Tuesday, May 25, 2010

ερωτικο



Ένα ταξίδι με τραίνο, μυρίζουνε οι άνθρωποι μέσα ιδρώτα και άγχος, τα καθίσματα έχουν ακόμα απάνω τους προηγούμενους ταξιδιώτες, άραγε συναντήθηκαν με πρόσωπα αγαπημένα, βρήκανε χαρά ή ταξιδεύανε για λύπη;
Κάθομαι. Απέναντι μου ένας τυπάκος νυσταγμένος, το τραίνο φεύγει πρωί, ακόμα  δεν κάθισε και έκλεισε τα μάτια, μάζεψε τα πόδια, ονειρεύεται πριν καν αφήσουμε την αποβάθρα.
Αποβάθρα μωρό μου όμορφο. Σαν καράβι.
Σαν ωκεανός τεράστιος, απροσπέλαστος, θάλασσα χρόνων και εμπειριών.
Σαν λιμάνι -  και πόσα δεν αλλάξαμε και οι δυο μας, ε;

Την μια στιγμή σκέφτομαι τον λαιμό σου, κοιτάζω έξω και είναι κάμποι παντού. Πράσινοι, εορταστικοί και πένθιμοι μαζί, γιατί σου ξεμακραίνω. Συννέφιασε, έκανε σκιά ο ουρανός να σπάσει τη ζέστη, σκοτείνιασα και εγώ και σκέφτομαι τέλη και πανικούς νυχτερινούς. Τι βλάκες που είναι οι άνθρωποι, μέσα στην ευτυχία να ερωτοτροπούν με τα σκοτάδια, τι θέλω να τα σκέφτομαι αυτά; Μήπως για να αντισταθμίσω την καρδιά μου που δεν χωράει εκεί μέσα; Μήπως είναι φυσική επιλογή, για να χαρείς πρέπει να ξέρεις να πονάς; Μήπως για να έχω το αντίθετο στο νου μου όσο ζω το αντίθετο του;

Δεν με νοιάζει.

Περνάει το τραίνο πάνω από ποτάμι τώρα, κοιτάζω τα νερά και σκέφτομαι το σώμα σου. Το βλέπω μπροστά μου, κρυμμένο το κεφάλι μου στην αγκαλιά σου, με σφίγγεις δεν με αφήνεις να σε δω, βάζω δύναμη να σπάσω την αγκαλιά, να σε δω στο λίγο φως που μπαίνει από το παράθυρο, εκτεθειμένη, γυμνή. Το πρόσωπο σου χωρίς άμυνες. Το βλέμμα σου δικό μου, το κορμί σου. Ικετεύουν τα μάτια σου να μην σε πληγώσω και παραδίνονται μαζί, τι θεϊκοί που είναι οι άνθρωποι, να ζούνε όλα αυτά σε μία στιγμή, να φτιάχνουνε καινούργια συναισθήματα χωρίς όνομα για να βιώνουνε ο ένας τον άλλον.
Φόβος και χαρά μαζί. Πόθος, κίνδυνος, πληρότητα και πάλι φόβος.
Τι να σου απαντήσω, τι να σου πω, που νιώθω ακριβώς τα ίδια;
Μέσα σου θα κρυφτώ, να σου πει το σώμα μου όσα δεν μπορώ με λέξεις.
Να με καταλάβεις.

Δίπλα στις γραμμές ένα νεκροταφείο και η ζωή που νιώθω θα τους ανάσταινε όλους εκεί μέσα, αν σταματάγαμε για λίγο να τους επισκεφτούμε.
Ζωή: όπως όταν κοιμάμαι και σε νιώθω κοντά.
Ζωή: όπως όταν σε ξαναβλέπω μετά από ώρες.
Και ξαφνικά ο θάνατος με τρομάζει πάλι, με απειλεί, τι παραπλανημένοι που είμαστε οι άνθρωποι, να πιστεύουμε μέσα στη χαρά μας πως είμαστε για πάντα.

Για λίγο είμαστε ευτυχώς.
Αλλιώς αυτά που νιώθουμε, θα ήταν λίγα.

Τι τυχεροί που είμαστε.
Τι τυχερός που είμαι.
Σε τραίνο εγκλωβισμένος να απομακρύνομαι και όσο πιο μακριά πηγαίνω, τόσο να κλείνει το κενό μέσα μου, γεμίζει από σένα.

Σαν μια κουκίδα είμαι που χορεύει στην περιφέρεια ενός κύκλου.

Όπου κι αν φτάσει το τραίνο, το κέντρο θα 'σαι εσύ.  

