Saturday, July 04, 2009

κράτα με


by egggod


Κουρασμένος.
Ένας γεράκος 82 χρονών, μαλλιά αραιά, μέχρι τους ώμους. Το δέρμα του είναι σαν πάπυρος, με κηλίδες και φλέβες σαν ζωγραφιστές, με σημάδια και σκόνη από φιλιά. Το σπίτι του στους Αμπελόκηπους ένα μαυσωλείο, γεμάτο με βιβλία, παλιά έπιπλα και φωτογραφίες, μικρό σπίτι, φωλιά σπουργιτιού.
Τρία δωμάτια όλα και όλα, στην πολυκατοικία πάντα τον λέγανε τρελό, ποιητής ήτανε και ζούσε μόνιμα με δανεικά. Τα βιβλία του δεν πούλησαν ποτέ, στο καφενείο έλεγε αυτός χαριτολογώντας ότι η ποίηση δεν χωράει πια στα συρτάρια του κόσμου, κουνούσαν το κεφάλι οι ταξιτζήδες που είχε για παρέα, σταματούσαν εκεί για έναν γρήγορο καφέ και για να πούνε τα αθλητικά τους, τους άκουγε ο γέρος και μελαγχολούσε, άμα του δίνανε σημασία έλεγε και αυτός καμιά κουβέντα.

Συνήθως κάθεται στο μπαλκονάκι του που το έχει γεμίσει με φυτά. Γαρδένιες και γαρύφαλλα και γεράνια και μία βουκαμβίλια που κουρεύει συχνά γιατί του κάνουνε φασαρία και κάθε φορά της ζητάει συγγνώμη και τσακ, της κόβει λίγο από το σώμα της. Διαβάζει, σπάνια γράφει πια. Μία φορά την εβδομάδα πάει για ψώνια, με μία σύνταξη που ξέμεινε από δουλειές που έκανε στη ζωή του, δουλειές άσχετες που τον μάθανε τόσα πολλά. Τρώει λιτά.
Κοιμάται λίγο πια.
Ο ύπνος του έχει όνειρα από την παιδική του ηλικία.

Μία Νατάσα σε σχολικό θρανίο. Το χαμόγελο της που τον έκανε να ασχοληθεί με την ποίηση. Ένα σκυλί, τον Μπλάκι, που είχε για δεκαπέντε χρόνια.

Τι έρχεστε; λέει και ξαναλέει όταν ξυπνάει, σαν να μιλάει στα όνειρα, λες και αυτά ακούνε. Σηκώνεται να φτιάξει καφέ.

"Να σηκωθώ να φτιάξω καφεδάκια;"
"Να μείνεις να κάνουμε έρωτα."

Πού το είπε αυτό;
Σε ένα στριμωγμένο τραπεζάκι πάνω, φωτογραφίες σε κορνίζες αλλά και μόνες, τσαλακωμένες, στηριγμένες πάνω στις άλλες, με τις κορνίζες. Φίλοι που γελάνε. Συγγενείς και ένα μωρό, οι γονείς του και το σπίτι στη Σαλαμίνα. Ο Μπλάκι και μία παρέα διακοπές στην Σαμοθράκη, το πρώτο αμάξι και ο Διονύσης ο ζωγράφος να βάζει την γλώσσα του στο αυτί της Βασιλικής, Βουλιαγμένη '65.

"Ποιος νίκησε μωρέ;" λέει στον αέρα. "Κανείς δεν νίκησε, ούτε ο χρόνος, ούτε κανείς. Η ζωή έχει το πάνω χέρι και περιμένουμε, σταμάτα να γκρινιάζεις. Περίμενε."
Δεν γράφει πια. Τέλειωσε η ποίηση μέσα του χρόνια πριν.
Αλλά την βλέπει ακόμα ο γέρος.
Αυτή είναι η κατάρα του.

Είχε στα πόδια της ακόμα κρέμα, την είχε απλώσει μετά το μπάνιο, μπροστά του γυμνή, Ξυλόκαστρο. Απόγευμα και το δωμάτιο του ξενοδοχείου σ' ένα βαθύ γαλάζιο βυθισμένο. "Σε πειράζει που είναι φτηνό;"
"Κράτα με."
Η μυρωδιά αστραπής στον ουρανό, βρεγμένη άμμος, καλοκαιρινή καταιγίδα, οι δύο τους μοναχικοί θεοί σε ένα δωμάτιο στο Ξυλόκαστρο, αγκαλιάζονται για πάντα στο παράθυρο και χαζεύουν την γκρίζα, ήρεμη θάλασσα. Καταιγίδα θα έρθει.

Βρέχει και αυτός στέκεται σε μία πλατεία μικρή, ακίνητος, το βλέμμα του στο πεζοδρόμιο, είναι στο δωμάτιο, τότε, παλιά. Μια κοπέλα τον ρωτάει αν θέλει βοήθεια, γιατί στέκεται στην βροχή; Την κοιτάζει και του έρχεται να την αγκαλιάσει, να της μεταφέρει εκείνη την ομορφιά, εκείνο το ποίημα που δεν έγραψε αλλά το έχει όλο μέσα του, ντροπή, τι θα πει ο κόσμος; Ένας γέρος αγκαλιάζει μια κοπελιά. Ντροπή.
Τις πρωινές ώρες ντρέπεται. Όταν δεν έχουν ξυπνήσει οι υπόλοιποι, ακούει την ησυχία και τα λιγοστά αυτοκίνητα, σε λίγο θα ξεκινήσει ο χαμός, το σπίτι στη Σαλαμίνα, γυμνά κορμιά. Ντρέπεται που το μυαλό του ταξιδεύει σαν έφηβου.
Κάθε δεκαπέντε ανάβει ένα τσιγάρο. Μαζί με τον καφέ.

