Tuesday, August 30, 2011

Σαν τριαντάφυλλο


....και σαν τριαντάφυλλα θα ξαπλώσουμε, θα γίνουμε ένα, κόκκινα τριαντάφυλλα σαν αίμα, σαν ήλιος. Πόσες πιθανότητες νικήσαμε; Πόσες ζωές;
Σαν τριαντάφυλλα θα μπλεχτούμε, θα γίνουνε τα πέταλα μας θάλασσα και θα πνιγούμε και πόσο ήθελα μια ζωή να πνιγώ.
Σαν τριαντάφυλλο θα ξαπλώσω, στο βλέμμα σου.
Στο κορμί σου. Να σε ακούω να μου ψιθυρίζεις όσα μια ζωή ευχόμουν όταν έσβηνα κεράκια.
Ζωή μου.
Σαν τριαντάφυλλο θα ξαπλώσω
και εσύ θα είσαι η βροχή μου.
Να μου ξεπλύνεις τις πληγές από άλλα τριαντάφυλλα, αγκάθια σάπια. Να σε φροντίσω και εγώ με τη σειρά μου, να μπλεχτώ μαζί σου να μην ξεχωρίζουν οι κορμοί μας.
Να είμαι ευτυχισμένος, να μην φοβάμαι να το πω.
Σαν τριαντάφυλλα προνύμφες θα ξαπλώσουμε, να γεννηθούμε ποτισμένα από ιδρώτα και δάκρυ, καινούργια φτερά αντί για πέταλα.
Να λέμε αγάπη σιωπηλά
και να φτωχαίνει η λέξη.
Να λέμε ο ένας το όνομα του άλλου και να εννοούμε
θεό.

Friday, June 24, 2011

Είμαι στη μέση...!!!!
Τα τσόφλια φτάνουν μέχρι τα γόνατα. Δεν καλύπτουν το κεφάλι.
Είμαι στη μέση και το αυγό θυμίζει κολυμπήθρα. Γύρω μου.

μέσα στο χάος
πόσο όμορφα είναι όλα

Wednesday, October 27, 2010

episteGasma

Ραααουρρρ, γκρρ, φλμρρμππ.
                                                                                                                            Ξεκινάω από την αρχή.

Να μάθω να μιλάω, να γράφω, να περπατάω.
                                                                                                                              Το 'χεις;

RESET

PARADIGM 000281276000/921755
DREAMGATE ERROR
NOT SUFFICIENT SPACE IN HARD DISK
DELETING UNECESSARY FILES......
C:/ ReaDy



Καλημέρα
και καλά ξυπνητούδια.
Ακούτε όλοι;
Ωραία.
Αρχίζω

Wednesday, June 09, 2010

Του λύκου εφιάλτης


Σε ένα κόσμο παράξενο τρέχω, έχουν πονέσει τα πέλματα μου πολύ. Από τις σκληρές πέτρες και τους καυτούς από τον ήλιο βράχους και τα αγκάθια και από τις παγίδες των κυνηγών.
Παγίδες σκουριασμένες, μέταλλο με ξεραμένη σάρκα από προηγούμενα ζώα, κάπου πιο πέρα λίγο τρίχωμα ξεριζωμένο και μία κορδέλα που μυρίζει υάκινθο και γιασεμί. Θάμνοι χαμηλοί μου γδέρνουν το πρόσωπο, σε έναν κόσμο παράξενο και σκοτεινό τρέχω, κάποτε κάποιος με οδηγούσε, τώρα είμαι μόνος μου, τόσο μόνος.
Μου έλεγε ο δάσκαλος με τη τραχιά φωνή : "Να προσέχεις τις σκιές, τα φίδια και τα φορτωμένα σύννεφα. Όταν φουσκώνει ο ουρανός να ξεμακραίνεις από το δάσος, να κρύβεσαι σε σπηλιές, να προστατεύεις τους δικούς σου."
Τους δικούς μου.
Ποιοι είναι;
Να κάνω ξεκαθάρισμα δάσκαλε, να δω, να καταλάβω.
Μην είναι αυτοί που είχα για αδερφούς, ομοαίματοι πολεμιστές που τρέχαν δἰπλα μου; Σε ανυποψίαστη στιγμή, γυρίσαν και με δαγκώσαν δάσκαλε, οι πληγές ακόμα να κλείσουν, τις γλύφω κάθε βράδυ.
Μην είναι οι έρωτες μου, που τους ορκίστηκα τη ζωή μου και την ανάσα μου; Άλλαξε η μυρωδιά τους, έγινε άλλη μυρωδιά και με έδιωξε.
Μην είναι οι δυνατοί που είπα ότι θα ακολουθήσω; Αδύναμοι αποδείχτηκαν με εμένα να τους σέρνω.
Ποιοι;
Οι ποιητές που μου τραγούδησαν αυτά που ονειρεύτηκα; Αυτοκτόνησαν οι περισσότεροι και οι άλλοι ξεπούλησαν το είναι τους, μείνανε οι συλλογές τους να σκονίζουν τα πατάρια μου.
Οι γονείς μου; Με γέννησαν, τι άλλο να ζητήσω;