Friday, May 14, 2010

Star Gazing



"Να περνάς," του είπα. Η φωνή μου ήταν βραχνή, προφασίστηκα τσιγαρόβηχα και καθάρισα τον λαιμό μου.
Κοιτάγαμε κάτω, την κοιμισμένη γειτονιά. Όταν πρωτοσκάει το καλοκαιράκι έχω ραντεβού μαζί του πάνω, στη ταράτσα. Από τότε που ήταν δεκαεφτά, έχουμε αυτό το σταθερό ραντεβού. Αράζουμε βραδάκι, με τα πόδια μας να κρέμονται και κάνουμε τσιγάρα, τα λέμε. Έρχεται ο πιτσιρικάς, ο μπαγάσας κάθε χρόνο ίδιος. Μακρύ μαλλί, σκισμένο τζιν, σκουλαρίκι και μόστρα. Κάθε χρόνο του λέω : "'Έννοια σου και θα σου φύγει η μόστρα." Κάθε χρόνο γελάει σαρδόνια και μου δείχνει κωλοδάχτυλο. Πίνουμε μαυροδάφνη, εγώ δεν τρελαίνομαι πια αλλά αυτός είναι ακόμα πωρωμένος με Καρυωτάκη, τι να του πεις;
Κοιτάμε την γειτονιά που μεγάλωσα, τον μικρό στενό δρόμο, εκεί στη γωνία ο Δημήτρης χώθηκε μια μέρα σε ένα λάκκο με ασβέστη και βγήκε κλαίγοντας, χιονάνθρωπος με σορτσάκι, δεν θυμάμαι πόσο γέλαγα, μα τι μαλάκας κι εγώ αλλά τι να κάνω; Παίζαμε κάτι που περιλάμβανε τρέξιμο κι αυτός δεν είδε τον λάκκο και παρ 'τον μέσα, να ουρλιάζει η μάνα του, τον έπλυνε με μάνικα μπροστά στα μάτια όλων μας.
Τα λέμε με τον μικρό κάθε που μπαίνει καλοκαίρι, κάθε που ξυπνάνε τα κουνούπια, κάθε που ο αέρας μυρίζει φύλλα και γρασίδι και ήλιο και το βραδάκι δροσίζει με ιδρώτα, που ακούς σιγά σιγά τον κόσμο να βγαίνει στα μπαλκόνια για να δει τηλεόραση και ανεβαίνουν οι τέντες και γίνεται όλη η γειτονιά σπίτια με μπλε παράθυρα που αναβοσβήνουν. Μου λέει τα νέα του.
Άλλα θυμάται, πόσα έχουν αλλάξει, έχεις μείνει πίσω αδερφέ. Κουνάει το κεφάλι του και καπνίζει, δεν μιλάει αλλά το ξέρω ότι εγκρίνει και ας μην το παραδέχεται, είναι κολλημένος σε άλλες εποχές ο μικρός.
Σε άλλες εποχές.
Καμιά φορά φεύγει χωρίς να πει τίποτα. Ίσα που τον παίρνω χαμπάρι να σαλεύει, πριν γυρίσω την έχει κάνει. Άλλες φορές δεν λέει να ξεκολλήσει, με μεθάει και καθόμαστε μέχρι το πρώτο φως. Λέμε για τα παλιά. Τώρα τελευταία του λέω και για τα καινούργια και έχει αρχίσει να ξενερώνει, δεν του αρέσουν, δεν του αρέσει η αλλαγή λέει αλλά του αρέσει. Έχει συνηθίσει να είναι άλλος λέει και κάτι τέτοιες παπαριές.
Τώρα τελευταία με τον μικρό, δεν έχουμε και πολλά να πούμε, πέφτουν κάτι αμήχανες σιωπές, κάτι περίεργες μελαγχολίες, αν ήξερα καλύτερα θα του έλεγα πως είναι οι αμηχανίες του αποχωρισμού αλλά δεν ξέρω καλύτερα, εγώ θυμάμαι αυτόν. Σαν να μη θέλει κανένας να το πει αλλά ξέρεις τι, τελικά μερικές φορές δεν χρειάζεται να το λες το γεια.

Μερικές φορές το γεια έρχεται χωρίς να έχει γίνει τίποτα, χωρίς να πεις αντίο και έχεις φύγει. Έτσι απλά.
"Να περνάς ρε," του λέω αλλά δεν το πολυπιστεύω.
Θα σταματήσει να έρχεται ο πιτσιρικάς. Θα πάει να ζήσει τη ζωή του. Θα του φύγει η μόστρα και θα τον προλάβει κι αυτόν το καλοκαίρι, οι μυρωδιές, Τι να του πω; Θα τα δει.

Θα κάνω τσιγάρο μόνος μου.
Τώρα τελευταία σκάει ένας καινούργιος τύπος που τα λέει ωραία. Με αυτόν ταιριάζω πιο πολύ. Δεν το ξεκωλώνουμε με μαυροδάφνες. Καμιά Heineken, κανα τσιγαριλίκι. Γελάμε με ότι έχει έρθει, έχει πολύ πλάκα, κάνει ότι πηδάει και μετά ξεκαρδιζόμαστε. Όποτε φεύγει μου το λέει, είναι πολύ συνεπής, γουστάρει κι αυτός τη παρέα, τα λέμε και κοιτάζουμε την κοιμισμένη γειτονιά, την ξέρει ο τύπος σαν τη παλάμη του.
Σε εκείνη την οικοδομή, όταν χτιζόταν, είχε βουτήξει από το παράθυρο του πρώτου στη τρύπα για το γκαράζ που ακόμα ήταν χώματα σκαμμένα. Δεν έπαθε τίποτα. Ήταν πολύ μαλακό το χώμα και η αίσθηση ήταν σαν να πετάς, έπεφτε πολλή ώρα μιλάμε.