"Να μην έρθεις σπίτι μέχρι να έρθουμε να σε πάρουμε" του 'πε η μάνα του το '46. Δεκαεννιά χρονών. Την κοίταζε βουρκωμένος και εκείνη έκανε πως δεν το βλέπει. Του 'φτιαχνε πράγματα βιαστικά για να πάρει μαζί του. "Και άμα δεν έρθουμε σε πέντε μέρες να πας στη θεία Ασπασία. Να σε κρύψει."
Και τον κοίταξε.
Δεν μίλησε, σφιγμένο το πρόσωπο της από τον πόνο.
Και του έβαλε στο χέρι ένα πακέτο με τσιγάρα.
"Ἑίσαι άντρας τώρα."

Κάθε δεκαπέντε κάνει ένα τσιγάρο και ας τον βρίζει ο Ευθύμης, ο γιατρός.

Τώρα τελευταία σκέφτεται το σπίτι στην Σαλαμίνα, από χρόνια πουλημένο. Θα μαζέψει την σύνταξη και θα νοικιάσει ένα ταξί, θα πάρει και ένα τετράδιο και ένα μπουκάλι κρασί και θα πάει να μπει μέσα. Θα πάρει και την παλιοπαρέα και τον Μπλάκι μαζί και τους γονείς του και θα κάνει γλέντι.
Ε, ρε ένα γλέντι.
Θα είναι και η Νατάσα εκεί και θα χαμογελάει.

Ναι θα το κάνει. Θα πάει στη Σαλαμίνα, δεν θα κρατήσει λεφτά για να γυρίσει.








"Τι σκέφτεσαι;...Μελαγχόλησες."
"Τίποτα."

"Κράτα με."

Wednesday, June 24, 2009

Μικρό θερινό

Ένα παραλιακό κλαμπάκι με μεγάλο μπαλκόνι, σούρουπο. Κάτω ξύλο, νωπό από τους ανθρώπους που βουτάνε συνέχεια στην πισίνα. Ομπρέλες και καρέκλες άνετες, από μπαμπού. Ένα μεγάλο μπαρ με χαμηλά φωτάκια. Τώρα παίζει το Brothers in arms. Ο ήλιος σβήνει και η θάλασσα είναι λάδι, κάποιοι ακουμπάνε στα κάγκελα του μπαλκονιού και την χαζεύουν, κάποιοι φιλιούνται. Υγρασία.
Κάποιοι είναι με μαγιό, κάποιοι είναι ντυμένοι. Κάποιοι γελάνε δυνατά, παρασύρουν κι άλλους, ησυχάζουν. Τώρα ακούγεται το In the air tonight.
Στέκομαι και χαζεύω ομορφιά.
Μυρίζω την νύχτα
και σκέφτομαι
ξανά και ξανά μέχρι που δακρύζω
μέχρι που η σκέψη μου γίνεται τραγούδι, κύμα, κερί, ποτό στο χέρι μου.

Σκέφτομαι
τι ωραία
να ήταν έτσι το μετά.
Σκέφτομαι
ότι τους ξέρω όλους εδώ μέσα.

Ξεχάστηκα
και δεν σου είπα καλό καλοκαίρι.
Ξεχάστηκα
και δεν σου είπα
τόσα άλλα.

Ψιτ.


Καλό καλοκαίρι

;)

Monday, June 15, 2009

Edvard Munch


Την πήρα γραμμή πριν κάποιες μέρες.
Τη σκιά ντε. Δεν είμαι τρελός και να με συμπαθάς.
Κάτσε να ακούσεις μια στιγμή.
Άναψε τσιγάρο. Ή στρίψε τσιγάρο.
Καφεδάκι; Άσε ξέρω.
Κόκα Κόλα με παγάκια και μια φέτα λεμόνι, τώρα με τις ζέστες γαμάει.
Το 'χουμε;

Άκου.

Την πήρα χαμπάρι πριν κάποιες μέρες.
Ήταν ξημερώματα Κυριακής και το φως ήταν ασημενιογαλάζιο, ξέρεις ρε, αυτό που μόλις ξυπνάει η μέρα και αποτραβιούνται όλα, γίνονται αληθινά, με χρώμα. Εκείνη τη στιγμή που πλέον μπορείς να σβήσεις τη λάμπα απλά για να χαρείς το ημίφως, ξέρεις γιατί εμείς οι άνθρωποι ζούμε είτε σε φως είτε σε σκοτάδι, το ημίφως είναι σπάνιο και γιαυτό μαγικό. Ε, εκείνη την στιγμή που αλλάζει ο κόσμος και όλα είναι παγωμένα, ξύπνησα από κατούρημα και ανασηκώθηκα, έκανε ζέστη.
Και την είδα. Να στέκεται στη πόρτα του δωματίου, κρατημένη απ' την κάσα, το μισό της πρόσωπο μες το δωμάτιο, το υπόλοιπο αθέατο. Μια μορφή από σκέψεις και ήχους και μυρωδιές και κισσούς και γκρίζο, ακαθόριστο ντύσιμο, χρώματα που κυλιούνται το ένα μέσα στο άλλο σαν ζωντανός καμβάς, ένα αόριστο τίποτα το πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά, δύο μάτια όμως από φωτιά. Την μία στιγμή ήταν εκεί, σχεδόν μελαγχολική και την επόμενη, τίποτα.
Την ξαναείδα, στο ξύρισμα. Πέρασε μπροστά από την ανοιχτή πόρτα της τουαλέτας, χάθηκε στον διάδρομο, άκουσα και κάτι σαν φόρεμα που σύρθηκε, μάζεψαν τα αρχίδια μου από τον τρόμο.
Μαλάκα, σου λέω τρόμο, οκ;
Οκ;
Όχι μαλακίες.
Από τον τρόμο που σε παραλύει και παγώνεις και ιδρώνεις λίγο στο μέτωπο και στα αυτιά και στον σβέρκο και θες να ρωτήσεις "Ποιος είναι εκεί;" αλλά δεν το ρωτάς γιατί, άμα σου απαντήσει κάτι; Ε, μαλάκα μου; Άμα σου απαντήσει κάτι; Οπότε κάθεσαι εκεί, ακίνητος, σαν λαγός μπροστά σε φώτα από αμάξι, ανίκανος να αναπνεύσεις. Και αφουγκράζεσαι.