Ασέβεια δείχνω δάσκαλε, συγχώρα με, μα είμαι μόνος. Το ουρλιαχτό μου μέσα στα σκοτεινά δέντρα δεν προλαβαίνει να βγει από τα στήθια μου, πνίγεται στους αφιλόξενους κορμούς, γίνεται λυγμός που σβήνει, το παρασέρνει το ουρλιαχτό μου ο άνεμος, το κάνει αστείο, το κάνει λίγο. Θυμώνω.
Σε κόσμο παράξενο τρέχω, βροντάνε οι ουρανοί και κρύβομαι, τρέφομαι λίγο - ίσα για να επιβιώνω, χαίρομαι λίγο, απολαμβάνω λίγο, χαμένος σε πυκνό δάσος, άγριο, όμορφο.

Ξυπνάω από το όνειρο του λύκου ιδρωμένος. Βρέχει έξω, Ιούνης άτιμος. Σέρνομαι στο σαλόνι, το μάτι δεν έχει ανοίξει, χτες το βράδυ ξενύχτησα με πουτάνες σκέψεις και τέλειωσα όλο μου τον καπνό και δεν αντέχω να βγω να πάρω.
Δίπλα στο τασάκι, τρία τσιγάρα στριμμένα, ίσα για τον καφέ μου.
Το άρωμα σου στον αέρα.

Ο κόσμος που τρέχω δάσκαλε, τώρα καταλαβαίνω, είναι αυτός που είναι.
Να σταματάω που και που να τον απολαμβάνω, να βλέπω, να θυμάμαι, να μυρίζω.
Έχει βρέξει και μυρίζει χώμα. Όνειρο ήτανε.

Στο ξύπνιο μου, έχω χαρά, έναν καφέ στο παράθυρο και τρία τσιγάρα, σαν ευχές.
Θα ανάψω το πρώτο και θα σε περιμένω να γυρίσεις σπίτι.
Τα άλλα δύο θα τα κρατήσω για μετά.

Tuesday, May 25, 2010

ερωτικο



Ένα ταξίδι με τραίνο, μυρίζουνε οι άνθρωποι μέσα ιδρώτα και άγχος, τα καθίσματα έχουν ακόμα απάνω τους προηγούμενους ταξιδιώτες, άραγε συναντήθηκαν με πρόσωπα αγαπημένα, βρήκανε χαρά ή ταξιδεύανε για λύπη;
Κάθομαι. Απέναντι μου ένας τυπάκος νυσταγμένος, το τραίνο φεύγει πρωί, ακόμα  δεν κάθισε και έκλεισε τα μάτια, μάζεψε τα πόδια, ονειρεύεται πριν καν αφήσουμε την αποβάθρα.
Αποβάθρα μωρό μου όμορφο. Σαν καράβι.
Σαν ωκεανός τεράστιος, απροσπέλαστος, θάλασσα χρόνων και εμπειριών.
Σαν λιμάνι -  και πόσα δεν αλλάξαμε και οι δυο μας, ε;

Την μια στιγμή σκέφτομαι τον λαιμό σου, κοιτάζω έξω και είναι κάμποι παντού. Πράσινοι, εορταστικοί και πένθιμοι μαζί, γιατί σου ξεμακραίνω. Συννέφιασε, έκανε σκιά ο ουρανός να σπάσει τη ζέστη, σκοτείνιασα και εγώ και σκέφτομαι τέλη και πανικούς νυχτερινούς. Τι βλάκες που είναι οι άνθρωποι, μέσα στην ευτυχία να ερωτοτροπούν με τα σκοτάδια, τι θέλω να τα σκέφτομαι αυτά; Μήπως για να αντισταθμίσω την καρδιά μου που δεν χωράει εκεί μέσα; Μήπως είναι φυσική επιλογή, για να χαρείς πρέπει να ξέρεις να πονάς; Μήπως για να έχω το αντίθετο στο νου μου όσο ζω το αντίθετο του;

Δεν με νοιάζει.