Θα κάνω τσιγάρο μόνος μου, θα αφήσω τα μαλλιά μου να μου μπουν στο πρόσωπο και ας είναι κοντοκουρεμένα.
Έρχεται το καλοκαίρι.
Το ζεσταμένο τσιμέντο της ταράτσας μου έχει κάνει τον κώλο ψητό μιλάμε.

Tuesday, April 20, 2010

PRESS ENTER FOR SETUP



"Βρε, βρε, για να δούμε τι έχουμε εδώ," είπα με μια φωνή σαν μπάρμπας αν και δεν ξέρω πως ακούγονται οι μπάρμπες. Σαν μπάρμπες μάλλον. Μπάρμπες είναι κάτι παππούδες χοντροί που κάθονται στα καφενεία και πειράζουν τις κοπελίτσες με τα φουστανάκια, όταν μπαίνει η άνοιξη.
Τέλος πάντων, έτσι ακούστηκα κοιτάζοντας την ανοιγμένη κοιλιά του υπολογιστή του κολλητού μου.
Δεν έχω μεγάλη σχέση με το εσωτερικό των υπολογιστών. Ας πούμε, δεν είμαι σίγουρος, ποιό καλώδιο είναι για την τροφοδοσία και ποιό για... τα υπόλοιπα πράγματα που χρειάζεται ένα device αλλά, άμα κάτι κουμπώνει, το κουμπώνω ρε παιδί μου.
If you know what I mean.
Την παλεύω, εννοώ.
Του 'χε καεί ο σκληρός του κολλητού, χρειαζόταν να δουλέψει και οι υπόλοιποι κολλητοί που ξέρουν περισσότερα πράγματα, ήταν απασχολημένοι. Αγόρασε άλλον σκληρό δίσκο, ήθελε να τον εγκαταστήσω και να του περάσω και τα windows.
"Ναι, ρε το 'χω, φέρ' τον από 'δω και όλα θα γίνουν," του είπα στο τηλέφωνο και μόλις το 'κλεισα πήρα τον γκόμενο της αδερφής μου που είναι και γαμώ τα παιδιά και μου είπε πώς να μπω στο bios να κάνω partition.

"Εντάξει, νομίζω πως το έχω ρε, κάτσε να φέρω κατσαβίδι," είπα χωρίς να φανώ αγχωμένος.
"Να πάω να δω λίγο τα mail μου στον άλλον, όσο κάνεις δουλειά;" με ρώτησε. Κλασσικός κολλητός, αλλά καλύτερα. Την εγχείρηση ήθελα να την κάνω με ησυχία, μόνος μου, χωρίς να κοιτάει πάνω από τον ώμο μου κανείς, όπως πρέπει να γίνονται οι εγχειρήσεις.
Πήγε και άραξε μέσα, πήρα εγώ το πτώμα στα πόδια μου και με τη βοήθεια ενός φακού, κοίταξα τα εντόσθια.
-
Έχεις πολλά καλώδια φιλαράκι που δεν κολλάνε πουθενά, σκόνη πολλή και παλιά κάρτα, ξεπερασμένη, ξεπερασμένος είσαι. Αλλά τραβάς ακόμη φιλαράκο, ε; Κάτσε να σου ισιώσω λίγο αυτό εδώ το μαύρο καλώδιο, που έχει οχτακόσιεςδεκατρείς εξόδους και άλλα τόσα βύσματα και που μάλλον θα πρέπει να συνδέσω στον καινούργιο σκληρό. 
Τι μνήμες διατρέχουν αυτές τις φλέβες, τις κόκκινες και τις κίτρινες, πολλά καλώδια, θα τα βρούμε όλα, μην αγχώνεσαι. Αυτό πάει εδώ. Και αυτό εκεί. Κάτσε πρέπει να το ξαναβγάλω γιατί δεν περνάει το άλλο τώρα. Αυτό εκεί που κούνησα δεν έσπασε, ε; Εκεί πίσω, τι είναι αυτό; Τσιπάκι, τρανζιστοράκι, αγωγός, πηνίο, τι σκατά είναι;  Τι είναι όλα αυτά που σε κάνουν να λειτουργείς; Κάπου βλέπω ένα σημάδι από τότε που έπεσες και έγδαρες το γόνατο σου στα οχτώ σου, πόναγε το άτιμο για βδομάδες, η μάνα σου είχε τρελαθεί, σου άλλαζε επίδεσμους κάθε μέρα, αυτό δεν ήταν γδάρσιμο, ξεπέτσιασμα ήταν. Χρόνια μετά, της έλεγες την ιστορία και γελάγατε, με το γόνατο και το ποδήλατο που αποφάσισε να μην φρενάρει. 
Αυτό πάει εκεί μέσα, πάνω του μπλέκεται το κίτρινο καλώδιο αλλά δεν βλέπω να κολλάει πουθενά, θα το αφήσω δίπλα, να κάνει παρέα σε εκείνο το πράσινο καλώδιο που μπαίνει στο dvd player. Αυτή πρέπει να είναι η γείωση. Εκείνο το παρκάκι που έκατσες και έκλαψες, την πρώτη φορά που κάποια σε παράτησε. Δεν ήθελες να δεις κανέναν, δεν ήθελες να σε δει κανένας αλλά σε είδε η κυρά Φωτούλα από δίπλα και σου είπε "Αγόρι μου τι έχεις;" και εσύ είπες τίποτα. Μα την μαλακισμένη, ποτέ δεν περνούσε από 'κει, τώρα βρήκε;
Να βιδώσω τον σκληρό πάνω στο μεταλλικό πλέγμα, όχι ρε πούστη μου, μου έπεσε η μία βιδούλα μέσα στο κουτί. Ανάποδα όλο το κουτί, να το ταρακουνήσω να πέσει η βιδούλα, το χέρι δεν χωράει, θα σπάσω τίποτα και δεν λέει, περίπου σαν τη φορά που μέθυσα με τον τότε αδερφό μου στο Λουτράκι και ξερνάγαμε στη παραλία μέχρι το πρωί, το πρώτο μου μεθύσι, ήπια εννιά Bacardi με cola, δεν το έχω ξανακουμπήσει αυτό το ποτό από τότε. Και όταν πήρε να ξημερώνει, μια χαρά, ήμουν ζωντανός, ξερατά πάνω στο πουκάμισο μου, πάνω στο πουκάμισο του αδερφού, εκείνος δεν πρέπει να ζει πια, νομίζω, φοβάμαι να μάθω. Μία χαρά, μία ευτυχία μέσα μας, την πήρε ο αέρας εκεί στο Λουτράκι, ακόμα εκεί είναι και την μυρίζω όποτε τύχει να περάσω από κείνα τα μέρη. 
Όλα έτοιμα; Να σε βάλω στο ρεύμα, να πατήσω το κουμπί και να κρατήσω την ανάσα μου. Όλα καλά. Σκούζεις από ζωή, τα κυκλώματα όλα λειτουργούν, δεν πρέπει να έχω κάνει βλακεία. 
"Όλα καλά;" φωνάζει από μέσα ο κολλητός. 
Όλα καλά. Βάζω το cd για να κάνω την εγκατάσταση. 
Βλέπεις;