Οι από πάνω που ξυπνάνε και χτυπάνε πόρτες.
Ησυχία.
Μια σταγόνα από την βρύση μπροστά μου, μέσα στη λιμνούλα που έχω κάνει για να ξυριστώ, το χέρι με το ξυράφι παγωμένο στον αέρα, στη πορεία προς το μάγουλο.
Πλιπ!
Ησυχία.
Ένα τηλέφωνο από μακριά.
Ησυχία.
Ένας αναστεναγμός από το σαλόνι.
Όχι, δεν μπορεί να μου συμβαίνει αυτόχριστέμουμαλάκαείμαισεταινία
Ανάσα δική μου, ηχηρή

Δύο δάχτυλα στην κάσα της πόρτας, γίνονται τρία, κάποιος κραδαίνει σιγά σιγά την κάσα, κοιτάω μέσα από τον καθρέφτη, τα μάτια μου δεν γίνεται να γουρλώσουν περισσότερο, είναι ανθρωπίνως αδύνατο να γουρλώσω πιο πολύ τα μάτια μου,
ένα μάτι με κοιτάει, η άκρη ενός προσώπου, μέσα στον καθρέφτη. Πίσω μου.

Κι' άλλη Κόκα Κόλα μήπως;
Που λες

αυτά ήταν τα δυο πιο χοντρά
έχουν υπάρξει κι άλλα.
Στον ύπνο κάτι τραβήγματα στο σεντόνι,
κάτι μαλακίες ορνιθοσκαλίσματα πάνω στη σκόνη ζωγραφισμένα, στα έπιπλα.
Είπα να βγω, να φύγω αλλά δεν βρίσκω τα κλειδιά μου. Οπότε εδώ μπάστακας. Αυτούς που ήθελα εδώ, δεν μπορούν να είναι. Το καρνέ με τα τηλέφωνα μίκρυνε πολύ με τα χρόνια κολλητέ. Φρόντισα και γω για αυτό.
Που να στα λέω.
Οπότε σήμερα το βράδυ έχουμε ματς.
Θα σκάσει σίγουρα μύτη η καριόλα.
Πάλι καλά που πέρασες-
Τι, φεύγεις;
Έλα ρε μην μαλακίζεσαι.
Είσαι στραβωμένος;
Ε, ξεκόλλα ρε μαλάκα, εντάξει είμαι κ γω μαλάκας αλλά-
Τώρα σοβαρά την κάνεις;

Ρε
πλιζ
μείνε
μην μαλακίζεσαι σου λέω έχω ανάγκη-
ρε
ξεκόλλα δεν την παλεύω λέμε-
αφού σου λέω την βλέπω τη σκιά ρε, για τρελό με έχεις;

Μην την κάνεις
ρε
ρε


Ησυχία.

Μόλις τελειώσω αυτές εδώ τις γραμμές,
θα σηκωθώ και θα ρωτήσω
"Είναι κανείς εδώ;"
Θα το κάνω δε γαμιέται

Άμα γουστάρει η γαμιόλα

ας μου απαντήσει.

Friday, June 12, 2009

Ψιθυριστά

Σε νυχτερινό ουρανό ορκιστήκανε
δύο ερωτευμένοι, δες τους
λευκολουσμένα μάρμαρα οι δυο τους σε παραλία έρημη
φεγγάρι ανίερο, πρόστυχο, ρυθμικό σαν κύμα
κρατάνε τα χέρια και χαμογελάνε μυστικά
φυσάει η άμμος γύρω τους
στέκονται εκεί και θα τρόμαζες αν στεκόσουν δίπλα
γιατί στο ασημένιο φως οι δυο τους
ρίχνουν μία μόνο σκιά
Στο αστέρι που ορκίζονται στέκει το βλέμμα ενός μεθυσμένου
ξαπλωμένος ανάσκελα πάνω σε σε ζεστές πλάκες, κάποια πλατεία, τριγύρω φασαρία
έχει κατουρηθεί λίγο γιατί το σώμα του έχει χαλαρώσει από το πολύ μεθύσι
φοβάται ότι θα πεθάνει ξαπλωμένος εκεί, τριγύρω ένα πάρτυ, τι ειρωνικό
θέλει να μιλήσει αλλά δεν μπορεί
οπότε
ατενίζει τον ουρανό και το βλέμμα του φυλακίζεται από ένα αστέρι
και λέει μέσα του
άμα είναι να σβήσω ας με σβήσει το φως αυτό εκεί πάνω
και αν κοιμηθώ σε παρακαλώ αστεράκι μου
κάνε τους μαλάκες τους φίλους μου να με πάνε σπίτι μου χωρίς να σκοτωθούμε.
Τον μεθυσμένο αυτόν τον αγαπάει εδώ και καιρό μια κοπελιά που τώρα είναι ξαπλωμένη και ονειρεύεται να τον φιλάει
το δωμάτιο της μυρίζει λεβάντα, γεμάτο φωτογραφίες και βιβλία, στην άκρη, σε μια γωνιά, ένα αρκουδάκι.
Το αρκουδάκι είναι δώρο από έναν παλιό εραστή
όλο λέει να το πετάξει αλλά μία γλύκα μέσα της, σώζει κάθε φορά το αρκουδάκι από τον αφανισμό.
Αφανισμένη και εκείνη, αφημένη στα όνειρα, θα πεθάνει σε λίγα λεπτά με τον σεισμό που έρχεται, στην κηδεία της ο μεθυσμένος θα κλάψει πολύ, χωρίς να είναι σίγουρος γιατί, ήταν απλά μία φίλη, όχι κάτι ιδιαίτερο.

