα δυό φορές. Αφήνω το ποτήρι μου σε κάποιο τραπέζι-νομίζω. Σπρώχνω κόσμο και την πλησιάζω. Οι κολλητοί επευφημούν με τα μάτια. Νιώθω γαμάτα. Αρκεί να μπορούσα να περπατήσω λίγο καλύτερα. Με βλέπει και γυρνάει προς το μέρος μου.

«Χορεύουμε;»

Χριστέ μου τι ηλίθια ατάκα. Από ποια ταινία του Γαρδέλη την ξέθαψα ο κωλόγερος;

«Γιατί τι κάνουμε τώρα;» μου λέει και χαμογελάει. Χαμογελάω με ένα ηλίθιο κούνημα του κεφαλιού και αρχίζω να λικνίζομαι σαν τον Borat σε έξαψη. Μπαίνει στο παιχνίδι και μου αρχίζει κόλπα αλά Shakira. Τα πόδια της ανάμεσα στα δικά μου, να κρατιέται από την μέση μου και να κρέμεται και τέτοια. Βρε το Κελλάκι.

Και εκεί με χτυπάει. Ακριβώς εκεί, την ώρα που ακούγεται από τα ηχεία μία φωνή να λέει «Lets get this party started».

Πρώτα φεύγουν τα χρώματα, μετά τα σχήματα. Το τραίνο ξεκινάει, ALL ABOARD! ΤΟΥΤ ΤΟΥΤ ΜΑΔΕΡΦΑΚΕΡΣ.

«Γαστρική επανάσταση στρατηγέ, ο πόλεμος είναι χαμένος». Όχι ρε παιδιά, μία ανακωχή μέχρι να τελειώσει το τραγουδάκι…..Ποιός ρε;

Τρώει την πρώτη ρουκέτα στον ώμο. Την πιάνει από σκουλαρίκι και φτάνει μέχρι δεξιό πλευρό. Το σοκ στο πρόσωπο της είναι Μόνα Λίσα, είναι Πικάσσο, είναι το γαμημένο άγαλμα της ελευθερίας. Πάω να ζητήσω συγγνώμη. «Μέγα μαλακία στρατηγέ»
Η δεύτερη ρουκέτα εδάφους-αέρος την βρίσκει γάμπα και λίγο παπούτσι. Νιώθω τους χορευτές γύρω μου να ανοίγουν. Κάποιος ουρλιάζει από τα γέλια. Με σπρώχνει και πέφτω πίσω, πάνω στον πωπό μου. Κάνω γκελ και πάνω στο γκελ αυτό, αμολάω την τρίτη ρουκέτα αλλά αστοχώ. Βρίσκω εμένα, πάνω στο φερμουάρ του παντελονιού και μέσα στην εντροπία της στιγμής σκέφτομαι πως θα ήταν πολύ γαμάτο όταν θα θέλαμε να κάνουμε εμετό, απλά να μας έπιανε κατούρημα. Δεν ξέρω πώς μου’ ρθε.

Αρχίζω να φωνάζω κάτι καθώς η Κέλλυ απομακρύνεται κλαίγοντας. Με σηκώνει κάποιος κολλητός και φεύγουμε για σπίτι.

Το γαμάτο με τα καλοκαιρινά κλαμπάκια είναι, πως είναι συνηθισμένα σε κάτι τέτοια. Την επόμενη μέρα ο ίδιος κολλητός μου είπε τι φώναζα ενώ ήμουνα κάτω.

«ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΣΟΥ. ΔΩΣΜΟΥ ΤΟ ΤΗΛΕΦΩΝΟ ΣΟΥ»

Ε, ναι.

Το καλοκαίρι τελειώνει.

Τρέξτε.