Πήρες να μεγαλώνεις και πόσους σκληρούς έχεις κάψει, "Και τι έγινε;" θα μου πεις, θα μου εγκαταστήσεις καινούργιους, θα μάθεις να το κάνεις καλά, θα γίνεις εξπέρ, όλοι θα έρχονται σε σένα για τους υπολογιστές τους. 
Μα εγώ θέλω μόνο εσένα να έρχεσαι σε μένα. Πώς γίνεται βρε; Πώς γίνεται μετά από τόσα; Πώς μπορείς να ξαναλειτουργείς σαν να είναι όλα καινούργια; Ένα καινούργιο λειτουργικό είναι η απάντηση, τραβάω τα καλώδια σου, σε σκαλίζω και το καταλαβαίνω, πήρα να βουρκώνω πάνω από τα ανοιγμένα σου εντόσθια και φοβάμαι μην σε βραχυκυκλώσω, μπροστά από την οθόνη κάθομαι και με καλωσορίζουν τα windows, όλα καλά κολλητέ, σε λίγο τελειώνουμε. 
Φρέσκια αρχή. 
Αγαπητοί κατασκευαστές, πόσες ευτυχίες χωράει το λειτουργικό μου; 
Αν μου χαλάσει, να σας το φέρω να τα ξανακάνουμε όλα καινούργια; 
Δεν μπορεί να είναι τόσο απλό. 
Χαχαχαχαχα. 
Δεν μπορεί να είναι τόσο απλό.

Αυτό εκεί το κόκκινο κουτάκι κάτω από το ανεμιστηράκι είναι για τον έρωτα που χωράω; 
Όλο δικό μου;
Για να το γεμίσω; 
Αλήθεια; Και αγάπη; 
ΟΛΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ; 
ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ;

Κολλητέ....
Όλα καλά ρε....
Με γειά...

Τίποτα,  μην το ξαναπείς. 
Χαρά μου ρε. 

Χαρά μου


Monday, April 12, 2010

TEMPEST



Χτες φοβήθηκα.
Οι άντρες λέει δεν φοβούνται, αλλά αυτός που μου το είπε κλαίει πιο γοερά από όλους. Μία φορά στα δέκα χρόνια. Μου είπε επίσης πώς στα δύσκολα πρέπει να οχυρώνεσαι, να καλείς τα στρατεύματα γύρω σου, να ανεβάζεις τις γέφυρες και να επανδρώνεις τις επάλξεις με τοξότες.
Μου είπε πως το να φανερώνεις αδυναμία ισούται με θάνατο, λιθοβολισμό ή αγχόνη για δειλία.
Χτες φοβήθηκα.