Λένε

ότι είμαστε αστρόσκονη
Στον ώμο ενός τεράστιου θεού
περπατάει ο γίγαντας και εμείς χορεύουμε στις δονήσεις
πόση σημασία μπορεί να έχει κάποιος, ΕΝΑΣ, που νιώθει κάτι;
Κάποιος που αγαπάει
κάποιος που πονάει
τι σημασία έχει;

Λένε

ότι είμαστε σκιά πλασμένη να ανασαίνει
πνοή δαιμόνων ή καπρίτσιο κάποιας ανώτερης νοημοσύνης
και όμως δακρύζουμε και χέζουμε
σαν να έχει σημασία, οι μικρές φωνούλες μας υψώνονται και γρατζουνίζονται όταν θυμώνουμε και κλαίμε και γελάμε και αγκαλιάζουμε και χτυπάμε ρυθμικά το πόδι όταν περιμένουμε στη στάση.

Θα σου πω τι θα κάνω
θα βάλω τα χέρια μου μέχρι μέσα στον ζωμό, όχι πολύ μη με ρουφήξει
θα πιάσω τα μαλλιά αυτουνού που κοιμάται στο αμνιακό υγρό
και θα τα τραβήξω, θα σηκώσω το βάρος από τις τρίχες, να πονέσει, να ξυπνήσει
να ανοίξει τα μάτια του και να με δει, θριαμβευτή να τον κοιτάζω

Κάπου, κάποτε, κάποιος μου ψιθύρισε πριν κοιμηθώ
δεν ήταν η μάνα μου, ούτε ο πατέρας μου, ήμουν μικρός
μου είπε
όλα καλά

Αστρόσκονη να την φυλακίσεις
με δάκρυα, να φτιάξεις λάσπη
να χτίσεις σπιτάκια και ανθρωπάκια από αστρόσκονη
να είναι ίδια και τόσο ζωντανά με εσένα
που κοιτάς ψηλά και ορκίζεσαι

σε ουρανούς νυχτερινούς

Wednesday, June 10, 2009

Ένα τζιτζιμπλίνι στα άστρα



Σαν πανσέληνος να έρχεσαι ματάκια μου γλυκά. Που και που, όποτε το θυμάσαι, να 'χω και γω την ηρεμία να μπορώ να κοιτάξω πάνω, να δω φεγγάρια και να θυμηθώ άστρα, από αυτά τα σκατά που περπατάω εδώ κάτω.
Να τα λέμε που και που.
Άλλωστε
με είδες να κάνω έρωτα
να χέζω
να την παίζω μόνος μου
να γελάω
να κλαίω
να κοιμάμαι
να τραγουδάω
να χορεύω

Πάω πάσο
Εκεί που πήγες και χώθηκες μωρή δεν σε φτάνω
δεν είναι κάτω απ' τον καναπέ εκεί που πήγες ζωή μου
ποιο γαμημένο μπαλάκι κυνήγησες
Πάω πάσο
Αν κρίνω σωστά
είσαι σε καλά, γνώριμα χέρια τώρα

ΡΕ!
ΑΚΟΥΤΕ ΕΚΕΙ ΠΑΝΩ ΑΝΑΘΕΜΑΤΙΣΜΕΝΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ

ΣΑΣ ΑΓΑΠΩ ΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ
ΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ

Wednesday, May 27, 2009

LOST season 5 episode 16-17 54:55

LOL

Thursday, May 21, 2009

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ βοήθεια μας

Το δωμάτιο είναι κλουβί και οι δυο τους θηρία. Λιοντάρια, αρσενικό και θηλυκό, δύο σκιές μπροστά σε μία λάμπα ακουμπισμένη στο ξύλινο πάτωμα. Δίπλα έχει πέσει το σεντόνι, κάλτσες και ρούχα, δίπλα στη λάμπα έχουν πέσει και προσχήματα και δικαιολογίες και ταυτότητες. Έχουν πέσει όλες οι καθώς πρέπει μάσκες και έχουν μείνει μόνο αυτές των ζώων, ξέρεις αυτές που είναι πολύ θαμμένες και που όλοι οι άνθρωποι φοράνε και ας λένε το αντίθετο και ας γράφουνε βιβλία και ας το πιστεύουν στις προσευχές τους το βράδυ. Όλοι έχουν μια ζωομασκούλα.
Έτσι και οι δυο τους τώρα.
Είναι θηρία. Έχουν τσακωθεί και το αίμα τους κοχλάζει, το αίμα τους είναι βενζίνη, κάθε άγγιγμα ένα αναμμένο σπίρτο.
Ξεκίνησε αυτός προς το τέλος του τσακωμού. Την πλησίασε και την πήρε απαλά πάνω του, το κεφάλι της στο στήθος του, αγκαλιά μετά από την φουρτούνα. Στην αρχή εκείνη ήταν κλειδωμένη, το σωματάκι της ένας κόμπος σφιχτοδεμένος, από αυτούς που λύνονται μόνο με φιλιά. Άρχισε να της τα δίνει και τα χείλη της ήταν πέτρινα και αυτό τον θύμωσε. Επέμεινε. Μπήκε το πείσμα της στη μέση και γύρισε το πρόσωπο της σε μία προσπάθεια να διατηρήσει την αξιοπρέπεια του θυμού της. Λογική που καταρρέει. Σιγά, σιγά, με κάθε φιλί. Άρχισε να ανταποκρίνεται, έβαλε το χέρι της ανάμεσα στα πόδια του, το χέρι τρέμει, όχι μόνο από κάβλα αλλά και από νεύρα. Το ίδιο συμβαίνει και με την ανάσα του. Εκείνος πάει να μιλήσει και αυτή, σχεδόν τον χαστουκίζει, του αρπάζει το στόμα με τα δάχτυλα της, σχεδόν τον γρατζουνάει, βίαια, θυμωμένα, μη μιλάς. Τώρα τα δόντια τους χτυπάνε μεταξύ τους, τα χείλια ματώνουν, θέλει να την φάει, να την αγαπήσει, να την τιμωρήσει, εκείνη το νιώθει και προσπαθεί πολύ για να μην παραιτηθεί.
Την γδύνει και λίγο πριν της βγάλει το σουτιέν, εκείνη ξαναθυμώνει. Σηκώνεται και στέκεται μπροστά του, βράζει και είναι υγρή. Κοιτάζονται, αυτός βγάζει τη μπλούζα του, τον χαστουκίζει και το μετανιώνει αμέσως, όχι δεν το μετανιώνει, να πάει να γαμηθεί ο μαλάκας. Το χαστούκι τον πονάει, το μάγουλο του καίει και μόλις περνάει ο πόνος, έρχεται ο θυμός. Σηκώνεται. Εκείνη πισωπατάει. Η λάμπα στο πάτωμα. Δύο θηρία. Την αρπάζει και την πετάει πάνω στο κρεβάτι, εκεί που πριν από λίγο την αγκάλιαζε, τώρα την πλακώνει με το βάρος του και εκείνη σιχαίνεται τον εαυτό της που της αρέσει τόσο πολύ. Τον γρατζουνάει στη πλάτη καθώς της δαγκώνει τον λαιμό, δεν τον νοιάζουν τα σάλια που κρέμονται από το στόμα του, τώρα φοράει άλλη μάσκα. Της βγάζει το σουτιέν, αυτός είναι μόνο με το παντελόνι που του το ξεκουμπώνει τώρα εκείνη, σκληραίνει αυτός και βογκάει, της τραβάει με δύναμη το σλιπάκι με τα λουλουδάκια και το ύφασμα την πονάει στο εσωτερικό των μηρών της, την γδέρνει. Ξεκίνησε το δωμάτιο να μυρίζει σώματα και ιδρώτα, τα χνώτα τους μυρίζουν και οι μασχάλες και των δύο αχνίζουν από κάβλα.
Τον έχει στο χέρι της και τον κοιτάει με υπεροχή, σχεδόν χαμογελάει, αυτός παλεύει για να μην παραδοθεί, τον πονάει όσο χρειάζεται για να τον κάνει να θυμάται. Τι να θυμάται; Κάτι αρχαίο, κάτι που έχει να κάνει με την Άρτεμη αλλά δεν είναι σίγουρος, δεν τον νοιάζει, δεν μπορεί να σκεφτεί καθαρά. Σπρώχνει αλλά εκείνη δεν είναι έτοιμη. Τον κατεβάζει από τους ώμους και τα μαλλιά και τον ταΐζει με το νέκταρ της, με το εσωτερικό της, τα πόδια της στην πλάτη του, τα χέρια της στο σεντόνι, βλέπει στο ταβάνι κάτι περίεργα σχήματα και νομίζει πως είναι ζωγραφιές, όλα είναι ζωγραφιές, τα πάντα τελικά είναι μια ζωγραφιά σκέφτεται και βουρκώνει και γελάει και έχει καβλώσει τόσο πολύ που θέλει να είναι γυμνή για πάντα.
Φιλιούνται. Της δίνει να δοκιμάσει από τον εαυτό της. Πετάγεται από το κρεβάτι και το βάζει ανάμεσα τους.
Τώρα στέκονται λαχανιασμένοι και κοιτάζονται, δύο λιοντάρια, το σεντόνι δίπλα στη λάμπα.
Προσπαθεί να την πλησιάσει και εκείνη τον αποφεύγει. Αυτός σπρώχνει το κρεβάτι και την στριμώχνει στον τοίχο, σκαρφαλώνει αυτή απάνω στο ιδρωμένο στρώμα σε μία απόπειρα επίθεσης και εκεί, την πιάνει. Τυλίγονται, γλιστράει μέσα στη κόκκινη θάλασσα της, αρχίζει να της μιλάει, τώρα τον αφήνει να μιλήσει, τώρα έχει ανάγκη να τον ακούσει.

Ένα.

Ξαναγίνονται δύο, πολλή ώρα μετά, πολύ μετά τον οργασμό τους.

Τι ωραίος που θα ήταν ο κόσμος αν οι άνθρωποι εγαμιόσαντο πιο πολύ.

Χρόνια πολλά στους Κώστηδες και στις Ελένες.