Περνάει το τραίνο πάνω από ποτάμι τώρα, κοιτάζω τα νερά και σκέφτομαι το σώμα σου. Το βλέπω μπροστά μου, κρυμμένο το κεφάλι μου στην αγκαλιά σου, με σφίγγεις δεν με αφήνεις να σε δω, βάζω δύναμη να σπάσω την αγκαλιά, να σε δω στο λίγο φως που μπαίνει από το παράθυρο, εκτεθειμένη, γυμνή. Το πρόσωπο σου χωρίς άμυνες. Το βλέμμα σου δικό μου, το κορμί σου. Ικετεύουν τα μάτια σου να μην σε πληγώσω και παραδίνονται μαζί, τι θεϊκοί που είναι οι άνθρωποι, να ζούνε όλα αυτά σε μία στιγμή, να φτιάχνουνε καινούργια συναισθήματα χωρίς όνομα για να βιώνουνε ο ένας τον άλλον.
Φόβος και χαρά μαζί. Πόθος, κίνδυνος, πληρότητα και πάλι φόβος.
Τι να σου απαντήσω, τι να σου πω, που νιώθω ακριβώς τα ίδια;
Μέσα σου θα κρυφτώ, να σου πει το σώμα μου όσα δεν μπορώ με λέξεις.
Να με καταλάβεις.

Δίπλα στις γραμμές ένα νεκροταφείο και η ζωή που νιώθω θα τους ανάσταινε όλους εκεί μέσα, αν σταματάγαμε για λίγο να τους επισκεφτούμε.
Ζωή: όπως όταν κοιμάμαι και σε νιώθω κοντά.
Ζωή: όπως όταν σε ξαναβλέπω μετά από ώρες.
Και ξαφνικά ο θάνατος με τρομάζει πάλι, με απειλεί, τι παραπλανημένοι που είμαστε οι άνθρωποι, να πιστεύουμε μέσα στη χαρά μας πως είμαστε για πάντα.

Για λίγο είμαστε ευτυχώς.
Αλλιώς αυτά που νιώθουμε, θα ήταν λίγα.

Τι τυχεροί που είμαστε.
Τι τυχερός που είμαι.
Σε τραίνο εγκλωβισμένος να απομακρύνομαι και όσο πιο μακριά πηγαίνω, τόσο να κλείνει το κενό μέσα μου, γεμίζει από σένα.

Σαν μια κουκίδα είμαι που χορεύει στην περιφέρεια ενός κύκλου.

Όπου κι αν φτάσει το τραίνο, το κέντρο θα 'σαι εσύ.  