Αρχικά, είναι σαν καταιγίδα. Σε κάμπο ίσο, χωρίς κρυψώνα, δέντρο ή βράχο. Τα σύννεφα μαζεύονται απειλητικά, τεράστιοι γίγαντες από γκρίζο, ακριβό μετάξι που πάλλεται. Ο ορίζοντας λυγίζει από το βάρος τους, τα ζώα τρέχουν μανιασμένα να προστατέψουν τα μικρά τους, τα λουλούδια γέρνουν προς το χώμα, μη τα σπάσει ο αέρας και η βροχή. Η πλάση συμπεριφέρεται όπως πριν από σεισμό, όταν φοβάμαι. Πουλιά πετάνε υστερικά προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτήν που έχω καρφωμένο το βλέμμα μου, ανήμπορος, παγωμένος, το στομάχι μου με πονάει και τα δάχτυλα μου έχουν νεκρώσει. Όλα γύρω αποφεύγουν τους κακιασμένους γίγαντες, τα σύννεφα που φουσκώνουν, μαυρίζουν από οργή, ουρλιάζουν, μπλε λάμψεις στις κοιλιές τους, μάτια από άνεμο και ομίχλη, με κοιτάνε. Έρχονται.

Ύστερα, είναι σαν εφιάλτης, όνειρο που δεν έχει ξυπνημό. Στερεωμένος σε ένα σημείο, τα πόδια μου είναι πηλός που τρέμει, τριγύρω νεκρική ηρεμία σαν σε τάφο, από πάνω μου και παντού μαύρο, τα σύννεφα δεν είνα σύννεφα πια, είναι εβένινη κουρτίνα που έχει κρύψει για τα καλά τον ουρανό, έχει σκοτεινιάσει. Ένα τιτάνιο θηρίο που ίπταται είναι τα σύννεφα, όλα σιωπούν κάτω από το μεγαλείο του, ο φόβος. Αρχίζουν οι κεραυνοί και οι αστραπές να ουρλιάζουν, ασπρίζει ο κάμπος σε κάθε ξέσπασμα, τα πάντα γίνονται ασπρόμαυρα για ένα δευτερόλεπτο, σαν αρνητικό φωτογραφίας, τόση μοναξιά, τρέμω καταμεσής του λιβαδιού, χωρίς κάπου να τρέξω, σκάνε οι κεραυνοί δίπλα μου, είναι θέμα χρόνου μέχρι να με πετύχει κάποιος και να με κάνει στάχτη, όλα μυρίζουν ηλεκτρισμό και νωπό χώμα αλλά δεν έχει βρέξει ακόμη. Το νερό περιμένει ψηλά.

Όλα όσα δεν έχω κάνει, όλα όσα δεν έγινα αλλά ονειρεύτηκα, όλα όσα θέλω να προσφέρω και να ζήσω αλλά είναι λειψά μέσα μου, ό,τι ψιθύρισα τρομαγμένος τώρα ζωντανεύει μες τον κάμπο, γύρω μου παντού,στέκομαι ανήμπορος, τόσο ανήμπορος, ο φόβος.
Πού είνα το κάστρο σου βλάκα; Πού οι επάλξεις και τα στρατεύματα; 

Μετά, η μανιασμένη θύελλα, το κρεσέντο σε αυτή τη συμφωνία, κρύο νερό που πέφτει πάνω σε όλα, μαζί με άνεμο, τυφώνα, ξεριζώνει τα χόρτα και τα λουλούδια, με τυφλώνει, με μαστιγώνει, η φωνή μου είναι ένα τίποτα, ποιός να με ακούσει, τα ζώα ξεπαστρεύονται, τα μικρά τους χαμένα, ορφανά, χωρισμένα από τις ζεστές γούνες, όσα μπορούν να τρέξουν καίγονται από τους κεραυνούς, όσα πετάνε είνα καταδικασμένα. Μόνος.

Ένα χέρι πάνω στο δικό μου, ζεστά δάχτυλα μπλεγμένα με τα δικά μου τα νεκρικά, μια φιγούρα μέσα στη θύελλα. Δίπλα μου. Χαμογελάει. Χαμογελάει.
Δεν βλέπει; Δεν καταλαβαίνει;  Δεν φοβάται;
Κοιτάζω ξανά.

Βλέπω τον καθαρό ουρανό, την απογευματινή αύρα να χαϊδεύει τα χόρτα, μυρίζει γιασεμί ο αέρας, ο κάμπος είναι γεμάτος ζωή, απείραχτα τα ζωντανά που κυνηγιούνται παιχνιδιάρικα, μέλισσες σε χορό, μπλε και κίτρινο και πορτοκαλί το φόρεμα της φύσης, ο φόβος νεκρός.

Μια αγκαλιά. Ένα ζεστό φιλί δίπλα στα μάτια.

Αυτά έχω να αντιτάξω στο κάστρο το κλειδωμένο με τους φρουρούς και τις ανεβασμένες γέφυρες.

Χτες φοβήθηκα πολύ.
Και πέρασε.

Friday, April 09, 2010

14. 399



Μου είπε: "Να γίνουμε λίγο τρελοί;"
"Τι σημαίνει αυτό;" ρώτησα.

"Να κάτσε εδώ και κοίτα τον κόσμο να περνάει. Ένα πρωινό με καλό καιρό, δες τους ανθρώπους να μπαίνουν στο μετρό, στο Σύνταγμα. Χιλιάδες πρόσωπα, χιλιάδες, έλα να παίξουμε ένα παιχνίδι, θα προσπαθείς να απομνημονεύσεις τα πρόσωπα τους, όλα. Μετά θα πάμε να σου πάρω ένα μπλοκ με χιλιάδες σελίδες και χρωματιστά μολύβια που σου αρέσουν  και μια καινούργια γόμα και θα κάτσεις να τα ζωγραφίσεις όλα, ένα-ένα."