Tuesday, May 12, 2009

ΛΑΝΘΑΝΟΥΣΑ ΜΙΣΑΝΘΡΩΠΙΑ


Που και που είναι καλό να ξεχνάς ότι είσαι απλά μία έκφανση της θείας σύλληψης, καθόλου διαφορετικός από ένα φυλλαράκι ή μία αρκούδα γκαστρωμένη, ένα με το όλον και ξέρωγωτι και να αφήνεσαι να σε παρασύρουν πιο αρχέγονα ένστικτα, πιο killemall κίνητρα.
Είχε προχτές τη σωφερίνα με την Βουγιουκλάκη στην τηλεόραση, το πέτυχα στη σκηνή με το δικαστήριο, ίσως η πιο εκνευριστική σκηνή στην ιστορία του ανθρώπινου κινηματογράφου, ξέρεις, εκεί που η Αλίκη δεν μπορεί να παραδεχτεί ότι είχε δανείσει το αυτοκίνητο στη κολλητή και την κράζουν όλοι και ο Αλεξανδράκης απογοητεύεται και την κλείνουν φυλακή. Θα 'θελα να είχα μπει στο πλάνο με ένα ρόπαλο του μπέιζμπολ. Να το κατεβάσω με δύναμη πάνω σε όλα τα κεφάλια των παρευρισκόμενων, να ακούω το κρακ των κρανίων και να λούζομαι με εγκεφαλικά κομμάτια και μαλλιά και δόντια, άντε θα την χάριζα στον Παπαγιαννόπουλο γιατί είναι πολύ κουλ τύπος και χέβι μέταλ να πούμε. Να γινόταν η σωφερίνα Kill Bill και γω ο μαύρος νίντζα της κολάσεως, ο άγγελος της αποκαλύψεως, αμήν. Όχι μωρέ δεν έχω κάτι με τις παλιές ελληνικές ταινίες. Λατρεύω να βλέπω το δασύτριχο στήθος του Κωνσταντάρα με την αλυσιδίτσα και τα κουρέματα της Βλαχοπούλου και τα μπαλέτα στα λιμάνια με τα ψαροκάικα και τις λουλούδες με τα δεμένα μπλουζάκια στον αφαλό να λικνίζονται δίπλα σε ξανθά κορίτσια με χοντρά μπούτια.
ΛΑΤΡΕΥΩ
να γυρίζω σπίτι με χαρτόνια στα χέρια. Τα χαρτόνια ήταν από το πλαίσιο, 70Χ100, για ζωγραφική, λίγο άβολα να τα μανατζάρεις, ειδικά μέσα σε λεωφορεία και μετρό, ώρα αιχμής. Να μην τσαλακωθούν, μην στραβώσουν, μη γυρίσουν οι γωνίες. Κοιτάω τους πάντες μες τα μάτια, να καταλάβουν την αγωνία μου, μην πλησιάζετε πολύ, κρατάω ευαίσθητο πακέτο και κουβαλάω ακόμα πιο ευαίσθητη ψυχική ισορροπία αυτές τις μέρες, τα τελευταία 33 χρόνια, γαμώ τον θεό σας και το όλον. Και να σου
Ο ΜΑΛΑΚΑΣ
που βιάζεται.
Ξέρεις, αυτός που τρέχει για να μπει μπροστά σου σαν να έχει κάτι πολύ σημαντικό να κάνει, κάτι τόσο σημαντικό που άμα μπει μπροστά σου και κερδίσει 0. 00001 μικρονανοδευτερόλεπτο, θα το καταφέρει ο μπάσταρδος. Και με σπρώχνει. Και τσαλακώνει το χαρτόνι, πιάνεται ανάμεσα στα πόδια του και την πόρτα του μετρό που μόλις έχει ανοίξει και γίνεται σκατά.
Και τον ρωτάω απλά και ήρεμα. Ομολογώ και λίγο νευριασμένα αλλά μέχρι εκεί σου ορκίζομαι, εντάξει καταλαβαίνεις και γω άνθρωπος είμαι, θέλω να φτάσω με τα χαρτόνια μου σπίτι χωρίς να με έχει ποδοπατήσει/σπρώξει/φτύσει/ξανασπρώξει ο οποιοσδήποτε κομπλεξικός, τον ρωτάω που λες: "Δεν βλέπετε κύριε ότι κρατάω χαρτόνια;"
Και τι μου λέει;


Και τι μου λέει;