Friday, May 14, 2010

Star Gazing



"Να περνάς," του είπα. Η φωνή μου ήταν βραχνή, προφασίστηκα τσιγαρόβηχα και καθάρισα τον λαιμό μου.
Κοιτάγαμε κάτω, την κοιμισμένη γειτονιά. Όταν πρωτοσκάει το καλοκαιράκι έχω ραντεβού μαζί του πάνω, στη ταράτσα. Από τότε που ήταν δεκαεφτά, έχουμε αυτό το σταθερό ραντεβού. Αράζουμε βραδάκι, με τα πόδια μας να κρέμονται και κάνουμε τσιγάρα, τα λέμε. Έρχεται ο πιτσιρικάς, ο μπαγάσας κάθε χρόνο ίδιος. Μακρύ μαλλί, σκισμένο τζιν, σκουλαρίκι και μόστρα. Κάθε χρόνο του λέω : "'Έννοια σου και θα σου φύγει η μόστρα." Κάθε χρόνο γελάει σαρδόνια και μου δείχνει κωλοδάχτυλο. Πίνουμε μαυροδάφνη, εγώ δεν τρελαίνομαι πια αλλά αυτός είναι ακόμα πωρωμένος με Καρυωτάκη, τι να του πεις;
Κοιτάμε την γειτονιά που μεγάλωσα, τον μικρό στενό δρόμο, εκεί στη γωνία ο Δημήτρης χώθηκε μια μέρα σε ένα λάκκο με ασβέστη και βγήκε κλαίγοντας, χιονάνθρωπος με σορτσάκι, δεν θυμάμαι πόσο γέλαγα, μα τι μαλάκας κι εγώ αλλά τι να κάνω; Παίζαμε κάτι που περιλάμβανε τρέξιμο κι αυτός δεν είδε τον λάκκο και παρ 'τον μέσα, να ουρλιάζει η μάνα του, τον έπλυνε με μάνικα μπροστά στα μάτια όλων μας.
Τα λέμε με τον μικρό κάθε που μπαίνει καλοκαίρι, κάθε που ξυπνάνε τα κουνούπια, κάθε που ο αέρας μυρίζει φύλλα και γρασίδι και ήλιο και το βραδάκι δροσίζει με ιδρώτα, που ακούς σιγά σιγά τον κόσμο να βγαίνει στα μπαλκόνια για να δει τηλεόραση και ανεβαίνουν οι τέντες και γίνεται όλη η γειτονιά σπίτια με μπλε παράθυρα που αναβοσβήνουν. Μου λέει τα νέα του.
Άλλα θυμάται, πόσα έχουν αλλάξει, έχεις μείνει πίσω αδερφέ. Κουνάει το κεφάλι του και καπνίζει, δεν μιλάει αλλά το ξέρω ότι εγκρίνει και ας μην το παραδέχεται, είναι κολλημένος σε άλλες εποχές ο μικρός.
Σε άλλες εποχές.
Καμιά φορά φεύγει χωρίς να πει τίποτα. Ίσα που τον παίρνω χαμπάρι να σαλεύει, πριν γυρίσω την έχει κάνει. Άλλες φορές δεν λέει να ξεκολλήσει, με μεθάει και καθόμαστε μέχρι το πρώτο φως. Λέμε για τα παλιά. Τώρα τελευταία του λέω και για τα καινούργια και έχει αρχίσει να ξενερώνει, δεν του αρέσουν, δεν του αρέσει η αλλαγή λέει αλλά του αρέσει. Έχει συνηθίσει να είναι άλλος λέει και κάτι τέτοιες παπαριές.
Τώρα τελευταία με τον μικρό, δεν έχουμε και πολλά να πούμε, πέφτουν κάτι αμήχανες σιωπές, κάτι περίεργες μελαγχολίες, αν ήξερα καλύτερα θα του έλεγα πως είναι οι αμηχανίες του αποχωρισμού αλλά δεν ξέρω καλύτερα, εγώ θυμάμαι αυτόν. Σαν να μη θέλει κανένας να το πει αλλά ξέρεις τι, τελικά μερικές φορές δεν χρειάζεται να το λες το γεια.

Μερικές φορές το γεια έρχεται χωρίς να έχει γίνει τίποτα, χωρίς να πεις αντίο και έχεις φύγει. Έτσι απλά.
"Να περνάς ρε," του λέω αλλά δεν το πολυπιστεύω.
Θα σταματήσει να έρχεται ο πιτσιρικάς. Θα πάει να ζήσει τη ζωή του. Θα του φύγει η μόστρα και θα τον προλάβει κι αυτόν το καλοκαίρι, οι μυρωδιές, Τι να του πω; Θα τα δει.

Θα κάνω τσιγάρο μόνος μου.
Τώρα τελευταία σκάει ένας καινούργιος τύπος που τα λέει ωραία. Με αυτόν ταιριάζω πιο πολύ. Δεν το ξεκωλώνουμε με μαυροδάφνες. Καμιά Heineken, κανα τσιγαριλίκι. Γελάμε με ότι έχει έρθει, έχει πολύ πλάκα, κάνει ότι πηδάει και μετά ξεκαρδιζόμαστε. Όποτε φεύγει μου το λέει, είναι πολύ συνεπής, γουστάρει κι αυτός τη παρέα, τα λέμε και κοιτάζουμε την κοιμισμένη γειτονιά, την ξέρει ο τύπος σαν τη παλάμη του.
Σε εκείνη την οικοδομή, όταν χτιζόταν, είχε βουτήξει από το παράθυρο του πρώτου στη τρύπα για το γκαράζ που ακόμα ήταν χώματα σκαμμένα. Δεν έπαθε τίποτα. Ήταν πολύ μαλακό το χώμα και η αίσθηση ήταν σαν να πετάς, έπεφτε πολλή ώρα μιλάμε.

Θα κάνω τσιγάρο μόνος μου, θα αφήσω τα μαλλιά μου να μου μπουν στο πρόσωπο και ας είναι κοντοκουρεμένα.
Έρχεται το καλοκαίρι.
Το ζεσταμένο τσιμέντο της ταράτσας μου έχει κάνει τον κώλο ψητό μιλάμε.