"Δεν υπάρχουν μπλοκ με χιλιάδες σελίδες."

"Θα παραγγείλουμε να μας φτιάξουν. Περπάτα μέσα στη πόλη ένα απόγευμα με καθαρό ουρανό, να καταλήξεις πάνω σε ένα λόφο και να δεις τον ήλιο να δύει πίσω από τις πολυκατοικίες, μετά να βρεις ένα ουζάδικο σε κάποιο σοκάκι και να πάρεις τους φίλους τηλέφωνο, να βρεθείτε και να πιείτε μέχρι να γελάτε χωρίς να ξέρετε γιατί, να μυρίζει η ανάσα ούζο και κρασί, ο σβέρκος σου να έχει ιδρώσει από τη μέρα και τα γέλια και το ποτό, μετά να έρθεις σπίτι και να σε κάνω μπάνιο, να κάνουμε μπάνιο μαζί. Μετά, μια άλλη μέρα, θα γυρίσω κουρασμένη από τη δουλειά και θα κάτσουμε στο μπαλκόνι που βλέπει στον ακάλυπτο και θα καπνίσουμε χωρίς να μιλάμε, εσύ θα διαβάζεις και εγώ θα καπνίζω και θα σε χαζεύω. Θα έρθει το Σαββατοκύριακο και θα ξυπνήσουμε αργά, η μυρωδιά από τον καφέ θα πλημμυρίσει το σαλόνι και η μέρα θα περάσει και δεν θα μας νοιάζει, οι μέρες θα περάσουν. Σε κάποιο ραντεβού, σε είδα από μακριά και ερωτεύτηκα το βλέμμα σου το αγχωμένο, ήθελες να περάσεις τον δρόμο, δεν σε άφηναν τα αυτοκίνητα. Σαν μικρό παιδί, χαμένο, τους ανθρώπους τους καταλαβαίνεις καλύτερα όταν τους κοιτάς την ώρα που εκείνοι νομίζουν ότι δεν τους βλέπει κανείς. Τους ανθρώπους τους καταλαβαίνεις καλύτερα όταν τους κοιτάς."

Κ γω είπα:

"Δεν είμαι συνηθισμένος. Ούτε σαν άνθρωπος, ούτε σε κάτι. Οι συνήθειες μου με οδήγησαν σε ένα δωμάτιο άδειο, στη γωνία ένα μαξιλάρι κιτρινισμένο από ιδρώτα και στο κέντρο ένα κερί, μοναχικό. Με τον αναπτήρα μου ανάβω το κερί, αμέσως το φυσάω και σβήνει. Για να τελειώσει το κερί, πρέπει να το κάνω αυτό 14.400 φορές. Εσύ είσαι βροχή. Λίγο να ανοίξω το παράθυρο, θα παρασύρεις τη φλόγα, θα την κάνεις καπνό, θα μουλιάσουν τα ρούχα μου και το μαξιλάρι θα επιπλέει σε λίμνη από σένα. Όταν συναντάω σκυλιά στον δρόμο, σταματάω και τους μιλώ, σαν να 'ταν άνθρωποι. Το αστείο είναι ότι μου απαντάνε τις περισσότερες φορές. Όταν ζωγραφίζω, θέλω να έρχεσαι και να μου δαγκώνεις τον ώμο, χωρίς να λες κάτι και γω να νευριάζω που με κούνησες και βγήκε η γραμμή λοξή. Το ωραίο με τα μολύβια είναι οι γόμες. Που σβήνεις και ξαναγράφεις, ξαναγράφεις. Και αν είναι καλό το χαρτί, δεν φαίνεται καν η παλιά ζωγραφική. Μόνο λίγο, ίσα για να δώσει το βάθος στην εικόνα, σαν το τελικό αποτέλεσμα να έχει πίσω του μεγάλη ιστορία.
Θέλω
να μου πιάσεις το χέρι όταν τρέμει, να ζωγραφίσω τη βροχή. Να την κάνω ορμητική βροχή, να ξεπλύνει όλες τις παλιές μολυβιές, να μην χρειαστεί η γόμα, είσαι βροχή. Με τρελαίνει η μυρωδιά από τις νερομπογιές στο δωμάτιο. Αντί για νερό, θα βουτήξω το πινέλο μου στον ιδρώτα που κρέμεται από τον λαιμό σου, έτσι όπως είσαι ξαπλωμένη στον καναπέ, έξω ο ήλιος πολεμάει το παντζούρι, θα πάρω λίγο μπλε νερού και κόκκινο φωτιάς, θα κάνω μια μωβ βροχή να πέφτει πάνω σε μια μορφή που στέκεται μπροστά σε ένα κερί. Όταν μυρίζω τα δέντρα και το χώμα, μου έρχεται στο μυαλό το τρέξιμο σε αγρούς. Ψηλά χόρτα και γω γυμνός, ουρλιάζοντας, κοίτα με, κοίτα με. Μακριά, κεραυνοί.
Έχω να σου πω ιστορίες, τις μάζευα όλα αυτά τα χρόνια για να στις πω, να στις ψιθυρίσω και να στις φωνάξω και να κάνω περιγραφές τρελές, να κάνω φάτσες και μουτσούνες και χειρονομίες και συ να γελάς. Το γέλιο σου είναι βροχή.
Το γέλιο σου είναι θάλασσα.
Το άγγιγμα σου γέφυρα.
Το σώμα σου, δαίμονας ιερός."