Όχι ερώτηση κάνω μήπως ξέρεις γιατί όντως δεν θυμάμαι, θυμάμαι απλά που με ύφος μου πέταξε κάτι προσβλητικό και αγενές και τα έχασα όλα.
Τα αβγά καταρχήν ως καλός αβγοθεός.
Τα πασχάλια ως φυσικό επακόλουθο.
Τη μπάλα.
Το γήπεδο γενικά μαζί με τη μπάλα.
Το φως μου.
Τον ρώτησα αν είναι χριστιανός και αφού μου απάντησε προκλητικά ναι, του παρέθεσα μερικά καινούργια ονόματα με τα οποία πλέον θα μπορεί να αποκαλεί τους αγίους που προσκυνάει και τους θεούς που λατρεύει. Ο τρελάρας. Βέβαια καταλαβαίνεις ότι τώρα το παραθέτω πολύ λόγια. Εκείνη την στιγμή ήταν στην κορυφή της φωνής μου, με μία ανάσα και με φλέβα να πετάει στο μέτωπο μου, ήμουν ο γαμημένος ο Εωσφόρος, νομίζω ότι μέχρι και οι νότες μου μπάσισαν λίγο. Μετά απλά μπήκα και γω μαζί του στο βαγόνι, δεν μου είπε τίποτα, δεν είπα τίποτα, υπήρχε μία αμήχανη σιωπή στους γύρω και κάποια αποδοκιμαστικά βλέμματα τα οποία όμως, όταν έχεις περάσει το όριο και πλέον έχεις χαρακτηριστεί ως το απόλυτο καθίκι που απλά δεν μπλέκεις μαζί του γιατί είναι και τρελός, ε, δεν σε νοιάζει που σε κοιτάνε, είσαι δικαιωμένος μέσα στον θυμό σου και έτσι δεν σε κοιτάνε για πολύ, ο κόσμος δεν θέλει να ενοχλείται και φυσικά, δεν θέλει να παίρνει θέση. Ναι, είναι πολύ εύκολο να λες ξετσίπωτο έναν νέο που βρίζει κάποιον μεγαλύτερο τόσο αισχρά, αλλά όλοι μπορούμε να το κάνουμε και ω, τι περίεργο, το κάνουμε όταν σπάμε που συνήθως είναι πολύ συχνά η περίπτωση.
Συνήθως πολύ συχνά. Ναι, ξέρω ότι πλέκω λογοτεχνικά διαμάντια.
Αλλά μα τον χριστό
κάποιοι άνθρωποι το αξίζουν.
Και μπαίνεις μετά μέσα σε μία μωβ ομίχλη, όπου όλα βρωμάνε. Στον γυρισμό, πέτυχα μία κοπέλα που έσκυψε να δέσει τα κορδόνια της και μου 'ρθε να την κλοτσήσω, να πέσει κάτω. Φυσικά δεν το έκανα αλλά θέλησα κάμποσα δευτερόλεπτα για να συνέλθω. Μετά, νευρίασα που είμαι τόσο νευριασμένος και τα πήρα. Από το παρανάλωμα της μισανθρωπίας που με κατέκλυσε, δεν γλύτωσε ούτε ένα μωρό σε καροτσάκι, η μαμά του να προχωράει μπροστά μου και ως εκ θαύματος να με κλείνει συνέχεια, μαντεύοντας συνεχώς από ποια μεριά προσπαθώ να την προσπεράσω, τσαλακωμένα χαρτόνια στο χέρι, μία μικρή κηλίδα ιδρώτα να σχηματίζεται στο μπλουζάκι μου, τι ήθελα και φόρεσα τζιν, για βερμούδα είναι πλέον. Κάνε κυρά μου στην άκρη ή διάλεξε από ποια γαμημένη μεριά θα πας και είναι και στενό το πεζοδρόμιο μη σου αρπάξω το καροτσάκι και δώσω νέο νόημα στον όρο off road.
Δες πόσο γρήγορα πάει το καροτσάκι σφηνωμένο κάτω από αυτό το βυτιοφόρο. Ουάου! Βγάζει και σπίθες. Κουλ.
Μαλάκα δεν είμαι καλά, λέω από μέσα μου, έχω θέματα, χα, χα, σταματάω σε μία γωνία κοντά στο σπίτι μου, προσπαθώ να σκεφτώ αν θέλω κάτι από το περίπτερο γιατί δεν την παλεύω να ξαναβγώ, κάνει και ζέστη. Έχω σταθεί στο μοναδικό σημείο του δρόμου που για κάποιον ανεξήγητο λόγο, υπάρχει μία λακουβίτσα με λίγο νερό, ίσως από κάποιον αγωγό, ίσως από παλιά βροχή (πόσες μέρες έχει να βρέξει;), ίσως από κάποιον ελέφαντα που πέρασε και κατούρησε. Έχω σταθεί ακριβώς δίπλα και περνάει αυτοκίνητο και πατάει, όχι με πολλά χιλιόμετρα, μέσα στη λακούβα και όλο το νερό αποφασίζει πως το καλύτερο μέρος χωρίς να χαθεί ούτε μία γαμημένη βρωμοσταγόνα για να προσγειωθεί, είναι πάνω μου. Πάνω στα τσαλακωμένα χαρτόνια μου και πάνω στα παπούτσια μου και να υψωθεί αρκετά για να με πετύχει και λίγο στο στόμα, έτσι σαν φιλάκι από τον Θεό. Δεν σου λέω μαλακίες. Καφέ τα χαρτόνια απ' τα βρωμόνερα.
Παλιά διάβαζα Χουλκ, το κόμικ που έγινε και ταινία. Τώρα μου φαίνεται λίγο αστείος. Δηλαδή, ένας σούπερ ήρωας που γίνεται πράσινος από το κακό του; Χα, χα.
ΜΩΒ ΓΙΝΕΣΑΙ ΓΑΜΩ ΤΟΝ ΑΝΤΙΧΡΙΣΤΟ ΟΧΙ ΠΡΑΣΙΝΟΣ ΜΑΛΑΚΕΣ ΚΟΜΙΞΑΔΕΣ ΚΑΙ ΣΤΑΝ ΛΙ ΠΟΥΤΑΝΑΣ ΓΙΕ
Είναι ένα νέο χρώμα. Το μωβ του ανευρύσματος.
Εδώ είναι και το σημείο που η φάση γίνεται λίγο πιο ενδιαφέρουσα, γιατί μπαίνω σε μία ζεν κατάσταση απόλυτου θυμού όπου τα πάντα είναι σαν ταινία. Μες το κεφάλι μου είμαι ο τιμωρός του ερέβους, ένας ματριξοειδής τύπος που απλά με μία του λέξη ανατινάζει πόλεις σαν κινούμενο σχέδιο από τους αρρωστημένους ιαπωνέζους, από αυτά τα καρτουν με τους δαίμονες που έχουν τεράστια καβλιά και φτερά και νύχια και πηδάνε παρθένες και πολεμάνε μαύρες τρύπες και κλάνουνε ατσάλι. Περπατάω αργά και κάθε μου βήμα είναι σαν μέσα σε νερό, σαν να σπρώχνω τον αέρα (που αυτό κάνω έτσι κι αλλιώς αλλά με πιάνεις) και ο αέρας να μην γουστάρει και πολύ, ο αέρας είναι μία ξενέρωτη γκόμενα που μου το παίζει δύσκολη αλλά να σου πω κάτι;
Ο αέρας ξέρει ότι θα τον γαμήσω. Ο αέρας θα γίνει το πουτανάκι μου. Πάρτα κωλοαέρα.
ΣΕ ΓΑΜΩ ΑΕΡΑ ΑΚΟΥΣ;
Αν ήμουν παοκτζής, θα έλεγα ότι γαμιέται η μάνα σου.

Αλλά δεν θέλω να βρίζω.
ΦΦΦ, ηρεμία, οι παλμοί πέφτουν, φτάνω σπίτι, ξεκλειδώνω, οκ είμαι σπιτάκι μου, να αράξω, δεν θα σηκώσω ούτε τηλέφωνο, ούτε τίποτα, να κάτσω, να βάλω τα πόδια μου ψηλά και να διαβάσω το ποστιτ που είναι κολλημένο στο ψυγείο-

ΕΙΣΑΙ ΜΑΛΑΚΑΣ, ΠΗΡΑ ΤΗ ΓΑΤΑ ΚΑΙ ΕΦΥΓΑ, ΤΑ DVD ΝΑ ΤΑ ΠΑΣ ΕΣΥ ΠΙΣΩ


Lights out.