Tuesday, April 20, 2010

PRESS ENTER FOR SETUP



"Βρε, βρε, για να δούμε τι έχουμε εδώ," είπα με μια φωνή σαν μπάρμπας αν και δεν ξέρω πως ακούγονται οι μπάρμπες. Σαν μπάρμπες μάλλον. Μπάρμπες είναι κάτι παππούδες χοντροί που κάθονται στα καφενεία και πειράζουν τις κοπελίτσες με τα φουστανάκια, όταν μπαίνει η άνοιξη.
Τέλος πάντων, έτσι ακούστηκα κοιτάζοντας την ανοιγμένη κοιλιά του υπολογιστή του κολλητού μου.
Δεν έχω μεγάλη σχέση με το εσωτερικό των υπολογιστών. Ας πούμε, δεν είμαι σίγουρος, ποιό καλώδιο είναι για την τροφοδοσία και ποιό για... τα υπόλοιπα πράγματα που χρειάζεται ένα device αλλά, άμα κάτι κουμπώνει, το κουμπώνω ρε παιδί μου.
If you know what I mean.
Την παλεύω, εννοώ.
Του 'χε καεί ο σκληρός του κολλητού, χρειαζόταν να δουλέψει και οι υπόλοιποι κολλητοί που ξέρουν περισσότερα πράγματα, ήταν απασχολημένοι. Αγόρασε άλλον σκληρό δίσκο, ήθελε να τον εγκαταστήσω και να του περάσω και τα windows.
"Ναι, ρε το 'χω, φέρ' τον από 'δω και όλα θα γίνουν," του είπα στο τηλέφωνο και μόλις το 'κλεισα πήρα τον γκόμενο της αδερφής μου που είναι και γαμώ τα παιδιά και μου είπε πώς να μπω στο bios να κάνω partition.

"Εντάξει, νομίζω πως το έχω ρε, κάτσε να φέρω κατσαβίδι," είπα χωρίς να φανώ αγχωμένος.
"Να πάω να δω λίγο τα mail μου στον άλλον, όσο κάνεις δουλειά;" με ρώτησε. Κλασσικός κολλητός, αλλά καλύτερα. Την εγχείρηση ήθελα να την κάνω με ησυχία, μόνος μου, χωρίς να κοιτάει πάνω από τον ώμο μου κανείς, όπως πρέπει να γίνονται οι εγχειρήσεις.
Πήγε και άραξε μέσα, πήρα εγώ το πτώμα στα πόδια μου και με τη βοήθεια ενός φακού, κοίταξα τα εντόσθια.
-
Έχεις πολλά καλώδια φιλαράκι που δεν κολλάνε πουθενά, σκόνη πολλή και παλιά κάρτα, ξεπερασμένη, ξεπερασμένος είσαι. Αλλά τραβάς ακόμη φιλαράκο, ε; Κάτσε να σου ισιώσω λίγο αυτό εδώ το μαύρο καλώδιο, που έχει οχτακόσιεςδεκατρείς εξόδους και άλλα τόσα βύσματα και που μάλλον θα πρέπει να συνδέσω στον καινούργιο σκληρό. 
Τι μνήμες διατρέχουν αυτές τις φλέβες, τις κόκκινες και τις κίτρινες, πολλά καλώδια, θα τα βρούμε όλα, μην αγχώνεσαι. Αυτό πάει εδώ. Και αυτό εκεί. Κάτσε πρέπει να το ξαναβγάλω γιατί δεν περνάει το άλλο τώρα. Αυτό εκεί που κούνησα δεν έσπασε, ε; Εκεί πίσω, τι είναι αυτό; Τσιπάκι, τρανζιστοράκι, αγωγός, πηνίο, τι σκατά είναι;  Τι είναι όλα αυτά που σε κάνουν να λειτουργείς; Κάπου βλέπω ένα σημάδι από τότε που έπεσες και έγδαρες το γόνατο σου στα οχτώ σου, πόναγε το άτιμο για βδομάδες, η μάνα σου είχε τρελαθεί, σου άλλαζε επίδεσμους κάθε μέρα, αυτό δεν ήταν γδάρσιμο, ξεπέτσιασμα ήταν. Χρόνια μετά, της έλεγες την ιστορία και γελάγατε, με το γόνατο και το ποδήλατο που αποφάσισε να μην φρενάρει. 
Αυτό πάει εκεί μέσα, πάνω του μπλέκεται το κίτρινο καλώδιο αλλά δεν βλέπω να κολλάει πουθενά, θα το αφήσω δίπλα, να κάνει παρέα σε εκείνο το πράσινο καλώδιο που μπαίνει στο dvd player. Αυτή πρέπει να είναι η γείωση. Εκείνο το παρκάκι που έκατσες και έκλαψες, την πρώτη φορά που κάποια σε παράτησε. Δεν ήθελες να δεις κανέναν, δεν ήθελες να σε δει κανένας αλλά σε είδε η κυρά Φωτούλα από δίπλα και σου είπε "Αγόρι μου τι έχεις;" και εσύ είπες τίποτα. Μα την μαλακισμένη, ποτέ δεν περνούσε από 'κει, τώρα βρήκε;
Να βιδώσω τον σκληρό πάνω στο μεταλλικό πλέγμα, όχι ρε πούστη μου, μου έπεσε η μία βιδούλα μέσα στο κουτί. Ανάποδα όλο το κουτί, να το ταρακουνήσω να πέσει η βιδούλα, το χέρι δεν χωράει, θα σπάσω τίποτα και δεν λέει, περίπου σαν τη φορά που μέθυσα με τον τότε αδερφό μου στο Λουτράκι και ξερνάγαμε στη παραλία μέχρι το πρωί, το πρώτο μου μεθύσι, ήπια εννιά Bacardi με cola, δεν το έχω ξανακουμπήσει αυτό το ποτό από τότε. Και όταν πήρε να ξημερώνει, μια χαρά, ήμουν ζωντανός, ξερατά πάνω στο πουκάμισο μου, πάνω στο πουκάμισο του αδερφού, εκείνος δεν πρέπει να ζει πια, νομίζω, φοβάμαι να μάθω. Μία χαρά, μία ευτυχία μέσα μας, την πήρε ο αέρας εκεί στο Λουτράκι, ακόμα εκεί είναι και την μυρίζω όποτε τύχει να περάσω από κείνα τα μέρη. 
Όλα έτοιμα; Να σε βάλω στο ρεύμα, να πατήσω το κουμπί και να κρατήσω την ανάσα μου. Όλα καλά. Σκούζεις από ζωή, τα κυκλώματα όλα λειτουργούν, δεν πρέπει να έχω κάνει βλακεία. 
"Όλα καλά;" φωνάζει από μέσα ο κολλητός. 
Όλα καλά. Βάζω το cd για να κάνω την εγκατάσταση. 
Βλέπεις;