Μετά δεν μιλήσαμε άλλο.

Χτες το βράδυ, ναι, μόλις χτες ήταν, σηκώθηκα και περπάτησα μέσα στο σκοτάδι. Έξω έβρεχε μωβ βροχές, γαλάζιους κεραυνούς. Μπροστά σε μία κλειστή πόρτα στάθηκα, το ξύλο της βρεγμένο. Κάποιος μέσα χαρούμενος έκλαιγε.
Έκλαιγε και τελείωνε το μέτρημα του το ατελέσφορο.

14. 399

Monday, March 29, 2010

Μαμά γερνάω κ γω....


Πήγα και τρόχισα τους κυνόδοντες μου, λέει ήταν πολύ μυτεροί, χαχα, και το 'χα καμάρι πάντα πως έμοιαζα με σκύλο. Και μου 'πε η οδοντίατρος μου "Χαμογελάς και τρομάζεις τον κόσμο καλέ" και είπα εντάξει φάτους.
Και αμέσως μαλάκωσα σαν άνθρωπος, να χαμογελάω και να νιώθω άνθρωπος, να σταματήσω να κυνηγάω άλλες φύσεις λέει.
Γερνάω μάνα.
Και είμαι τόσο χαρούμενος.
Που να με δεις στα καλά μου μάνα.
Τι άντρας έγινα. Που παίρνω αποφάσεις σοβαρές και χειρίζομαι το τιμόνι της ζωής μου, τι υπερηφάνεια, με κοιτάνε οι γύρω μου και δεν με νοιάζει τι σκέφτονται γιατί είμαι ολόκληρος και δεν φοβάμαι αλλά φοβάμαι τόσο, που το μαρτυράω μόνο στις αγκαλιές τα βράδια, τη μέρα είμαι πύργος. Πέτρα και σίδερο, να μην φοβάσαι για μένα. Νερό και λάσπη είμαι και όταν κάθομαι μέσα σε ταξί, βλέπω την αντανάκλαση μου στο τζάμι και έχει μια θλίψη το πρόσωπο αυτό που δεν του ταιριάζει.
Γι' αυτό κάνω τον κόσμο να γελάει.

Να μαγειρεύω δεν έμαθα ακόμα και ας ξέρω να φτιάχνω όλα τα φαγητά. Κοκκινιστό κοτόπουλο με ρύζι. Σε παρακαλώ. Άλλη μία φορά. Φοβάμαι να τρώω αυτό το φαγητό μάνα. Μου θυμίζει τότε που απλά το μόνο που είχα να κάνω ήταν μπάνιο και ύπνο μετά και δεν με ένοιαζε τίποτα άλλο. Σε καθαρά, αλλαγμένα σεντόνια. Σε μυρωδιές που ξἀπλωνα αλλοτινές, τώρα παλεύω με την σκόνη και είμαι τόσο χαρούμενος. Που είσαι;

Ερωτεύτηκα ξανά μάνα.
Ζω και είμαι καλά.
Πονάω και είμαι καλά.

Πιάνω το στήθος μου και κοιτάω το καλοκαίρι να έρχεται και κάτι πονάει εκεί μέσα, είναι σαν σκυλιά που κλαίνε το βράδυ και τη μέρα συνέχεια παίζουνε, όλα μαζί σε ένα τσουκάλι, μην μου δίνεις αυτό το ποτήρι να πιω, όχι μόνος μου, που είσαι; Και γέλια και χαρές και πόνος και απώλεια και πρέπει να βρω την άκρη να ορίσω τον καινούργιο εμένα και κάθε φορά που αλλάζω δεν έχω έναν μάρτυρα να θυμάται τον παλιό εμένα, να ξέρει, να πιστοποιεί την αλλαγή, να μου πει ένα μπράβο ή ένα όχι.

Έχεις φιλιά από τη αδερφή μου.
Να την έβλεπες. Την είδες.
Που έφτασε τελικά και ξεπέρασε εκείνα τα Χριστούγεννα που τσακωθήκατε και τα κουβάλαγε μέσα της, διαμάντι πολύτιμο να κουβαλάει, το άφησε στη παραλία στο Μάτι που μας πήγαινες, το άφησε το διαμάντι, να την δεις να γίνεται καλύτερη, που είσαι; Δεν θέλει μπρατσάκια πια. Που είσαι; Μέσα στις ανάσες μας και στις κουβέντες μας και τις πνιγμένες μας λέξεις, είναι το όνομα σου. Ε, ρε και να μας έβλεπες.