Thursday, May 07, 2009

ΙΔΙΟΤΡΟΠΟ ΚΑΣΕΤΟΦΩΝΑΚΙ

Μέσα σε έναν πύργο στρογγυλό, αρχαίο, κάθεται ο άρχοντας του χρόνου. Ένας βρωμόγερος με λιγδιασμένα μαλλιά και νύχια μακριά και μία κάπα βρώμικη που του φτάνει μέχρι τους αστραγάλους, σέρνεται το ύφασμα πάνω στις πέτρες κάθε φορά που ξεκουράζεται ο γέρος στην ξύλινη καρέκλα του.
Δεν βγαίνει από τον πύργο του ποτέ, μόνο κάθεται μπροστά σε έναν τροχό τεράστιο και αραιά και που, του δίνει μία και τον γυρίζει με το αδύναμο χέρι του. Κάποιος του το 'πε να το κάνει, κάποιος τον έμαθε, τον δίδαξε να πλέκει τον χρόνο , ο άρχοντας αυτός ο παρακμιακός. Και έτσι κάνει σταθερά. Επίμονα. Δεν τρώει, δεν πίνει. Γελάει σαν τρελός με το γύρισμα του τροχού.

Κάποιες φορές, είναι ξεκούραστος ο γέροντας. Και τότε δίνει στον τροχό βόλτες τρελές να παίρνει, κυλάει ο χρόνος σαν νερό.
Ένα φιλί έξω από σπίτι σκοτεινό, στο παράθυρο η φιγούρα ενός μπαμπά, το μόνο φως αυτό που καίει στο δωμάτιο που περιμένει εκείνος σαν σκύλος, σαν Κέρβερος, εγώ την κόρη του να φιλώ και να μην χορταίνω.
Το καλύτερο απόγευμα της γειτονιάς, ποτέ δεν έφτασε ο χρόνος για να βρούμε θησαυρό.
Το τελευταίο βράδυ πριν το φανταρικό. Η πρώτη άδεια από μέσα.
Γύριζε ο γέρος τη ρόδα σαν τρελός και χασκογέλαγε. Φαινόντουσαν τα χαλασμένα δόντια του μα κανείς δεν τα 'βλεπε, μόνος του είναι στον πύργο.

Άλλες φορές, κοιμάται ο γέρος ή χαζεύει, κοιτάει τα νύχια του, τα πόδια του, κοιτάει τις πέτρες και αφαιρείται, μασάει τα κιτρινιασμένα γένια του, σιγανεύει ο τροχός, κουράζεται απ' τα γυρίσματα και σταματάει.
Το χχχχχ μιας τελευταίας ανάσας.
Μια πλάτη που απομακρύνεται, η σιγουριά ότι δεν θα την ξαναδείς. Αιώνια δευτερόλεπτα, κοιμάται ο γέρος στον πύργο του, ξύπνα καταραμένε.
Η μάνα που διαβάζει τον άθλιο έλεγχο του σχολείου, μετράς τα λουλουδάκια στο φόρεμα της.
Ένα ατύχημα.

Δεν θέλω να με ορίζει ένας βρωμόγερος.
Φεύγω, να πάω να ψάξω τον κρυμμένο πύργο, λένε ότι είναι κάπου στη Σκωτία. Θα τον βρω και θα σπάσω τη σφαλισμένη πόρτα. Θα αρπάξω τον άρχοντα απ' την κάπα και θα την μπλέξω στον τροχό, να τον αρπάξει, να τον στριφογυρίσει και να τον τσαλακώσει.
Να πάψει να 'ναι ο χρόνος, να κρατάνε οι στιγμές όσο τις θέλουμε.

Βέβαια, μπορεί απλά και να ωριμάσω.
Να αφήσω τον βρωμόγερο να κάνει την δουλειά του
και να απολαμβάνω τα γυρίσματα όπως μου έρχονται.

Αργά ή γοργά, δεν έχει σημασία.
Στο ιδιότροπο αυτό κασετοφωνάκι δεν υπάρχει rewind.

Οπότε άκου το κομμάτι και σκάσε.
Άκου όμως λέμε.
Και που ξέρεις.
Μπορεί να σ' αρέσει και να αρχίσεις να χορεύεις σε λίγο.

Friday, May 01, 2009

Άμα βρέχει, δεν κατεβάζει. Γαμιέται.

Σου 'χω μιλήσει για τους θεοπνίχτες; Δεν θυμάμαι.
Είναι τα κύματα της θάλασσας που είναι τόσο μεγάλα, που μπορούν να πνίξουν ακόμα και θεούς. Έτσι τα λένε οι ναυτικοί.
Αυτά τα τεράστια σώματα νερού που φουσκώνουν και κρύβουν και τον ήλιο και τα έχουμε δει μόνο σε ταινίες. Αυτά μπράβο.
Αυτά να φοβάσαι. Τα άλλα, τα μικρά είναι ασήμαντα. Από τους θεοπνίχτες, δεν μένει τίποτα.
Τίποτα που να σε θυμίζει τουλάχιστον και αυτό, δεν είναι απαραίτητα κακό.
Τίποτα που να με θυμίζει τουλάχιστον και αυτό το γουστάρω.

Που λέει ο λόγος
Σπας το πόδι σου στη δευτέρα Γυμνασίου. Μικρό κυματάκι, ορίζοντας καθαρός μετά από λίγο καιρό. Η βαρκούλα παραμένει άθικτη, πανιά φουσκωμένα, όλα καλά καπετάνιο.
Ή
χάνεις το πορτοφόλι σου ρε παιδί μου, με όλα μέσα. Εντάξει κουνάει η βάρκα αλλά πάει. Συνεχίζει. Συνεχίζεις.

Τους θεοπνίχτες τους καταλαβαίνεις γιατί το νερό τραβιέται από κάτω σου.
Τους καταλαβαίνεις πριν σκάσουν. Αυτό είναι το χειρότερο. Τους καταλαβαίνεις πριν σκάσουν, ακούς τον βόμβο από μακριά.

Σαν να σου λένε
διογκωμένοι λεμφαδένες, δεν γίνεται τίποτα, ευθανασία.
Σαν να σου λένε
τρέχα γιατί έρχεται.

Και τρέχεις και ας ξέρεις ότι δεν γλυτώνεις.

Όχι ρε πούστη μου
Όχι γαμώ το σύμπαν μέσα





όχι
αμ ναι