Πήρες να μεγαλώνεις και πόσους σκληρούς έχεις κάψει, "Και τι έγινε;" θα μου πεις, θα μου εγκαταστήσεις καινούργιους, θα μάθεις να το κάνεις καλά, θα γίνεις εξπέρ, όλοι θα έρχονται σε σένα για τους υπολογιστές τους. 
Μα εγώ θέλω μόνο εσένα να έρχεσαι σε μένα. Πώς γίνεται βρε; Πώς γίνεται μετά από τόσα; Πώς μπορείς να ξαναλειτουργείς σαν να είναι όλα καινούργια; Ένα καινούργιο λειτουργικό είναι η απάντηση, τραβάω τα καλώδια σου, σε σκαλίζω και το καταλαβαίνω, πήρα να βουρκώνω πάνω από τα ανοιγμένα σου εντόσθια και φοβάμαι μην σε βραχυκυκλώσω, μπροστά από την οθόνη κάθομαι και με καλωσορίζουν τα windows, όλα καλά κολλητέ, σε λίγο τελειώνουμε. 
Φρέσκια αρχή. 
Αγαπητοί κατασκευαστές, πόσες ευτυχίες χωράει το λειτουργικό μου; 
Αν μου χαλάσει, να σας το φέρω να τα ξανακάνουμε όλα καινούργια; 
Δεν μπορεί να είναι τόσο απλό. 
Χαχαχαχαχα. 
Δεν μπορεί να είναι τόσο απλό.

Αυτό εκεί το κόκκινο κουτάκι κάτω από το ανεμιστηράκι είναι για τον έρωτα που χωράω; 
Όλο δικό μου;
Για να το γεμίσω; 
Αλήθεια; Και αγάπη; 
ΟΛΟ ΔΙΚΟ ΜΟΥ; 
ΚΑΙΝΟΥΡΓΙΟ;

Κολλητέ....
Όλα καλά ρε....
Με γειά...

Τίποτα,  μην το ξαναπείς. 
Χαρά μου ρε. 

Χαρά μου