Που σε αφήνω σιγά σιγά. Και τη μυρωδιά σου και το πρόσωπο σου. Σταμάτησα να κοπανάω το δικό μου πρόσωπο στους τοίχους. Να με δεις να στρίβω πριν τρακάρω και πόσο μου πάνε τα γιλέκα και τα σακάκια, τελευταία φορά με είδες με μπουφάν και τζην. Να σου πω για τον σκατόκοσμο και την κρίση και πόσο σκοπεύω να αλλάξω το σύμπαν με το μαγικό μου το ραβδάκι και να μην με κοροϊδέψεις, να με ακούσεις, να ακούσεις τα όνειρα μου να αντηχούν μέσα από την ονειροπύλη μου να φτάνουν εκεί που είσαι, να δονούνται και να γίνονται κόσμος και σάρκα και αίμα. ΚΟΣΜΟΣ.

Να με δεις φίλο
Να με δεις οδηγό
Να με δεις συνάδελφο
Να με δεις καλά - να αγγίζω και να μοιράζομαι και να μιλώ.

Ταπεινά, αν και δεν πιστεύω σε θεούς, να ευχαριστώ τους θεούς που κάποτε, τυχαία δύο άνθρωποι μεγάλωσαν χωριστά και πόνεσαν και έπαιξαν και γέλασαν και γνωρίστηκαν και ερωτεύτηκαν και έκαναν δύο παιδιά.

Πνίγομαι.
Γελάω.
Γερνάω μάνα.


Θέλω τόσο να σου πω για την ομορφιά, με την ασχήμια της και το ξινισμένο γάλα στο ψυγείο που πρέπει εγώ να αλλάξω, να βγω να αγοράσω καινούργιο. Θέλω τόσο πολύ να σου πω....
Για την αγάπη και πόσο.
Στο λέω.

Στο λέω

Στο λέω χριστέ μου

Wednesday, March 10, 2010

Οι ωραίες Κυριακές


Περάσανε οι μέρες και έφτασε η Κυριακή.
Μια όμορφη Κυριακή είναι το μόνο πράγμα που ζητάω.
Φαντάσου.
Ούτε καν έχω γεράσει. Δεν είμαι καν εξήντα, να πίνω τον ελληνικό μου καφέ τις Κυριακές σε καφενεδάκια και να διαβάζω την εφημερίδα μου και να χαζεύω τα νεαρά ζευγαράκια που θα τσιλιμπουρδίζουν περνώντας μπροστά μου και εγώ να ζηλεύω τη νιότη τους, δεν είμαι καν αυτό, που θα 'ταν δικαιολογημένο.
Μια όμορφη Κυριακή είναι το μόνο που ζητάω.

Να ξυπνήσω και να με έχεις στο στόμα σου. Να μυρίζει το δωμάτιο σεξ από το βράδυ, πριν λίγες ώρες να έχουμε κοιμηθεί. Να 'μαστε κουρασμένοι και ξενυχτισμένοι, να μυρίζει η ανάσα μας σάλιο και μαξιλάρι, να πονάνε τα σκέλια μας.
Να σηκωθείς και να μου φτιάξεις καφέ και ας σου έχω υποσχεθεί εκατό φορές ότι θα σηκωθώ εγώ αύριο να τον φτιάξω.
Να σύρω το κορμί μου στο μπάνιο και να μπω κάτω από το ζεστό νερό, να βιάζομαι για να πιω καφέ και ξαφνικά να μπεις μαζί μου στη μπανιέρα, να κάνουμε έρωτα και οι καφέδες που έφτιαξες να κρυώνουν.
Έξω ο καιρός χαλασμένος, βροχή, κουβέρτα πάνω στον καναπέ, στέκομαι για λίγο στο παράθυρο, σου 'χω πει ότι μ' αρέσει να το κάνω αυτό ε; Θα βάλουμε ταινία στο dvd, θα κάτσουμε αγκαλιά να την δούμε, τρόμου είναι και στα πιο κρίσιμα σημεία θα γραπώνεσαι από το χέρι μου και μετά θα πρέπει να σταματάμε την ταινία για να γελάμε.
Να γελάω μαζί σου.
Να μαγειρέψεις για να φάμε.
Να κάνουμε έρωτα πάλι το απόγευμα.
Το βράδυ να πάμε πάλι στο σαλόνι με την πρόφαση μιας ταινίας, μόνο κ μόνο για να περάσει ο χρόνος και να ξανακαταλήξουμε στο κρεβάτι.
Να κοιμηθείς ιδρωμένη στην αγκαλιά μου και να κουρνιάσω δίπλα στα όνειρα σου, να δανειστώ λίγη απ' την ανάσα σου, να ταξιδέψω και γω πριν κοιμηθώ.

Να κάνουμε πως δεν πονάμε από το παρελθόν μας και οι δύο. Τουλάχιστον, έτσι να μας φαίνεται τις Κυριακές τις όμορφες. Να μοιάζει το ΠΡΙΝ με τις κατεστραμμένες σχέσεις και τους γονείς τους παράξενους, ανώδυνο. Να μοιάζει παλιό και οι Κυριακές μας, καινούργιες. Να μοιάζει η ζωή πιο ζωή και ας βρέχει έξω.

Μια όμορφη Κυριακή είναι το μόνο που ζητάω-
Κι όταν έρχεται αυτή,
φοβάμαι τόσο που γελάω-